Κορονοϊός: Τελικά πόσο ασφαλή είναι τα εμβόλια για τις έγκυες και τα μωρά

Τι έδειξε νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη

Τα εγκεκριμένα εμβόλια Covid-19 τύπου mRNA είναι άκρως αποτελεσματικά στο να παράγουν αντισώματα κατά του κορονοϊού στις γυναίκες που κυοφορούν ή θηλάζουν.

Σύμφωνα με μία νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη τα εμβόλια παρέχουν κάποια προστατευτική ανοσία και στα νεογνά μέσω του μητρικού γάλακτος και του πλακούντα.

Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νόσων (CDC) των ΗΠΑ και το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων, οι έγκυες είναι πιθανότερο να νοσήσουν σοβαρά από κορονοϊό, να χρειασθούν νοσηλεία, εισαγωγή σε ΜΕΘ και διασωλήνωση, καθώς επίσης να αντιμετωπίσουν επιπλοκές κύησης.

Γι’ αυτό, σύμφωνα με τους επιστήμονες, ιδίως εάν μία έγκυος αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στον κορονοϊό, π.χ. εάν είναι υγειονομικός, θα πρέπει να εξετάσει σοβαρά τον εμβολιασμό της.

Οι ερευνητές του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης και των πανεπιστημίων Χάρβαρντ και ΜΙΤ, μελέτησαν 131 γυναίκες τριών ομάδων (84 έγκυες, 31 που θήλαζαν και 16 μη έγκυες), που όλες είχαν κάνει και τις δύο δόσεις του εμβολίου των Pfizer/BioNTech ή Moderna. Από αυτές, οι 13 γέννησαν κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Διαπιστώθηκε ότι τα επίπεδα αντισωμάτων ήταν παρόμοια και στις τρεις ομάδες, ενώ οι παρενέργειες μετά τον εμβολιασμό (όπως ερεθισμός στο σημείο εμβολιασμού, πονοκέφαλος, κρυάδες και πυρετός) ήταν γενικά ήπιες, σπάνιες και παρεμφερείς, άσχετα με το αν οι γυναίκες ήταν έγκυες, θήλαζαν ή τίποτα από τα δύο.

Επίσης, σε όλες τις έγκυες που είχαν εμβολιαστεί βρέθηκαν αρκετά υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων σε σχέση με τις μη εμβολιασμένες που είχαν αρρωστήσει λόγω Covid-19 και είχαν αποκτήσει φυσική ανοσία.

«Έχουμε -πλέον- ξεκάθαρες ενδείξεις ότι τα εμβόλια Covid-19 μπορούν να επιφέρουν ανοσία που θα προστατεύει τα βρέφη», ανέφερε η ερευνήτρια δρ Γκάλιτ Άντλερ. Πάντως, είναι άγνωστο, προς το παρόν, σε ποιο βαθμό τα μητρικά αντισώματα προστατεύουν το μωρό και για πόσο καιρό, κάτι που θα μελετηθεί στην πορεία.

 

 

Πηγή: https://www.healthreport.gr