Θεσσαλονικιός ερευνητής στις ΗΠΑ δοκιμάζει νέα κυτταρική θεραπεία για τη λευχαιμία

Ο Γιάννης Καλογήρου Βαλτής, που βραβεύτηκε από την Αμερικανική Εταιρεία Κλινικής Ογκολογίας, μιλάει στο iatronet.gr για την κλινική δοκιμή και τα πλεονεκτήματα της νέας CAR-T θεραπείας

Μια νέα κυτταρική θεραπεία γεννά ελπίδες για καλύτερη έκβαση ασθενών με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία που δεν ανταποκρίνονται στην θεραπεία πρώτης γραμμής. Έχοντας ιδιαίτερα εντυπωσιακά αποτελέσματα από την εφαρμογή της σε πειραματόζωα στο εργαστήριο, ξεκινά τις επόμενες μέρες η κλινική δοκιμή της θεραπείας, στο Memorial Sloan Cancer Center της Νέας Υόρκης,

O Θεσσαλονικιός γιατρός και ερευνητής Γιάννης Καλογήρου Βαλτής , που κατέθεσε τη σχετική πρόταση και θα “τρέξει” τη μελέτη, βραβεύτηκε πρόσφατα με ένα από τα φετινά βραβεία “Young Investigator Awards” της American Society of Clinical Oncology, συνοδευόμενο από χρηματικό ποσό για την χρηματοδότηση της κλινικής του δοκιμής, η οποία ξεκινά άμεσα, εντός Ιουνίου.

Ο 33χρονος επιστήμονας μιλάει στο iatronet.gr για το περιεχόμενο, τα πλεονεκτήματα και τις προοπτικές της νέας υποσχόμενης θεραπείας, εκφράζοντας την ελπίδα πως θα βοηθήσει παιδιά και ενήλικες ασθενείς με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία να έχουν καλύτερη έκβαση ή και οριστική ίαση, με μικρότερο κίνδυνο λοιμώξεων κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία

Με το ερευνητικό του ενδιαφέρον εστιασμένο στην ογκολογία και ειδικά σε αιματολογικούς καρκίνους που πλήττουν τόσο παιδιά όσο και ενήλικες, ο Γιάννης Καλογήργου Βαλτής έχει ήδη ολοκληρώσει τις ειδικότητες της Παθολογίας και της Παιδιατρικής στη Βοστώνη, ενώ σε ένα χρόνο ολοκληρώνει την υποειδικότητα της Ογκολογίας – Αιματολογίας στη Νέα Υόρκη.

Η πρότασή του αφορά την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ALL), η οποία είναι ο πιο συχνός τύπος καρκίνου στα παιδιά, ενώ σπανιότερα πλήττει και ενήλικες. Η πρώτη γραμμή αντιμετώπισης σήμερα είναι η χημειοθεραπεία, η οποία είναι πολύ δύσκολη, “βαριά” και διαρκεί 2 με 2,5 χρόνια, αλλά έχει καλά αποτελέσματα. Στα παιδιά επιτυγχάνει τελική θεραπεία σε ένα ποσοστό περίπου 80%, ενώ στους ενήλικες περίπου σε ποσοστό 50% ως 60%.

Ο Έλληνας ερευνητής βρισκόταν σε ειδικότητα όταν συμμετείχε σε ομάδα που έκανε συγκρίσεις σε μια προσπάθεια ερμηνείας των διαφορετικών αποτελεσμάτων μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. “Είχα ανακαλύψει τότε πως ένας από τους λόγους ήταν ότι οι ενήλικες συχνά δεν τελειώνουν τη θεραπεία τους. Αυτό έχει να κάνει τόσο με ιατρικούς λόγους, δηλαδή με παρενέργειες που αναπτύσσουν, όσο και με κοινωνικούς. Ένας νέος ενήλικας που έχει κάνει οικογένεια ή έχει μια καινούργια δουλειά, δεν είναι εύκολο επί 2,5 χρόνια να είναι συνεπής στα ραντεβού του με τις θεραπείες μια ή δύο φορές την εβδομάδα”, εξηγεί.

Κυτταρική θεραπεία

Στο 20% των παιδιών και το 40% με 50% των ενήλικων που δεν ανταποκρίνονται στη χημειοθεραπεία, ακολουθεί η δεύτερη γραμμή αντιμετώπισης. Μια από τις επιλογές είναι η κυτταρική θεραπεία. “Απομονώνουμε τα Τ λεμφοκύτταρα, που είναι κομμάτι του ανοσοποιητικού του ασθενούς, τα στέλνουμε στο εργαστήριο, το οποίο τα μετατρέπει σε ειδικά κύτταρα (CAR-T), τα οποία θα αναγνωρίσουν τα καρκινικά και θα επιτεθούν σε αυτά. Τα δίνουμε πίσω στον ασθενή, ελπίζοντας ότι θα σκοτώσουν τη λευχαιμία”, αναφέρει, προσθέτοντας πως η κυτταρική θεραπεία, παρά τα θετικά της αποτελέσματα, έχει δύο μειονεκτήματα:

  • Περίπου στο 70% των ασθενών, τα CAR-T cells θα επιτελέσουν την αποστολή τους, αλλά σε ένα σημαντικό ποσοστό αυτών η λευχαιμία θα βρει τρόπο να επιστρέψει τα επόμενα 1 με 2 χρόνια.
  • Το δεύτερο μειονέκτημα είναι πως η χημειοθεραπεία που χορηγείται στην αρχή, ώστε να ρίξει το ανοσοποιητικό του ασθενούς και να του επιτρέψει να δεχτεί τα ειδικά κύτταρα, αφήνει τον οργανισμό ευάλωτο σε λοιμώξεις.

Η νέα κυτταρική θεραπεία

Το καινούργιο CAR-T που προτείνει η ερευνητική ομάδα έχει ως στόχο να εξαλείψει αυτά τα δύο προβλήματα: αφενός να έχει μεγαλύτερη διάρκεια ανταπόκρισης και αφετέρου να χρησιμοποιείται χωρίς χημειοθεραπεία, προκειμένου ο ασθενής να είναι προστατευμένος από λοιμώξεις.

“Το συγκεκριμένο προϊόν κυτταρικής θεραπείας αναπτύχθηκε στο νοσοκομείο μας, το Memorial και χρησιμοποιήθηκε σε ποντίκια, με εξαιρετικά αποτελέσματα. Στα ποντίκια φαίνεται να έχει πραγματική θεραπεία και χωρίς τη χρήση χημειοθεραπείας”, αναφέρει ο κ. Βαλτής, προσθέτοντας: “Ο λόγος που δουλεύει τόσο καλά είναι ότι στα κύτταρα έχει γίνει επεξεργασία ώστε να παράγουν τεχνητά σε μεγάλες ποσότητες μια πρωτεϊνη που παράγει ο οργανισμός μας ούτως ή άλλως και βοηθάει το ανοσοποιητικό να λειτουργήσει δυνατότερα”.

Η κλινική δοκιμή θα ξεκινήσει εντός του Ιουνίου, με επικεφαλής τον καθηγητή Jae Park, έναν από τους μέντορες του Έλληνα ερευνητή.

Ο καρκίνος που κινητοποιεί

Ο Γιάννης Καλογήρου Βαλτής γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Μετά το Λύκειο, μετέβη στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε αρχικά βιολογία και στη συνέχεια Ιατρική στο Harvard, αποσπώντας διακρίσεις και στα δύο πτυχία. Αφού ολοκλήρωσε τις ειδικότητες της Παθολογίας και της Παιδιατρικής σε δύο νοσοκομεία στη Βοστώνη, έγινε δεκτός στο τριετές πρόγραμμα υποειδικότητας Ογκολογίας και Αιματολογίας στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center της Νέας Υόρκης. Έχει ήδη στο ενεργητικό του περισσότερες από 35 δημοσιεύσεις σε υψηλού κύρους διεθνή ιατρικά περιοδικά, με κύριο ερευνητικό αντικείμενο την κυτταρική θεραπεία της λευχαιμίας.

“Ένιωσα από νωρίς μια πάρα πολύ ιδιαίτερη προσέγγιση προς τον καρκίνο. Έβλεπα πως όταν ο ασθενής είχε μια διάγνωση καρκίνου, κατευθείαν οι γιατροί, οι νοσηλευτές, το προσωπικό, συγγενείς, φίλοι, όλο το περιβάλλον, έστρεφαν την προσοχή για να δουν πώς μπορούν να βοηθήσουν αυτόν τον άνθρωπο να γίνει καλύτερα”, αναφέρει και συμπληρώνει: “Ο καρκίνος έχει μια θέση ιδιαίτερη στην κοινωνία που ζούμε. Έχει έναν τρόπο έντονο να κινητοποιεί όλη την κοινότητα κι αυτό με άγγιξε, ένιωσα ότι αυτό είναι ένα πεδίο που μπορώ να βοηθήσω”.

Ο ίδιος σκοπεύει να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα, συνεχίζοντας το ερευνητικό του έργο στο συγκεκριμένο αντικείμενο. “Θέλω να συνεχίσω να κάνω κλινικές δοκιμές. Όταν υπάρχει μια νέα κυτταρική θεραπεία ένα φάρμακο με πολύ καλά αποτελέσματα στο εργαστήριο, εγώ θέλω να είμαι στη φάση που το παίρνουμε από το εργαστήριο και το φέρνουμε στους ανθρώπους”, λέει.

Στόχος και επιδίωξή του είναι μέσα στα επόμενα 10 με 20 χρόνια να καταστεί η κυτταρική θεραπεία τόσο ασφαλής και αποτελεσματική ώστε να περάσει στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/