Η αποκάλυψη για τη μαζική χρήση γενετικού υλικού ενός δότη σε πολλές χώρες, με συνέπειες και στην Ελλάδα, αναδεικνύει τα όρια των εθνικών ρυθμίσεων και θέτει το ερώτημα αν η Ευρώπη, και ίσως η διεθνής κοινότητα, χρειάζονται κοινό μητρώο και ανώτατα όρια στους δότες.
Πρόσφατα μια πανευρωπαϊκή δημοσιογραφική έρευνα έφερε στο φως μια υπόθεση που αποκαλύπτει σοβαρά κενά στο σύστημα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στην Ευρώπη και αφορά άμεσα και τη χώρα μας. Ένας Δανός δότης σπέρματος έχει συνδεθεί με τη γέννηση εκατοντάδων παιδιών σε τουλάχιστον 14 ευρωπαϊκές χώρες.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τουλάχιστον 18 παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα από το γενετικό υλικό του ίδιου δότη, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο αριθμός των παιδιών ξεπερνά τα 190. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι ο δότης έφερε σπάνια γενετική μετάλλαξη που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, με ορισμένα παιδιά να έχουν ήδη νοσήσει.
Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν συνιστά ιατρικό λάθος ούτε αποτέλεσμα αμέλειας. Ο δότης ήταν κλινικά υγιής και η μετάλλαξη, λόγω μωσαϊκισμού στο σπέρμα του δότη, της φύσης της και των εγγενών περιορισμών της γενετικής γνώσης και των μεθοδολογιών, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή να ανιχνευθεί κατά τον χρόνο της δωρεάς.
Το πρόβλημα εντοπίζεται αλλού: στο θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε τη μαζική και διασυνοριακή χρήση γενετικού υλικού χωρίς ενιαία εποπτεία και χωρίς μηχανισμούς έγκαιρης παρέμβασης.
Το σπέρμα του ίδιου δότη διακινήθηκε επί σειρά ετών σε διαφορετικές χώρες, μέσα από ένα ευρωπαϊκό σύστημα όπου κάθε κράτος εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες.
Δεν υπάρχει κοινό μητρώο, ούτε συνολική εικόνα για το πόσα παιδιά γεννιούνται από έναν μόνο δότη. Όταν εντοπίστηκε το γενετικό πρόβλημα, η αντίδραση ήταν αναγκαστικά καθυστερημένη και αποσπασματική, αφήνοντας πολλές οικογένειες αντιμέτωπες με αβεβαιότητα και αγωνία.
Παράλληλα, η υπόθεση ανέδειξε το φαινόμενο των λεγόμενων «super donors», δοτών που αποκτούν δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες γενετικούς απογόνους. Πέρα από τους πιθανούς ιατρικούς κινδύνους, το φαινόμενο αυτό δημιουργεί σοβαρά κοινωνικά και ηθικά ζητήματα: αυξάνει τον κίνδυνο ακούσιων συγγενικών σχέσεων στο μέλλον, επιβαρύνει ψυχολογικά τα παιδιά και περιορίζει την πρόσβασή τους σε κρίσιμες πληροφορίες για τη γενετική τους καταγωγή.
Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις αποκαλύψεις, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ζήτησαν τη θέσπιση διεθνών ορίων στον αριθμό παιδιών ανά δότη. Τον Ιούνιο του 2025, υπουργοί Υγείας κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρότειναν επίσημα κοινές ευρωπαϊκές ρυθμίσεις, ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της ανεξέλεγκτης διασποράς γενετικού υλικού πέρα από τα εθνικά σύνορα.
Ωστόσο, τα όρια από μόνα τους δεν επαρκούν. Χωρίς ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μητρώο δοτών, οι κανόνες παραμένουν δύσκολο να εφαρμοστούν και ακόμη δυσκολότερο να ελεγχθούν. Ένα τέτοιο μητρώο θα επέτρεπε την πλήρη ιχνηλάτηση των δωρεών, την παρακολούθηση των γεννήσεων και την άμεση ενημέρωση των οικογενειών όταν προκύπτουν νέα γενετικά δεδομένα.
Η ελληνική εμπειρία από την υπόθεση αυτή δείχνει ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να θεωρείται προστατευμένο όταν λειτουργεί μόνο του. Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή είναι πλέον μια κατεξοχήν διασυνοριακή υπόθεση, με γενετικό υλικό να μετακινείται εύκολα από χώρα σε χώρα και, συχνά, εκτός Ευρώπης.
Ένα ευρωπαϊκό μητρώο δοτών και σαφή, δεσμευτικά όρια αποτελούν αναγκαίο πρώτο βήμα. Ωστόσο, η συζήτηση που ανοίγεται εξαιτίας της υπόθεσης του Δανού δότη δείχνει ότι ίσως απαιτείται, και ένας διεθνής συντονισμός, ώστε η προστασία των παιδιών και των οικογενειών να μην εξαρτάται από γεωγραφικά σύνορα ή αποσπασματικούς κανόνες.
Μαρία Γαζούλη, Καθηγήτρια Βιολογίας – Γενετικής – Νανοϊατρικής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πηγη: https://www.healthreport.gr
