Λύκος: Μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη ανοίγει τον δρόμο για νέες θεραπείες

Μια ανισορροπία των Τ κυττάρων, τα οποία διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ανοσολογική απόκριση του οργανισμού, θα μπορούσε να εξηγήσει τις περισσότερες περιπτώσεις της νόσου, σύμφωνα με νέα έρευνα

Ένα βασικό μυστήριο πίσω από ένα από τα πιο κοινά αυτοάνοσα νοσήματα, τον Λύκο, μπορεί και να βρήκε λύση.

Ερευνητές από το πανεπιστήμιο Northwestern και τα νοσοκομεία Northwestern Medicine και Brigham and Women’s Hospital υποστηρίζουν ότι ανακάλυψαν μια βασική αιτία του λύκου, μίας ασθένειας που υπολογίζεται ότι επηρεάζει πάνω από πέντε εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.

Οι επιστήμονες υποψιάζονταν εδώ και καιρό ότι ο λύκος μπορεί να οφειλόταν σε γενετική ή ορμονική προδιάθεση και πως ενδέχεται να πυροδοτείτο από περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως μια ιογενής λοίμωξη ή η έκθεση σε ορισμένες χημικές ουσίες.

Τώρα, μελέτη που δημοσιεύτηκε χθες, Τετάρτη 10 Ιουλίου 2024, στο περιοδικό Natureσκιαγραφεί μία σαφή οδό για το πώς είναι πιθανό να αναπτύσσεται η ασθένεια, υποδεικνύοντας ανωμαλίες στο ανοσοποιητικό σύστημα των ατόμων με λύκο.

«Αυτό που βρήκαμε ήταν αυτή η θεμελιώδης ανισορροπία στους τύπους των Τ κυττάρων που εμφανίζουν οι ασθενείς με λύκο», ανέφερε ο Δρ Deepak Rao, από τους συγγραφείς της μελέτης και ρευματολόγος στο Brigham and Women’s Hospital της Μασαχουσέτης. Τα Τ-κύτταρα είναι λευκά αιμοσφαίρια που παίζουν βασικό ρόλο στην ανοσολογική απόκριση του σώματος.

Οι ερευνητές συνέκριναν δείγματα αίματος από 19 άτομα με λύκο με δείγματα αίματος από 19 υγιή άτομα. Η ομάδα χρησιμοποίησε πολλαπλές τεχνικές μοριακής βιολογίας για να καταλήξει στα συμπεράσματά της, συμπεριλαμβανομένης της τεχνολογίας γονιδιακής επεξεργασίας CRISPR και μιας εξειδικευμένης προσέγγισης για τον προσδιορισμό της αλληλουχίας του ριβονουκλεϊκού οξέος (RNA), το οποίο υπάρχει σε όλα τα ζωντανά κύτταρα και είναι παρόμοιο με το DNA στη δομή του.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα δείγματα αίματος από τα άτομα με λύκο έδειξαν μια διαφοροποιημένη διαδικασία του οργανισμού σε σχέση με τους περιβαλλοντικούς ρύπους, τα βακτήρια και τους μεταβολίτες (ουσίες που παράγονται από χημικές αλλαγές στο σώμα που μετατρέπουν την τροφή σε ενέργεια). Όταν οι ερευνητές πειραματίστηκαν με τα δείγματα του αίματος με στόχο να επηρεάσουν τη διαδικασία αυτή, τα κύτταρα που προκαλούν τον λύκο έδειξαν να «επαναπρογραμματίζονται» σε κύτταρα διαφορετικού τύπου τα οποία συνέβαλαν στην προστασία και στην «επιδιόρθωση» του σώματος.

Η σύγκριση έδειξε, με άλλα λόγια, ότι τα άτομα με λύκο έχουν υπερβολικά πολλά κύτταρα από έναν συγκεκριμένο τύπο Τ κυττάρων που συνδέεται με βλάβη σε υγιή κύτταρα και υπερβολικά λίγα από έναν άλλο τύπο Τ κυττάρων που σχετίζεται με την επιδιόρθωση.

Στην καρδιά αυτής της ανισορροπίας βρίσκεται μια πρωτεΐνη που ονομάζεται ιντερφερόνη, η οποία βοηθά στην άμυνα του οργανισμού έναντι των παθογόνων μικροοργανισμών. Οι επιστήμονες γνωρίζουν εδώ και πολλά χρόνια ότι τα άτομα με λύκο έχουν υπερβολικές ποσότητες ιντερφερόνης τύπου Ι — αλλά η νέα μελέτη συνδέει αυτό το ζήτημα με αρκετές αρνητικές επιπτώσεις.

Πρώτον, η υπερβολική ποσότητα ιντερφερόνης τύπου Ι μπορεί να μπλοκάρει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται υποδοχέας υδρογονάνθρακα αρυλίου, ο οποίος βοηθά στη ρύθμιση της απόκρισης του σώματος σε βακτήρια ή περιβαλλοντικούς ρύπους.

Ο αποκλεισμός αυτού του υποδοχέα εμποδίζει την παραγωγή Τ κυττάρων που μπορούν να βοηθήσουν στην επούλωση πληγών στον δερματικό φραγμό, στους πνεύμονες και στο έντερο. Διεγείρει επίσης την παραγωγή Τ κυττάρων που εμπλέκονται στη δημιουργία αυτοαντισωμάτων, τα οποία επιτίθενται στα υγιή κύτταρα και αποτελούν χαρακτηριστικό του λύκου.

«Εντοπίσαμε μια θεμελιώδη ανισορροπία στις ανοσολογικές αποκρίσεις που εμφανίζουν οι ασθενείς με λύκο και προσδιορίσαμε συγκεκριμένους μεσολαβητές που μπορούν να διορθώσουν αυτή την ανισορροπία για να μετριάσουν την παθολογική αυτοάνοση απόκριση», ανέφερε ο Deepak Rao, βοηθός καθηγητής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και ρευματολόγος στο Brigham and Women’s Hospital.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η θεωρία που ανέπτυξε η επιστημονική ομάδα θα μπορούσε να εξηγήσει τι συμβαίνει στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων λύκου.

«Νομίζω ότι αυτό θα ισχύει ουσιαστικά για όλους τους ασθενείς με λύκο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Τι είναι ο Λύκος

Ο Λύκος είναι αυτοάνοσο νόσημα, που σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που επιτίθενται στα υγιή κύτταρα και στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού, προκαλώντας φλεγμονή. Επίσημα ονομάζεται Συστηματικός Ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ).

Προσβάλλει το δέρμα και τα οστά, ενώ συχνά επηρεάζει και εσωτερικά όργανα, όπως την καρδιά, τους νεφρούς, το νευρικό σύστημα, τους πνεύμονες και τα κύτταρα του αίματος.

Ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή σε διάφορα μέρη του σώματος, αν και στους περισσότερους εκδηλώνονται μόνο ελάχιστα από τα πιθανά συμπτώματα.

Οι θεραπείες που υπάρχουν μέχρι στιγμής επηρεάζουν συνήθως σοβαρά το ανοσοποιητικό, αυξάνοντας τις πιθανότητες ο πάσχων να εμφανίσει κι άλλα προβλήματα υγείας.

«Μέχρι τώρα, όλες οι θεραπείες για τον Λύκο είχαν σχέση με την ανοσοκαταστολή», ανέφερε ο Jaehyuk Choi, αναπληρωτής καθηγητής δερματολογίας στην Ιατρική Σχολή Feinberg του Πανεπιστημίου Northwestern και δερματολόγος στο Northwestern Medicine: «Εντοπίζοντας την αιτία της πάθησης, βρήκαμε μια πιθανή θεραπεία που δεν θα έχει τις παρενέργειες των υφιστάμενων θεραπειών».

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/