Ποιές πολιτικές υγείας θα πρόσφεραν στους ανθρώπους μια επιπλέον δεκαετία υγιούς ζωής

Και θα ενίσχυαν το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 12,5 τρισεκατομύρια
δολάρια ετησίως
Στις μέρες μας, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια επιλογή: Μέχρι το 2050, ο
μέσος άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει τρία χρόνια περισσότερο, με χειρότερη
υγεία από ό,τι το 2000, εάν οι πολιτικές υγείας παραμείνουν ως έχουν ή να
κερδίσει σχεδόν μια δεκαετία υγιούς ζωής, και η παγκόσμια οικονομία 12,5
τρισεκατομμύρια δολάρια, εάν κλιμακωθεί η εφαρμογή αποδεδειγμένα
αποτελεσματικών πολιτικών υγείας. Τα παραπάνω αναφέρονται στην έκθεση
McKinsey Global Institute report 2025 με τίτλο «Αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες
μιας νέας δημογραφικής πραγματικότητας».
Όπως επισημαίνεται, ο συνδυασμός της γήρανσης του πληθυσμού και της
αυξανόμενης συχνότητας εμφάνισης χρόνιων παθήσεων ασκεί πιέσεις στις
οικονομίες και τα συστήματα υγείας παγκοσμίως. Η δημογραφική μετατόπιση
προς περισσότερα ηλικιωμένα άτομα και λιγότερα άτομα σε ηλικία εργασίας, εάν
δεν αντιμετωπιστεί, είναι πιθανό να επιβραδύνει την αύξηση των συνολικών ωρών
εργασίας, μειώνοντας τελικά την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Το 2024, η επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια στον τομέα της Υγείας μειώθηκε
κατά 9%, και οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα επίπεδα του 2025 ήταν τα
χαμηλότερα εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια. Ενώ ορισμένες χώρες μεσαίου
εισοδήματος ενδέχεται να αντισταθμίσουν αυτά τα κενά με εγχώριους πόρους,
πολλές χώρες χαμηλού εισοδήματος, ιδίως στην υποσαχάρια Αφρική, δεν
διαθέτουν τον δημοσιονομικό χώρο για να το πράξουν. Συνεπώς, όσα έχουν
κερδηθεί με κόπο στον έλεγχο των μεταδοτικών ασθενειών κινδυνεύουν να
αντιστραφούν. Ωστόσο, όπως τονίζεται στην έκθεση, αυτή η πορεία δεν είναι
αναπόφευκτη. Με την κλιμάκωση της έγκαιρης πρόσβασης σε αποδεδειγμένα
οικονομικά αποδοτικές παρεμβάσεις υγείας, οι κοινωνίες μπορούν να «κάμψουν
την καμπύλη» του βάρους των ασθενειών, αποφεύγοντας έως το 2050, 33
εκατομμύρια πρόωρους θανάτους και περισσότερα από 461 εκατομμύρια χρόνια
κακής υγείας. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 18 επιπλέον ημέρες υγείας ανά
άτομο κάθε χρόνο. Σχεδόν τα δύο τρίτα αυτού του αντίκτυπου θα προέλθουν από
την πρόληψη. Ωστόσο σήμερα οι χώρες διαθέτουν, κατά μέσο όρο, λιγότερο από
το 2% των δαπανών για την υγεία στην πρόληψη. Ανεξάρτητα από τη χώρα, αυτές
οι επιπλέον ημέρες καλής υγείας προσφέρουν οφέλη πέρα από την παραγωγική
εργασία όπως επιπλέον χρόνο με φίλους και οικογένεια.
Εμπόδια, όπως ο βραχυπρόθεσμος σχεδιασμός, τα απομονωμένα συστήματα
και η θεσμική αδράνεια, καθιστούν πιο δύσκολη την ιεράρχηση των δράσεων
και των επενδύσεων που απαιτούνται για την υγεία. Ωστόσο, τρεις δράσεις
μπορούν να βοηθήσουν στην υπερνίκηση αυτών των εμποδίων. Οι χρηματοδότες
μπορούν να δώσουν κίνητρα για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πρόληψη.
Τα ενδιαφερόμενα μέρη πέρα από την υγειονομική περίθαλψη, τόσο στον
δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στην
ενεργοποίηση πολυτομεακής δράσης για την βελτίωση της υγείας. Τέλος, τα
συστήματα υγείας μπορούν να γίνουν πιο αποτελεσματικά συνδυάζοντας τις
επενδύσεις με καλύτερη διαχείριση του κόστους. Με αυτόν τον τρόπο, η υγεία θα
μπορούσε να γίνει κινητήρια δύναμη για την κοινωνία και για την οικονομία.

 

 

Πηγη:HealthDaily