Μοριακές αποδείξεις σεξουαλικής μετάδοσης του ιού Έμπολα

Μελέτες που αφορούσαν επιζώντες από προηγούμενες επιδημίες του Έμπολα (EVD)  έχουν καταδείξει τη δυνατότητα σεξουαλικής μετάδοσης λόγω της παρουσίας RNA EBOV στο σπέρμα και στις κολπικές εκκρίσεις.

Οι επιστήμονες διερεύνησαν την παρουσία του EBOV σε αυτά τα σωματικά υγρά με στην εξέταση 13 δειγμάτων (12 δείγματα σπέρματος και 1 δείγμα κολπικού εκκρίματος), το καθένα με περιορισμένη χρονική διάρκεια, σύμφωνα με μελέτηπου δημοσιεύθηκε στο The New England Journal of Medicine. Χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό γονιδιωματικών και επιδημιολογικών δεδομένων, διαπιστώθηκε ότι τουλάχιστον ένα κρούσμα EVD στην τρέχουσα επιδημία της Λιβερίας τον Μάρτιο του 2015 πιθανώς προήλθε από σεξουαλική μετάδοση μέσω κολπικής επαφής χωρίς προφυλάξεις. Παρόλο που δεν αποκλείστηκε η πιθανότητα μετάδοσης του EBOV από πηγές που δεν είχαν ληφθεί δείγματα, η ανίχνευση επαφών δεν αποκάλυψε άλλες συνδέσεις της ασθενούς με πιθανά ή επιβεβαιωμένα κρούσματα EVD. Επιπλέον, τα γονιδιώματα EBOV που συγκεντρώθηκαν από τον επιζώντα και την ασθενή σύντροφό του μοιράστηκαν τρεις αντικαταστάσεις που δεν υπήρχαν σε 796 γονιδιώματα EBOV από τη δυτική Αφρική. Συνολικά, τα δεδομένα αυτά παρέχουν στοιχεία για τη μετάδοση του EBOV από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω σεξουαλικής επαφής.

Η ανάλυση του δείγματος σπέρματος που ελήφθη από τον επιζώντα παρουσίασε πρόσθετες προκλήσεις πέραν εκείνων που αντιμετωπίστηκαν με τα δείγματα ολικού αίματος και στοματικού επιχρίσματος που ελήφθησαν από άλλους ασθενείς με EVD. Οι υψηλές τιμές στην ποσοτική δοκιμασία RT-PCR που παρατηρήθηκαν στο δείγμα σπέρματος υποδηλώνουν χαμηλό ιικό φορτίο, γεγονός που καθιστά δύσκολη την επίτευξη επαρκούς κάλυψης αλληλουχίας με αμερόληπτη ενίσχυση του RNA. Ως εκ τούτου, εφαρμόστηκε μια νέα στρατηγική. Αυτή η προσέγγιση οδήγησε σε σχεδόν πλήρη κάλυψη του γονιδιώματος του EBOV, η οποία ήταν απαραίτητη δεδομένου του χαμηλού αριθμού υποκαταστάσεων που διακρίνουν διακριτές αλυσίδες μετάδοσης στο πλαίσιο της τρέχουσας (2013-2015) επιδημίας EVD.

Η συχνότητα της παραμονής του EBOV μεταξύ των επιζώντων είναι άγνωστη και οι διαθέσιμες πληροφορίες υποδηλώνουν ότι η σεξουαλική μετάδοση αποτελεί σχετικά σπάνιο γεγονός. Παρ’ όλα αυτά, οι επίμονες λοιμώξεις, σε συνδυασμό με τη σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλάξεις, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναζωπύρωση της EVD σε κοντινές έως τυχαίες τοποθεσίες.

Συγκριμένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ιικά νουκλεϊκά οξέα στο σπέρμα ενός επιζώντος από την EVD παρέμειναν για τουλάχιστον 199 ημέρες μετά την εκτιμώμενη έναρξη της EVD (175 ημέρες μετά την απομάκρυνση από το αίμα), που είναι περισσότερο από τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την περίοδο αναμονής που ορίζει ο ΠΟΥ για να κηρυχθεί μια χώρα ελεύθερη από την EVD. Παρόλο που το δείγμα σπέρματος δεν περιείχε ανιχνεύσιμο μολυσματικό EBOV, η συναρμολόγηση ενός σχεδόν πλήρους γονιδιώματος υπέδειξε την πιθανή παρουσία μολυσματικών σωματιδίων. Επιπλέον, από τα στοιχεία της σεξουαλικής μετάδοσης μεταξύ του ασθενούς και του επιζώντος, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο μολυσματικός EBOV ήταν παρών στον επιζώντα τουλάχιστον 179 ημέρες μετά την έναρξη της νόσου (155 ημέρες μετά την απομάκρυνση από το αίμα).

Ωστόσο, οι επιστήμονες κρίνουν ότι  απαιτούνται μεγαλύτερες και πιο συστηματικές έρευνες σε επιζώντες προκειμένου να προσδιοριστεί ο επιπολασμός και ο κίνδυνος παραμονής του EBOV στο σπέρμα και σε άλλες ανοσολογικά προνομιούχες θέσεις.

 

Πηγη: https://virus.com.gr/