Ο ρόλος των τεστ αντισωμάτων για τον κοροναϊό

Τα αποτελέσματα από τα τεστ ανίχνευσης αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2 στο αίμα (λέγονται και ορολογικά τεστ) θα συνεισφέρουν σημαντικά στη δημόσια υγεία, βοηθώντας στον έλεγχο και την παρακολούθηση της εξέλιξης της πανδημίας. Μέσω αυτών θα μπορέσουμε σύντομα να κατανοήσουμε την εξάπλωση και την επιδημιολογία του ιού στο γενικό πληθυσμό και κυρίως να εντοπίσουμε ομάδες με υψηλότερο κίνδυνο λοίμωξης. Θα μπορέσουμε επίσης, μέσω μελέτης των δημογραφικών και γεωγραφικών προτύπων που θα προκύψουν, να προσδιορίσουμε κοινότητες με υψηλότερα ποσοστά λοίμωξης και άρα, υψηλότερες πιθανότητες να έχουν αναπτύξει “ανοσία της αγέλης”, που ενδεχομένως τους προστατεύει από επαναλοίμωξη από τον νέο κοροναϊό.

1)   Τα τεστ αντισωμάτων είναι έμμεσα, δηλαδή ανιχνεύουν μόρια που παρήγαγε το ανοσοποιητικό σύστημα ως απόκριση στη λοίμωξη από τον SARS-CoV-2 και βοηθούν στην αναγνώριση ατόμων που μολύνθηκαν σχετικά πρόσφατα ή στο παρελθόν, ακόμα και αν δεν παρουσίασαν κανένα σύμπτωμα. Αντίθετα, τα μοριακά τεστ είναι άμεσα, δηλαδή ανιχνεύουν τον ίδιο τον ιό, και ταυτοποιούν άτομα που βρίσκονται σε φάση οξείας και ενεργού λοίμωξης. Επομένως, οι δύο τύποι τεστ ΔΕΝ υποκαθιστούν ο ένας τον άλλον.

2)   Τα τεστ αντισωμάτων είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για την επιλογή ατόμων τα οποία έχουν υψηλό τίτλο αντισωμάτων και που πληρούν τις προϋποθέσεις για δωρεά πλάσματος, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία ασθενείς με σοβαρή COVID-19.

3)   Τα τεστ αντισωμάτων που κυκλοφορούν ανιχνεύουν 3 τύπους αντισωμάτων, τα IgM, IgG και IgA. Τα IgM και IgG είναι αυτά που προτείνονται για την εκτίμηση της απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού. Οι πληροφορίες σχετικά με την χρησιμότητα των αντισωμάτων IgA για την εκτίμηση της ανοσολογικής απόκρισης είναι ελλιπέστατες (η IgA είναι σημαντικό αντίσωμα για την ανοσία των βλεννογόνων και βρίσκεται κυρίως σε βλεννώδεις εκκρίσεις όπως το σάλιο).

4)   Η απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος στον SARS-CoV-2 έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Τα αντισώματα IgM και IgG εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα, περίπου 2-3 εβδομάδες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Η ανίχνευση IgM έναντι του SARS-CoV-2 χωρίς ταυτόχρονη ανίχνευση και IgG δεν είναι συχνό φαινόμενο. Έτσι, δεν έχει σημασία αν το τεστ που χρησιμοποιείται ανιχνεύει IgG ή IgG με IgM ή ολικό αντίσωμα.

5)   Δεν είναι γνωστό για πόσο διάστημα μετά την μόλυνση τα αντισώματα IgM και IgG παραμένουν ανιχνεύσιμα.

6)   Η παρουσία αντισωμάτων στο αίμα δεν εξασφαλίζει την πλήρη και μακροχρόνια προστασία του ατόμου από επαναλοίμωξη με τον ίδιο ιό. Προς το παρόν, τα περισσότερα τεστ που κυκλοφορούν είναι ποιοτικά (δηλαδή δίνουν αποτέλεσμα είτε θετικό ή αρνητικό ή ασαφές). Δεν γνωρίζουμε, τουλάχιστον μέχρι τώρα, ποια πρέπει να είναι η συγκέντρωση των αντισωμάτων (ο τίτλος) ώστε το άτομο να είναι προστατευμένο.

7)   Τα υπάρχοντα τεστ δεν μπορούν να αξιολογήσουν την παρουσία εξουδετερωτικών αντισωμάτων (δηλαδή αυτών που αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό του ιού και σκοτώνουν τον ιό). Τα εξουδετερωτικά αντισώματα, όπως και σε άλλα λοιμώδη νοσήματα, σχετίζεται με την προστασία του ατόμου από μελλοντική λοίμωξη. Ο FDA δεν έχει ακόμη εγκρίνει τη χρήση τεστ ανίχνευσης ειδικών εξουδετερωτικών αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2. Τα τεστ αυτά είναι αρκετά πολύπλοκα, και περιλαμβάνουν επώαση του ορού ή του πλάσματος με τον ζωντανό ιό, ακολουθούμενη από μόλυνση και επώαση συγκεκριμένου τύπου κυττάρων. Προφανώς για να γίνουν αυτά τα τεστ απαιτούν εργαστήρια αυξημένης βιολογικής ασφάλειας.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/