..
Η χοληστερίνη παραμένει ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις, απασχολώντας εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.
Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας ( ESC) έρχονται να αναθεωρήσουν τον τρόπο πρόληψης και θεραπείας της, προτείνοντας πιο στοχευμένη και εξατομικευμένη αντιμετώπιση.
Αναλυτικότερα η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία παρουσίασε νέες κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπιση της χοληστερίνη δίνοντας έμφαση στη χρήση ειδικών αλγορίθμων (SCORE2 και SCORE2-OP) για τον υπολογισμό του καρδιαγγειακού κινδύνου και την προσαρμογή της θεραπείας.
Οι αλγόριθμοι αυτοί εκτιμούν την πιθανότητα εμφράγματος ή εγκεφαλικού σε βάθος δεκαετίας, όχι μόνο για τη θνησιμότητα αλλά και για τα μη θανατηφόρα επεισόδια.
Στους υπολογισμούς συνυπολογίζονται παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η πίεση και το κάπνισμα, ενώ δεν περιορίζονται μόνο στα επίπεδα χοληστερίνης.
Χοληστερίνη: Η σημασία της διατροφής
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε ομάδες πληθυσμού υψηλού κινδύνου: άτομα με HIV/AIDS, που κινδυνεύουν διπλάσια από καρδιοπάθεια, αλλά και καρκινοπαθείς που υποβάλλονται σε θεραπείες με ισχυρή καρδιοτοξικότητα, όπως οι ανθρακυκλίνες. Για τις ομάδες αυτές, η χρήση στατινών συστήνεται ακόμη και με χαμηλό εκτιμώμενο καρδιαγγειακό κίνδυνο, καθώς μειώνει σημαντικά τις επιπλοκές.
Οι οδηγίες υπενθυμίζουν, επίσης, τη σημασία της διατροφής: λιγότερα κορεσμένα λιπαρά, περισσότερα λαχανικά, φρούτα, προϊόντα ολικής αλέσεως και ψάρια. Αντίθετα, δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα συμπληρωμάτων ή βιταμινών για τη μείωση της LDL.
Πηγη: https://www.healthreport.gr/
Για τις αιφνιδιαστικές αλλαγές στην πιστοποίηση ιατρών διαμαρτύρεται η Ακαδημία Γενικής και Οικογενειακής Ιατρικής σχετικά με τη νέα νομοθεσία για τους ιατρούς που δρατηριοποιούνται στον αθλητικό χώρο. Η Ακαδημία προειδοποιεί ότι τίθεται σε κίνδυνο η άσκηση ιατρικών καθηκόντων και η εξυπηρέτηση πολιτών.
Συγκεκριμένα, η Ακαδημία Γενικής και Οικογενειακής Ιατρικής απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Υγείας και τον Αναπληρωτή Υπουργό Παιδείας, εκφράζοντας την έντονη διαμαρτυρία της για την τροποποίηση της κοινής υπουργικής απόφασης που εισάγεται με τον νέο αθλητικό νόμο. Η νέα διάταξη προβλέπει πενταετή ισχύ της πιστοποίησης και υποχρεωτική επικαιροποίηση μέσω σεμιναρίων του ΕΚΑΕ, χωρίς να προβλέπεται μεταβατική περίοδος για τους ήδη πιστοποιημένους ιατρούς.
Αδυναμία άσκησης καθηκόντων για μη καρδιολόγους
Η αιφνιδιαστική εφαρμογή της ρύθμισης αφήνει εκτός διαδικασίας πολλούς μη καρδιολόγους ιατρούς που δραστηριοποιούνται στον αθλητικό χώρο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Οι πολίτες εξωθούνται σε επίσκεψη εξειδικευμένων καρδιολόγων χωρίς ένδειξη παραπομπής, με αυξημένο κόστος για τους ίδιους και τον ΕΟΠΥΥ.
Έλλειψη εκπαιδευτικών σεμιναρίων από το ΕΚΑΕ
Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις προς τον πρόεδρο του ΕΚΑΕ, δεν έχει διοργανωθεί καμία εκπαιδευτική δραστηριότητα για την απαιτούμενη πιστοποίηση. Η διακοπή των σεμιναρίων από το 2019 και η απουσία προετοιμασίας καθιστούν αδύνατη την εφαρμογή της νέας διάταξης.
Κίνδυνος αποκλεισμού ενόψει της νέας αγωνιστικής περιόδου
Με την επανέκδοση των καρτών υγείας Αθλητή να αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου, η χρονική πίεση καθιστά ανέφικτη την επαναπιστοποίηση των ιατρών άλλων ειδικοτήτων. Η υπουργική απόφαση δημιουργεί προηγούμενο αποκλεισμού για τη φετινή και τις επόμενες χρονιές, ενώ θέτει σε κίνδυνο και θέσεις εργασίας.
Έκκληση για άμεση αναστολή της εφαρμογής
Η Ακαδημία ζητά την επείγουσα επανεξέταση της ρύθμισης και την άμεση αναστολή της εφαρμογής για τουλάχιστον τρία έτη, ώστε να δοθεί χρόνος στο ΕΚΑΕ να οργανώσει τη διαδικασία πιστοποίησης και να καλυφθούν οι ανάγκες των ήδη πιστοποιημένων ιατρών. Στόχος είναι η διαμόρφωση ενός δικαιότερου και λειτουργικού πλαισίου άσκησης του ιατρικού έργου στον αθλητικό τομέα.
Πηγη: https://virus.com.gr/
Στον απόηχο του ντόρου που προκλήθηκε από την καταγραφή υψηλών επιπέδων των συνθετικών ουσιών PFAS στα αυγά, οι ειδικοί επισημαίνουν πως οι ουσίες αυτές, τα λεγόμενα «αιώνια χημικά» δεν είναι καινούριοι «ρυπαντές» και δεν ανιχνεύονται μόνο στα αυγά. Αντιθέτως υπάρχουν εδώ και χρόνια στο περιβάλλον και την τροφική αλυσίδα, καθώς δεν βιοαποικοδομούνται και η μεγάλη ανησυχία των τελευταίων ημερών προκλήθηκε κυρίως γιατί τώρα πλέον έχουμε την τεχνολογία, που μάς επιτρέπει να τα μετράμε με ακρίβεια. Τα PFAS περιλαμβάνουν περισσότερες από 4.700 χημικές ενώσεις και είναι παρόντα παρόντα –για παράδειγμα- στο τεφλόν, ένα οργανικό πολυμερές που χρησιμοποιείται ευρέως για επικαλύψεις και η χημική του ονομασία είναι «πολυτετραφθοροαιθυλένιο».
Το τεφλόν είναι ένα οργανικό πολυμερές με πολλές εφαρμογές, το οποίο είναι χημικά αδρανές, αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες είναι ολισθηρό και άκαυστο. Το ίδιο το υλικό δεν είναι τοξικό αλλά όταν θερμαίνεται Εκλύει τοξικές. Αυτά τα συνθετικά πολυμερή υλικά συνιστούν ενδοκρινείς ορμονοδιαταρράκτες, είναι δηλαδή εξωγενείς ουσίες που η χημική δομή τους μοιάζει με εκείνη των φυσικών ορμονών του οργανισμού και μπορούν να μιμηθούν την δράση των ορμονών. Έτσι προκαλούν ορμονικές διαταραχές και μπορούν να οδηγήσουν στην εμφάνιση διαφόρων μορφών καρκίνου, κατά τον ίδιο τρόπο που τα μικροπλαστικά (με παρόμοια δράση) έχουν κατακλύσει τη ζωή μας μέσω μπουκαλιών, μπιμπερό, σκευών, φούρνων μικροκυμάτων κτλ.
Η τεχνολογία που διαθέτουμε πλέον επιτρέπει να καταγράφουμε με ακρίβεια τα επίπεδα των PFAS και των μικροπλαστικών και αυτή η γνώση θέριεψε την ανησυχία για το τι καταλήγει στον οργανισμό μας μέσω των λεγόμενων συνθετικών ρυπαντών, από την βιομηχανία, τα εντομοκτόνα, τα λιπάσματα. Αντίστοιχη κινητοποίηση στην διεθνή κοινότητα υπήρξε πριν από τουλάχιστον 2-3 δεκαετίες, όταν μάθαμε να μετράμε τις συγκεντρώσεις για τα «παραμπένια», τους φθαλικούς εστέρες και τα φθαλικά άλατα στα καλλυντικά. Αυτές οι ουσίες κάνουν τα καλλυντικά να «αφρίζουν» και τους προσδίδουν πολύτιμες ιδιότητες αναφορικά με την χρήση τους, αλλά ταυτόχρονα είναι ορμονοδιαταράκτες.
Όπως επισημαίνει η Δρ. Αργυρώ Λαγούδη, Χημικός με εξειδίκευση στην περιβαλλοντική χημεία, διευθύντρια της TerraNeutral, κάποια από τα PFAS περιλαμβάνονται στις χημικές ουσίες που έχουν εντοπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως «δυνητικά επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον» και μπορούν να προσδιοριστούν ως «ουσίες που προκαλούν πολύ μεγάλη ανησυχία» Αυτές τις συναντούμε με το ακρωνύμιο SVHC. Το διεθνές αυτό ακρωνύμιο μεταφράζεται ως «ουσίες πολύ μεγάλης ανησυχίας» που θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία ή και το περιβάλλον. Τα SVHC είναι δυνητικά καρκινογόνα, μεταλλαξιογόνα ή τοξικά για την αναπαραγωγή (CMRs) βιοσυσσωρευόμενα και τοξικά για την υγεία (PBTs) ή πολύ τοξικά και πολύ βιοσυσσωρευόμενα (vPvBs).
Η δρ. Αργυρώ Λαγούδη εξηγεί πως για τα πιο «ύποπτα» PFAs, όπως είναι τα PFOS, PFOA, και PFHxS προβλέπεται η απαγόρευση στην παρασκευή, διάθεση στην αγορά και η χρήση ουσιών τους είτε σε αυτούσια μορφή ή σε μείγματα ή σε αντικείμενα με βάση τον Κανονισμό «REACH» και τον Κανονισμό για τους «έμμονους οργανικούς ρύπους» (POPs) με στόχο την εξάλειψη ή ελαχιστοποίηση της εμφάνισης των ενώσεων αυτών στο περιβάλλον. Σημειώνεται πως τα PFAS έχουν ονόματα «σιδηρόδρομους» και τα πιο διαδεδομένα για τα οποία γίνονται μετρήσεις έχουν τις εξής ονομασίες στα ελληνικά: Το PFOS είναι το σουλφονικό υπερφθοριοκτάνιο. Το PFOA είναι το υπερφθοροοκτανοϊκό οξύ και το PFHxS είναι το υπερφθοροεξανοσουλφονικό οξύ.
Τα τελευταία χρόνια, οι «αιώνιοι ρυπαντές» έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα την Ευρώπη και το 2023, το «Σχέδιο για την Αιώνια Ρύπανση» (Forever Pollution Project) έδειξε ότι 23.000 εστίες στη Γηραιά Ήπειρο είναι μολυσμένα με τα αιώνια χημικά PFAS. Η έρευνα έδειξε επίσης άλλες 21.500 πιθανές μολυσμένες εστίες, με τα PFAs να εξαπλώνονται σε όλη την Ευρώπη.
Το ίδιο έτος ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ΕΟΧΠ), γνωστός και με την ακρωνυμία ECHA δημοσίευσε την πρόταση του για την απαγόρευση όλων των PFAs (πολυφθοριοαλκυλικές ενώσεις). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ECHA) είναι η βασική ρυθμιστική αρχή για την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ για τα χημικά προϊόντα, με στόχο την προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, αλλά και την προώθηση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας. Τότε επικαιροποιήθηκε και ο Ευρωπαϊκός Χάρτης για τους Ρυπαντές PFAS, που δημιουργήθηκε με πρότυπο τον αντίστοιχο αμερικανικό χάρτη. Το σχετικό ευρωπαϊκό σχέδιο έδειξε ότι 20 βιομηχανίες και περισσότερες από 2.100 εστίες στην Ευρώπη θεωρούνται hotspots για τα PFAS. Αυτό σημαίνει πως εκεί η συγκέντρωση των ρυπαντών είναι τόσο υψηλή που θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνη για την υγεία των εκτιθέμενων ανθρώπων.
Το βασικό πρόβλημα με τα PFAS είναι πως η απομάκρυνση τους από το περιβάλλον αποτελεί εξαιρετικά κοστοβόρο εγχείρημα. Το κόστος εκτιμάται σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ και σε αρκετές χώρες, οι Ανεξάρτητες Ρυθμιστικές Αρχές, έχουν παραιτηθεί κάθε προσπάθειας καθαρισμού του εδάφους από τα PFAs, καθώς «τα λεφτά είναι πάρα πολλά».
Την ίδια ώρα σε κάθε νοικοκυριό, στην κουζίνα, υπάρχουν πολλά προϊόντα με PFAS όπως σφουγγαράκια και σκεύη μαγειρικής. Οτιδήποτε είναι αδιάβροχο, δεν κολλάει και δεν λεκιάζει είναι επικαλυμμένο με τέτοιου είδους χημικές ενώσεις. Επειδή αυτές οι ουσίες δεν διασπώνται και μεταφέρονται με μεγάλη ευκολία, ανιχνεύονται στο έδαφος, το νερό, τη βροχή, τα υδρόβια όντα, μεταξύ των οποίων και τα ψάρια (μεγάλη πηγή αποτελεί ο μπακαλιάρος), τα αυγά και τον ανθρώπινο οργανισμό. Κυρίως ενοχοποιούνται για υπογονιμότητα και εμφάνιση καρκίνων ενώ έχει υπολογιστεί ότι μόνο από τα PFAS, τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας στο σύνολο τους επιβαρύνονται με ένα δυσθεώρητο κόστος που κυμαίνεται από 52 έως 84 δισεκατομμύρια ευρώ. Στο μεταξύ, όλοι οι ειδήμονες που ερωτήθηκαν συμφωνούν πως τα ανώτατα επιτρεπτά όρια που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, για τον περιορισμό των PFAS για το 2026 είναι υπερβολικά υψηλά για προστατέψουν την δημόσια υγεία. Οι 23.000 επιβεβαιωμένες εστίες μόλυνσης και οι 21.500 πιθανές εστίες μόλυνσης είναι καταγεγραμμένες στο site lemde.fr/PFASmap και στη σελίδα Dataset and Maps.
Ο Ευρωπαϊκός χάρτης για την αιώνια ρύπανση αποτελεί μια συντονισμένη προσπάθεια που ξεκίνησε από την Γαλλία και την ιστορική εφημερίδα Le Monde. Στην προσπάθεια αφύπνισης της κοινής γνώμης και ευαισθητοποίησης των πολιτών γι αυτούς τους επικίνδυνους ρυπαντές πρωτοστατεί άλλωστε η γαλλική μη κυβερνητική οργάνωση «Générations futures». Η οργάνωση αυτή συστάθηκε το 1996 και έκτοτε μάχεται για τον περιορισμό της χρήσης συνθετικών εντομοκτόνων και χημικών μολυντών στην αγροτική παραγωγή, προάγοντας την βιώσιμη πτηνοτροφία κτηνοτροφία και γεωργία.
Οι ουσίες που δεν βιοαποικοδομούνται όπως τα PFAS και τα μικροπλαστικά έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Όπως εξηγεί η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, καθηγήτρια επιδημιολογίας και προληπτικής Ιατρικής στη Θεραπευτική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, οι συνθετικές χημικές ενώσεις, όπως είναι τα φυτοφάρμακα, τα βιομηχανικά πρόσθετα και οι πλαστικοποιητές (σε αυτή την κατηγορία ανήκουν πολλά PFAS), συσσωρεύονται στην τροφική αλυσίδα και φτάνουν τελικά στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της διατροφής.
«Η έκθεση σε μικροπλαστικά μπορεί να επιφέρει καταστάσεις όπως φλεγμονή, οξειδωτικό στρες, ενδοκρινικές διαταραχές, γαστρεντερικές δυσλειτουργίες, νευροτοξικότητα και ακόμη βλάβες στο ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ η πρόοδος στις αναλυτικές τεχνικές μάς δίνει τη δυνατότητα να ανιχνεύουμε και να μετρούμε με ακρίβεια ακόμα και πολύ μικρές συγκεντρώσεις τέτοιων ουσιών στα τρόφιμα και στους ιστούς.
Τα μικροπλαστικά, ιδιαίτερα όταν εισπνέονται με τον αέρα, συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονα και του παχέος εντέρου λόγω χρόνιων φλεγμονών» επισημαίνει η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου.
Η ειδικός προσθέτει πως σε εργαστηριακά και ζωικά μοντέλα, νανοπλαστικά και χημικές προσμίξεις τους φαίνεται ότι επιταχύνουν την ανάπτυξη όγκων των ωοθηκών, του μαστού και του προστάτη, διαταράσσοντας την γονιδιακή έκφραση και την ακεραιότητα του DNA. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν οξειδωτικό στρες, εξασθένηση του DNA, φλεγμονή και ορμονική διατάραξη μέσω ουσιών όπως το BPA και οι φθαλικές ενώσεις.
Παρόλα αυτά, όπως σημειώνει το «MD Anderson Cancer Center» (Κέντρο Αντιμετώπισης του Καρκίνου στο Χιούστον του Τέξας) σε άρθρο, που δημοσίευσε τον Ιούλιο του 2025, δεν υπάρχει ακόμα αποδεδειγμένος άμεσος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ μικροπλαστικών και ανάπτυξης καρκίνου στους ανθρώπους. Ωστόσο, πλήθος ερευνητικών δεδομένων συνδέει την παρατεταμένη έκθεση σε ορισμένες από αυτές τις ενώσεις με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις τους στην υγεία.
Πηγη: https://www.insider.gr/
Πρώην διευθυντικά στελέχη των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), της κυριότερης υπηρεσίας δημόσιας υγείας των ΗΠΑ, εξέφρασαν σήμερα την ανησυχία τους για την «καταστροφή» της πολιτικής δημόσιας υγείας, ιδίως όσον αφορά τους εμβολιασμούς, από την κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορώντας την για πολιτικοποίηση και «ιδεολογικοποίηση» της επιστήμης.
Ο Αμερικανός υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, σκεπτικιστής απέναντι στα εμβόλια, βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με τα CDC, τον οργανισμό υγείας που βρίσκεται υπό την εποπτεία του, από τότε που το υπουργείο ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα την απόλυση της διευθύντριας Σούζαν Μονάρεζ, που δεν συμπλήρωσε ούτε μήνα στη θέση της επικεφαλής των CDC.
Έπειτα από την εξέλιξη αυτή, ο επικεφαλής πολιτικής εμβολιασμών των CDC και καταπολέμησης αναπνευστικών ασθενειών – όπως η Covid-19 – Δημήτρης Δασκαλάκης παραιτήθηκε επίσης, μαζί με πολλούς άλλους ανώτερους αξιωματούχους.
«Είχα ανησυχίες εδώ και μήνες», δήλωσε ο Δρ Δασκαλάκης μιλώντας στο ABC News.
Αλλά «ποτέ δεν φανταζόμουν ότι (…) το τείχος προστασίας μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας θα κατέρρεε πλήρως», τόνισε ο διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Ανοσοποίησης και Αναπνευστικών Νόσων (NCIRD).
Σύμφωνα με τους δικηγόρους της Μονάρεζ, η πρώην επικεφαλής των CDC είχε αρνηθεί «να εγκρίνει αντιεπιστημονικές και επικίνδυνες ντιρεκτίβες» που ζητούσε ο υπουργός Κένεντι, γνωστός για την αντιεμβολιαστική του στάση.
Στη θέση αυτού του επαγγελματία επιστήμονα, ο Λευκός Οίκος θα διορίσει τον Τζιμ Ο’Νιλ, δεξί χέρι του Κένεντι και πρώην χρηματοδότη τεχνολογίας, ως προσωρινό διευθυντή των CDC, ανέφερε η Washington Post.
«Το γεγονός ότι δεν έχουμε έναν κορυφαίο επιστήμονα στο τιμόνι των CDC σημαίνει ότι δεν θα μπορέσουμε να διαπραγματευτούμε με το υπουργείο Υγείας για να εφαρμόσουμε πραγματικά μια καλή πολιτική δημόσιας υγείας», είπε ο Δασκαλάκης.
Το χειρότερο, για τον Τομ Φρίντεν, ο οποίος ηγήθηκε των CDC από το 2009 έως το 2017 υπό τους δύο προεδρίες του Μπαράκ Ομπάμα, «η δημόσια υγεία δέχεται επίθεση».
«Αυτό που βλέπουμε είναι πρωτοφανές. Ποτέ δεν έχει απολυθεί διευθυντής των CDC», δήλωσε στο CNN σχετικά με την Μονάρεζ, η οποία είχε διοριστεί πριν από λίγες εβδομάδες από τον ίδιο τον Κένεντι.
Σύμφωνα με τον Φρίντεν, «δεν είναι πλέον δυνατό να έχουμε εμπιστοσύνη σε οτιδήποτε προέρχεται από το υπουργείο Υγείας ή τα CDC».
Κατήγγειλε επίσης «την εκτεταμένη ζημιά» που έχει προκληθεί στον «έλεγχο της κατανάλωσης καπνού, στις προόδους για την ποιότητα του νερού βρύσης» και «στην διάλυση υποδομών εμβολιασμού».
«Καταστρέφουν την προστασία της υγείας μας. Είμαστε λιγότερο προστατευμένοι», κατέληξε ο γιατρός.
Πηγή: ΑΠΕ
Πηγη: https://www.news4health.gr/
Η Ελλάδα διακρίνεται διεθνώς στην επιστημονική έρευνα, όμως η πραγματικότητα για τους ερευνητές παραμένει δύσκολη. Μικρή εθνική χρηματοδότηση, μεγάλη γραφειοκρατία και περιορισμένες ευκαιρίες καριέρας ωθούν πολλούς νέους επιστήμονες στο εξωτερικό, τροφοδοτώντας το κύμα «φυγής μυαλών» (brain drain). Παράλληλα, τα ερευνητικά κέντρα της χώρας πετυχαίνουν υψηλές απορροφήσεις ευρωπαϊκών κονδυλίων, δείχνοντας ότι υπάρχει δυναμικό.
Τρεις ερευνητές ελληνικών ιδρυμάτων μιλούν στο ygeiamou.gr για τις προκλήσεις της έρευνας σήμερα στη χώρα μας και θέτουν επί τάπητος τα εμπόδια αλλά και τις λύσεις.
Η ελληνική ερευνητική κοινότητα και η θέση της Ελλάδας σε ερευνητικές χρηματοδοτήσεις
Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών έχει προτείνει: i) τη χάραξη και χρηματοδότηση Εθνικής Ερευνητικής Πολιτικής, ii) την εγκαθίδρυση Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας & Τεχνολογίας και την εποπτεία της Έρευνας & Τεχνολογίας στον «φυσικό» τους χώρο, το Υπουργείο Παιδείας, ή σε ένα νέο Υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, iii) την άρση του κατακερματισμού του δημόσιου ερευνητικού ιστού και των δημόσιων πόρων, iv) τη θεσμική ενίσχυση και χρηματοδότηση του ΕΛΙΔΕΚ, v) την εξαίρεση της Έρευνας από το δημόσιο λογιστικό και την εγκαθίδρυση ευέλικτου πλαισίου κονδυλίων έρευνας χωρίς γραφειοκρατία, vi) την προκήρυξη νέων θέσεων ερευνητών/τριών και vii) τη χρηματοδότηση μεγάλων εθνικών ερευνητικών υποδομών.
Ο ρόλος του ΕΛΙΔΕΚ
Η ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) ως φορέα χρηματοδότησης βασικής έρευνας χωρίς θεματικούς ή γεωγραφικούς αποκλεισμούς δημιούργησε θετικές προοπτικές. Η αποτίμηση του ρόλου του παραμένει θετική, αν και αντιμετώπισε προβλήματα γραφειοκρατίας, καθυστερήσεων στις αξιολογήσεις και ασυνεχούς χρηματοδότησης. Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών υποστηρίζει τη μετεξέλιξή του σε Εθνικό Ίδρυμα Χρηματοδότησης της Έρευνας και Καινοτομίας, στο πλαίσιο νέας διακυβέρνησης όπου θα συνυπάρχουν το ΕΣΕΤΕΚ ως γνωμοδοτικό όργανο του Πρωθυπουργού για την Εθνική Ερευνητική Πολιτική και ένα νέο Υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης & Έρευνας.
Χρήστος Δελιδάκης, Καθηγητής Τμήματος Βιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεργαζόμενος ερευνητής Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, ITE
Tα εμπόδια και η ανάγκη για έναν ενιαίο Οργανισμό Έρευνας
Το κύριο θεσμικό εμπόδιο είναι η έλλειψη συνέπειας στην στήριξη της έρευνας και η άρνηση της αναγνώρισης της έρευνας ως απαραίτητης συνιστώσας στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Το μεγαλύτερο πρακτικό εμπόδιο είναι η γραφειοκρατία που καθυστερεί την κίνηση των ελάχιστων χρημάτων που διατίθενται. Οι ερευνητικές δραστηριότητες πρέπει να αποσυνδεθούν από τις διαδικασίες του Δημόσιου Λογιστικού. Ένας Ενιαίος Οργανισμός Έρευνας, ακόμα και αν έχει μικρό προϋπολογισμό, θα παρέχει συνεπείς χρηματοδοτήσεις , δηλαδή τουλάχιστον μια προκήρυξη ανά έτος. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η στελέχωσή του από επιστήμονες και η επιλογή των προτάσεων προς χρηματοδότηση με βάση την επιστημονική αριστεία και μόνο.
Από το 1992 που επέστρεψα στην Ελλάδα, η περίοδος 1992–2009 ήταν η καλύτερη για την έρευνα. Αν και οι εθνικές χρηματοδοτήσεις έρευνας ήταν ανοργάνωτες και σποραδικές, υπήρχαν αρκετά κονδύλια προς τα ερευνητικά ιδρύματα που δίνονταν στους ερευνητές και έτσι μας επέτρεπαν να διατηρούμε καλό επίπεδο ακόμη και όταν δεν υπήρχαν εθνικές χρηματοδοτήσεις. Καθοριστικός ήταν και ο παράγοντας του ανθρωπίνου δυναμικού, αφού πολλοί άριστοι πτυχιούχοι έμεναν για διδακτορικό στην Ελλάδα. Μετά το 2010, όμως, το brain drain εκτοξεύτηκε.
Θα ήθελα να ακούω από νέους επιστήμονες ότι επιθυμούν να παραμείνουν στην Ελλάδα ως ερευνητές. Θα ενεθάρρυνα όποιον σκέφτεται να μείνει, γιατί χρειαζόμαστε δραστήριους και ποιοτικούς νέους επιστήμονες. Φυσικά, θα επεσήμαινα ότι οι συνθήκες στην έρευνα σήμερα είναι ιδιαίτερα αντίξοες και ότι αυτό αυξάνει τον ανταγωνισμό για τις λιγοστές θέσεις στον ακαδημαϊκό/ ερευνητικό χώρο. Θα προσπαθούσα να κρατήσω αισιόδοξη στάση ότι τα θεσμικά και πρακτικά προβλήματα θα επιλυθούν στο όχι πολύ μακρινό μέλλον.
Χρήστος Ουζούνης, Καθηγητής Τμήματος Πληροφορικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης & Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης
Η επιστροφή στην Ελλάδα και ο απολογισμός
Η κρίση, η οποία ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας 2000 στις ΗΠΑ και μετακινήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία και μετά στην Ευρωζώνη ήταν ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Αποφάσισα τότε να επιστρέψω για να υποστηρίξω τη χώρα μου. Κρίνοντας εκ των υστέρων, αυτή η επιστροφή μάλλον δεν ανταπέδωσε. Πίστεψα ότι τα πράγματα θα βελτιώνονταν στην πορεία, αλλά αυτό δεν συνέβη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην επιστημονική έρευνα.
Ως πρώην διευθυντής του ΕΚΕΤΑ, θεωρώ ότι είναι δύσκολη η προσέλκυση νέων επιστημόνων για να δημιουργήσουν τη δική τους ομάδα στα ερευνητικά κέντρα ή στα Πανεπιστήμια. Είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να προσελκύσουμε νέους, ταλαντούχους και ικανούς επιστήμονες διότι δεν υπάρχει πραγματική οδός εξέλιξης της καριέρας τους (career track) στην Ελλάδα. Επίσης, λείπουν οι ανάλογες χρηματοδοτήσεις που υπάρχουν σε άλλες χώρες της ΕΕ, οι μακροπρόθεσμες στρατηγικές και η αξιοκρατία. Μερικοί από τους καλυτέρους που έχουν δουλέψει μαζί μου έχουν ήδη αναχωρήσει στο εξωτερικό για μια καλύτερη ερευνητική καριέρα.
Η Βιοπληροφορική και η θέση της Ελλάδας
H Βιοπληροφορική είναι πεδίο σύγκλισης επιστημών και τεχνολογιών, όπου ο αναπτυγμένος κόσμος έχει επενδύσει με εξαιρετικά αποτελέσματα. Όπως δείξαμε σε μελέτες μας (Anastasia Chasapi et al., The bioinformatics wealth of nations, Bioinformatics, May 2020 και Anastaslia Chasapi et al., Establishment of computational biology in Greece and Cyprus: Past, present, and future. PLoS Computational Biology 2019), η Ελλάδα έχει δυναμική και αξιοπρεπή διεθνή παρουσία, συγκρίσιμη με την Πορτογαλία ή τη Ν. Αφρική, αλλά κατώτερη από το Ισραήλ ή το Βέλγιο. Ένας εθνικός φορέας θα μπορούσε να ενισχύσει τον τομέα με στοχευμένες και αξιοκρατικές χρηματοδοτήσεις· φοβάμαι όμως ότι αυτό δύσκολα θα συμβεί.
Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/
Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Σεξουαλικής Υγείας, διοργανώνει παρεμβάσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με τη λειτουργία και τις παρεχόμενες υπηρεσίες των Γραφείων Σεξουαλικής Υγείας, από 1 έως και 5 Σεπτεμβρίου.
Αναλυτικότερα, ένα απλό τεστ λήψης επιχρίσματος από το εσωτερικό του μάγουλου με βαμβακοφόρο στυλεό μπορεί να αποκαλύψει εγκαίρως μια σπάνια αλλά επικίνδυνη καρδιοπάθεια σε παιδιά, ακόμη και πέντε χρόνια πριν από τη συνηθισμένη διάγνωση, σύμφωνα με νέα έρευνα που παρουσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Καρδιολογίας στη Μαδρίτη.
Η αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια (ACM), κυρίως κληρονομικής αιτιολογίας, ευθύνεται για περισσότερους από το 10% των αιφνίδιων καρδιακών θανάτων σε παιδιά. Προκαλείται από ανωμαλίες στις πρωτεΐνες που συνδέουν τα καρδιακά κύτταρα, με αποτέλεσμα αλλοιώσεις στη δομή και τη λειτουργία της καρδιάς. Συχνά εκδηλώνεται ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι ίδιες πρωτεϊνικές ανωμαλίες εμφανίζονται και στα κύτταρα του βλεννογόνου του στόματος. Αυτό τους οδήγησε στην ανάπτυξη ενός τεστ διάρκειας δύο λεπτών, το οποίο ανιχνεύει την πάθηση πολύ πριν από άλλες εξετάσεις.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 51 παιδιά ηλικίας από τριών μηνών έως 18 ετών με γνωστό γενετικό κίνδυνο για ACM, τα οποία υποβάλλονταν σε επαναλαμβανόμενα τεστ σάλιου κάθε τρεις έως έξι μήνες για επτά χρόνια. Από αυτά, τα δέκα ανέπτυξαν την πάθηση και στα οκτώ οι πρώτες ενδείξεις εντοπίστηκαν μέσω του τεστ σάλιου. Παράλληλα, ελέγχθηκε και δεύτερη ομάδα 21 παιδιών χωρίς γνωστό κίνδυνο. Στα πέντε βρέθηκαν επίσης ανωμαλίες.
Η διάγνωση επιβεβαιώθηκε με απεικονιστικές και άλλες ιατρικές εξετάσεις. Οι ερευνητές προτείνουν το τεστ ως συμπληρωματικό εργαλείο έγκαιρης ανίχνευσης. «Υπάρχει μεγάλη ανάγκη για μια γρήγορη και απλή εξέταση που να σημαίνει συναγερμό για ύποπτη ACM, ώστε να ακολουθήσουν οι νοσοκομειακοί έλεγχοι», δήλωσε η δρ Τζοάνα Γιάγκερ από το Πανεπιστήμιο St George’s του Λονδίνου.
Η νόσος αφορά περίπου έναν στους 10.000 ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, λιποθυμία, δύσπνοια, αρρυθμίες και οιδήματα στην κοιλιά ή στα άκρα.
Οι επιστήμονες εργάζονται ήδη στην ανάπτυξη κιτ που θα επιτρέπουν τη λήψη δείγματος στο σπίτι και την αποστολή του για ανάλυση. «Το τεστ μας δίνει ένα παράθυρο στα μικροσκοπικά μεταβολικά σημάδια που συμβαίνουν στην καρδιά, χωρίς καμία επικινδυνότητα για το παιδί», τόνισε η δρ Αγγελική Ασημάκη, ερευνήτρια στο ίδιο πανεπιστήμιο. «Θα μπορούσε να σώσει ζωές, ενώ οι ασθενείς προτιμούν σαφώς αυτήν τη διαδικασία από εξετάσεις αίματος».
Η Βρετανική Καρδιολογική Εταιρεία, που χρηματοδότησε την έρευνα, εκτιμά ότι η νέα εξέταση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό «όπλο».
«Η αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια μπορεί να εμφανιστεί χωρίς καμία προειδοποίηση, με κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου σε παιδιά», δήλωσε η δρ Σόνια Μπάμπου-Ναραγιάν. «Ένα απλό, ανώδυνο τεστ σάλιου μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα τα παιδιά που χρειάζονται αυξημένη φροντίδα ή να καθησυχάσει οικογένειες με φυσιολογικά αποτελέσματα».
Πηγη:https://www.iatropedia.gr/
Για δεκαετίες, εκατομμύρια άνθρωποι ενημερώνονται ότι πρέπει να παίρνουν ασπιρίνη για να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρού καρδιαγγειακού επεισοδίου. Μια ημερήσια χαμηλή δόση ασπιρίνης κάνει το αίμα λιγότερο κολλώδες και βοηθά στην πρόληψη καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων.
Μία νέα μελέτη όμως, που παρουσιάστηκε στο μεγαλύτερο συνέδριο καρδιάς στον κόσμο, διαπίστωσε ότι η κλοπιδογρέλη, ένα συχνά συνταγογραφούμενο αραιωτικό αίματος, είναι πιο αποτελεσματική – και χωρίς επιπλέον κίνδυνο.
Η εκπληκτική ανακάλυψη αποκαλύφθηκε στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας στη Μαδρίτη, με τα δεδομένα πίσω από τα ευρήματα να δημοσιεύονται ταυτόχρονα στο ιατρικό περιοδικό Lancet.
Η ολοκληρωμένη ανάλυσή τους για σχεδόν 29.000 ασθενείς με στεφανιαία νόσο διαπίστωσε ότι η κλοπιδογρέλη ήταν καλύτερη από την ασπιρίνη στην πρόληψη σοβαρών καρδιακών επεισοδίων και εγκεφαλικού επεισοδίου, χωρίς να αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας.
Η στεφανιαία νόσος είναι η πιο κοινή μορφή καρδιακής νόσου και από τις κύριες αιτίες θανάτου και αναπηρίας παγκοσμίως. Περισσότεροι από 300 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με στεφανιαία νόσο, συμπεριλαμβανομένων 2,3 εκατομμυρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Εμφανίζεται όταν οι αρτηρίες στην καρδιά στενεύουν από τη συσσώρευση αθηρώματος, ενός λιπαρού υλικού μέσα στα τοιχώματά τους. Ο πόνος ή η δυσφορία που αισθάνεται κανείς από μια τέτοια στένωση ονομάζεται στηθάγχη και εάν συμβεί απόφραξη, μπορεί να προκαλέσει καρδιακή προσβολή.
Τα ευρήματα αμφισβητούν τη μακροχρόνια σύσταση της ασπιρίνης ως προεπιλεγμένης θεραπείας για την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων σε εκατοντάδες εκατομμύρια ασθενείς με στεφανιαία νόσο.
Η στεφανιαία νόσος συχνά απαιτεί δια βίου θεραπεία για την πρόληψη καρδιακών προσβολών, εγκεφαλικών επεισοδίων και καρδιαγγειακού θανάτου. Η ασπιρίνη παραδοσιακά συνταγογραφείται επ’ αόριστον για ασθενείς με την πάθηση.
Ωστόσο, τα στοιχεία που υποστηρίζουν τα μακροπρόθεσμα οφέλη και την ασφάλεια της ασπιρίνης είναι περιορισμένα. Η νέα ανάλυση επτά κλινικών δοκιμών διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που λάμβαναν κλοπιδογρέλη είχαν 14% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών ή εγκεφαλοαγγειακών επεισοδίων – συμπεριλαμβανομένης καρδιακής προσβολής, εγκεφαλικού επεισοδίου ή καρδιαγγειακού θανάτου – σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν ασπιρίνη.
Είναι σημαντικό ότι τα ποσοστά σοβαρών αιμορραγικών προβλημάτων στους ασθενείς ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο φαρμάκων, διαλύοντας τις ανησυχίες ότι η κλοπιδογρέλη μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερες αιμορραγικές επιπλοκές.
Γράφοντας στο Lancet, η ομάδα μελέτης ανέφερε: «Αυτή η ολοκληρωμένη σύνθεση των διαθέσιμων στοιχείων δείχνει ότι, σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, η μακροχρόνια μονοθεραπεία με κλοπιδογρέλη προσφέρει ανώτερη προστασία έναντι σοβαρών καρδιαγγειακών και εγκεφαλοαγγειακών επεισοδίων σε σύγκριση με την ασπιρίνη, χωρίς υπερβολικό κίνδυνο αιμορραγίας.
«Η ανώτερη αποτελεσματικότητα της κλοπιδογρέλης έναντι της ασπιρίνης ήταν συνεπής σε πολλαπλές βασικές υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων ατόμων με κλινικά χαρακτηριστικά που προβλέπουν κακή ανταπόκριση στην κλοπιδογρέλη, υποστηρίζοντας τη γενίκευση αυτών των ευρημάτων στο ευρύ φάσμα ασθενών με στεφανιαία νόσο.
«Αυτά τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την προτίμηση για την κλοπιδογρέλη έναντι της ασπιρίνης για χρόνια μονοθεραπεία με αντιαιμοπεταλιακά για ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο. Η ευρεία διαθεσιμότητα, η γενική σύνθεση και η οικονομική προσιτότητα της κλοπιδογρέλης υποστηρίζουν περαιτέρω τις δυνατότητες εκτεταμένης υιοθέτησής της στην κλινική πράξη.»
Η ανάλυση βασίστηκε σε ποικίλες ομάδες ασθενών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν υποβληθεί σε επεμβάσεις όπως η τοποθέτηση στεντ ή είχαν βιώσει οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, και εξέτασε διάφορες υποομάδες για να διασφαλίσει ότι τα ευρήματα εφαρμόζονται ευρέως.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και ασθενείς που μπορεί να ανταποκρίνονται λιγότερο καλά στην κλοπιδογρέλη ως αποτέλεσμα γενετικών ή κλινικών παραγόντων, ωφελήθηκαν από τη χρήση της έναντι της ασπιρίνης. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η κλοπιδογρέλη θα πρέπει να θεωρείται η προτιμώμενη μακροχρόνια αντιαιμοπεταλιακή φαρμακευτική αγωγή για ασθενείς με στεφανιαία νόσο.
Επειδή και τα δύο φάρμακα είναι ευρέως διαθέσιμα, τα ευρήματα έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις κλινικές οδηγίες παγκοσμίως και να βελτιώσουν τα αποτελέσματα των ασθενών. Θα χρειαστεί περαιτέρω έρευνα σχετικά με την οικονομική αποδοτικότητα της κλοπιδογρέλης, καθώς και ευρύτερες μελέτες πληθυσμού, για να υποστηριχθούν οι αλλαγές στα πρότυπα θεραπείας.
Ο καθηγητής Μπράιαν Γουίλιαμς, επικεφαλής επιστημονικός και ιατρικός υπεύθυνος στο Βρετανικό Ίδρυμα Καρδιάς, δήλωσε: «Η ασπιρίνη είναι ένα φάρμακο που συνταγογραφείται συχνά για την πρόληψη επαναλαμβανόμενων καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων. Αυτή η έρευνα υποδηλώνει ότι η κλοπιδογρέλη, μια εναλλακτική λύση στην ασπιρίνη, μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική στην πρόληψη επαναλαμβανόμενων καρδιακών προσβολών ή εγκεφαλικών επεισοδίων».
«Είναι σημαντικό ότι αυτά τα οφέλη δεν συνοδεύονται από μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας. Αυτά τα ευρήματα είναι πιθανό να επηρεάσουν τα φάρμακα που συνταγογραφούν οι γιατροί στους ασθενείς τους για να μειώσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιακών προβλημάτων», πρόσθεσε.
Πηγη: https://www.iatropedia.gr/