Εκπαίδευση και στέρηση διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στις ανισότητες στον καρκίνο

Τι δείχνουν οι τελευταίες εκτιμήσεις του IARC

Σημαντική ανησυχία για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως και στην Ευρώπη αποτελούν οι ανισότητες στον καρκίνο. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Δρ. Μαρία Καπαρέλου και η Παναγιώτα Ζαχαράκη συνοψίζουν τα σημαντικότερα σημεία δημοσιεύματος στο Lancet Public Health, που περιλαμβάνουν και τις τελευταίες εκτιμήσεις του IARC (Διεθνούς Φορέα για την Έρευνα για τον Καρκίνο). Τα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο διαφέρουν κατά περισσότερο από 30% μεταξύ περιοχών στη Ρουμανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Πολωνία ή την Ισπανία. Ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες αντιμετωπίζουν διαφορές στη θνησιμότητα από καρκίνο ανάλογα με την ηλικία και το φύλο, αλλά και το επίπεδο εκπαίδευσης (1,7–2,6 φορές υψηλότερος κίνδυνος θνησιμότητας από καρκίνο του πνεύμονα σε άτομα με χαμηλότερο σε σύγκριση με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης) και το επίπεδο στέρησης (πάνω κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερες πιθανότητες επιβίωσης από καρκίνο μεταξύ των λιγότερο στερημένων ομάδων σε σύγκριση με τις πιο στερημένες ομάδες). Σε μια δημοσιευμένη έκθεση περιγράφεται λεπτομερώς πώς αυτές οι ανισότητες που σχετίζονται με την εκπαίδευση και τη στέρηση επηρεάζουν την επιβίωση από τον καρκίνο. Πρώτον, περισσότερο από το 40% της επιβάρυνσης του καρκίνου που παρατηρείται στην Ευρώπη μπορεί να αποδοθεί σε παράγοντες κινδύνου που μπορούν να προληφθούν—οι οποίοι είναι πιο διαδεδομένοι σε άτομα που στερούνται και σε άτομα με λιγότερα χρόνια εκπαίδευσης. Παράγοντες κινδύνου όπως το κάπνισμα, το υπερβολικό βάρος και η παχυσαρκία, η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και η χαμηλή σωματική δραστηριότητα είναι πιο διαδεδομένοι σε άτομα που δεν έχουν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε σύγκριση με άτομα που έχουν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο υψηλότερος επιπολασμός παραγόντων κινδύνου που σχετίζονται με τον καρκίνο επηρεάζει επίσης δυσανάλογα τους πιο ευάλωτους, όπως τα άτομα που βιώνουν έλλειψη στέγης, όπως αναφέρθηκε πρόσφατα στο The Lancet Public Health, με τη χρήση καπνού για παράδειγμα να κυμαίνεται από 26% έως 73%.

Παρά τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου βάσει πληθυσμού που εφαρμόζονται στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, η συμμετοχή είναι ανεπαρκής και ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των ομάδων. Μόνο πέντε χώρες έχουν ποσοστό συμμετοχής άνω του 50% σε προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού, του παχέος εντέρου και του τραχήλου της μήτρας. Οι γυναίκες με λιγότερα έτη εκπαίδευσης είναι λιγότερο πιθανό να υποβληθούν σε μαστογραφικό έλεγχο από εκείνες με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης (54,4% έναντι 63,5%). Η εφαρμογή του προσυμπτωματικού ελέγχου από μόνη της δεν αρκεί για να διασφαλιστεί η πρόσβαση στην έγκαιρη ανίχνευση. Οι δημόσιες πολιτικές πρέπει να βελτιώσουν την ευαισθητοποίηση και την προβολή. Η ενίσχυση της εκπαίδευσης του κοινού στον τομέα της υγείας και η αντιμετώπιση των ευρειών ανισοτήτων που αντιμετωπίζουν τα άτομα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο είναι θέματα μείζονος σημασίας στις πολιτικές που πρέπει να εφαρμόζονται για τον καρκίνο.

Η εκπαίδευση διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων κατά του καρκίνου. Η εκπαίδευση είναι ένας ισχυρός, αλλά παραμελημένος, καθοριστικός παράγοντας της υγείας.

 

Πηγη: https://healthdaily.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *