Πέντε φορές περισσότεροι στη δεκαετία οι Έλληνες που “γκουγκλάρουν” το πρόβλημα της υγείας τους

Όταν οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται με λάθος τρόπο ή παρερμηνεύονται, μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των χρηστών.

Ελλάδα και Κύπρος σημειώνουν τη μεγαλύτερη αύξηση στον αριθμό των ατόμων που αναζητούν στο Διαδίκτυο πληροφορίες για το πρόβλημα της υγείας τους.

Το 47% των Ελλήνων, ηλικίας 17 έως 74 ετών, κατέφυγαν πέρυσι σε “on line” δεδομένα για ασθένειες, έναντι ποσοστού μόλις 10% το 2008. Πολύ μεγαλύτερη είναι η αύξηση στην Κύπρο, όπου από σχεδόν 10% το ποσοστό εκτινάχθηκε στο 58%.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε μία ενδιαφέρουσα ανάλυση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η οποία παρατίθεται ολόκληρη πιο κάτω.

Το μέσο ποσοστό του πληθυσμού που αναζητεί διαδικτυακή πληροφόρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση των “28” είναι 51% (από 30% το 2008). Πρώτη χώρα στην κατάταξη είναι η Ολλανδία με 71% (έναντι 47% το 2008) και τελευταία η Ρουμανία με 33% (έναντι 12%).

Κατά την αναζήτηση πληροφοριών στο Διαδίκτυο, λίγο περισσότερο από το 80% των Ευρωπαίων εξετάζει πρώτα τις μηχανές αναζήτησης, το 50% ελέγχει συγκεκριμένους ειδικούς ιστότοπους, ιστολόγια και φόρουμ και μόνο το 40% χρησιμοποιεί ιστοσελίδες των επίσημων Οργανισμών Υγείας.

Πρότυπο

Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, στον 21ο αιώνα τείνει να μην ισχύει το παλαιό πρότυπο “επειδή το είπε ο γιατρός”. Οι πολίτες αναζητούν τώρα τρόπους να κατανοήσουν τις επιλογές που έχουν σε θέματα υγείας και να ελέγξουν περισσότερο τις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία τους.

Αυτό δεν είναι, όμως, ένα εύκολο έργο. Οι επαγγελματίες Υγείας εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ιατρική ορολογία, οι οδηγίες για τα φάρμακα δεν είναι πάντοτε σαφείς και οι πληροφορίες για την υγεία σε κλινικές συνθήκες εξακολουθούν να είναι περίπλοκες.

Η ευρεία πρόσβαση στις ψηφιακές τεχνολογίες αντισταθμίζει ορισμένα από αυτά τα εμπόδια, παρέχοντας νέους τρόπους βελτίωσης της γνώσης για την υγεία και υποστήριξης της αυτοεξυπηρέτησης.

Όταν, ωστόσο, οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται με λάθος τρόπο ή παρερμηνεύονται, μπορεί να επηρεάσουν εσφαλμένα τις προτιμήσεις και τη συμπεριφορά των ατόμων, να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία τους ή να θέσουν υπερβολικές απαιτήσεις στα συστήματα Υγείας.

Στη μελέτη διαπιστώνεται πως η υγειονομική παιδεία μπορεί να βοηθήσει στην καθοδήγηση της συμπεριφοράς των πολιτών προς τη σωστή κατεύθυνση. Μπορούν να γίνουν εταίροι στο παραγόμενο θεραπευτικό αποτέλεσμα, συμβάλλοντας στη βελτίωση της υγείας.

Σε 18 χώρες του ΟΟΣΑ, το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού παρουσιάζει ανεπαρκή επίπεδα ενημέρωσης σε θέματα Υγείας. Σε 12 από αυτές τις χώρες, το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 50% του πληθυσμού.

Δυσκολίες

Οι ευάλωτοι πληθυσμοί, όπως οι ηλικιωμένοι και οι λιγότερο μορφωμένοι, αντιμετωπίζουν τις περισσότερες δυσκολίες. Αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί: οι χαμηλές δεξιότητες σε θέματα υγείας συνδέονται με αύξηση στις νοσηλείες και της χρήσης επείγουσας περίθαλψης και στη μείωση της υιοθέτησης προληπτικών μέτρων.

Μελέτη που έγινε στις ΗΠΑ έδειξε πως το πρόσθετο κόστος της χαμηλής γνώσης σε θέματα Υγείας κυμαίνεται μεταξύ 3% και 5% του συνολικού κόστους της υγειονομικής περίθαλψης ανά έτος.

Ένας ασθενής που αισθάνεται πως συμμετέχει στη θεραπεία μπορεί να πει πιο εύκολα σε έναν γιατρό ότι οι οδηγίες που τού δίνει δεν είναι σαφείς. Μπορεί επίσης να συμμετάσχει πιο εύκολα σε προληπτικά μέτρα, καθώς διαθέτει τις πληροφορίες και τις γνώσεις σχετικά με την υγιεινή συμπεριφορά.

Από τη βιβλιογραφία προκύπτει πως η υγειονομική παιδεία συνδέεται θετικά με την καλύτερη εμπειρία του ασθενούς, τις βελτιωμένες πρακτικές αυτοεξυπηρέτησης και – κατά διαστήματα – με καλύτερα αποτελέσματα για την Υγεία.

Η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών χρησιμοποιεί εκστρατείες ενημέρωσης, το Διαδίκτυο και φυλλάδια για τη διάδοση και την ευαισθητοποίηση των πολιτών σε θέματα Υγείας.

Τα στοιχεία σχετικά με τον αντίκτυπο των παρεμβάσεων αυτών δεν παρέχουν σαφή εικόνα και εξαρτώνται από ορισμένες παραμέτρους.

Επιπλέον Πληροφορίες