Μελέτη: Διαδερμικά επιθέματα οιστραδιόλης στον τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη

Επανεξετάζεται ως εναλλακτική μορφή ορμονικού χειρισμού
Η ανδρογονική στέρηση παραμένει βασικός θεραπευτικός άξονας στον τοπικά
προχωρημένο και μεταστατικό καρκίνο του προστάτη, με κύριο στόχο την επίτευξη
πολύ χαμηλών επιπέδων τεστοστερόνης. Η συνήθης πρακτική βασίζεται στους
αγωνιστές της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (LHRH agonists), οι οποίοι
καταστέλλουν αποτελεσματικά την παραγωγή ανδρογόνων, αλλά συνοδεύονται
από σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Πέραν της πτώσης της τεστοστερόνης,
η θεραπεία αυτή προκαλεί και σημαντική μείωση της οιστραδιόλης, γεγονός
που συνδέεται με εξάψεις, απώλεια οστικής πυκνότητας, αυξημένο κίνδυνο
οστεοπόρωσης και καταγμάτων, μεταβολικές διαταραχές, καθώς και συνολική
επιβάρυνση της ποιότητας ζωής. Στο πλαίσιο αυτό, η διαδερμική χορήγηση
οιστραδιόλης μέσω επιθεμάτων επανεξετάζεται ως εναλλακτική μορφή ορμονικού
χειρισμού, με σκοπό τη διατήρηση της αντικαρκινικής αποτελεσματικότητας
και ταυτόχρονα τον περιορισμό των τοξικοτήτων που σχετίζονται με την ένδεια
οιστρογόνων. Η μελέτη των Langley και συνεργατών που δημοσιεύτηκε πρόσφατα
στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine, στο
πλαίσιο των κλινικών μελετών PATCH και STAMPEDE-1, αξιολόγησε τη χρήση
διαδερμικών επιθεμάτων οιστραδιόλης σε άνδρες με τοπικά προχωρημένο, μη
μεταστατικό καρκίνο του προστάτη υψηλού κινδύνου. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής
Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Δρ. Μαρία
Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (τ. Πρύτανης
ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η διαδερμική
οιστραδιόλη ήταν μη κατώτερη έναντι των LHRH αγωνιστών ως προς την 3ετή
επιβίωση ελεύθερη μεταστάσεων.
Η διαδερμική οιστραδιόλη στον ενδοκρινικό έλεγχο της νόσου
Σε ό,τι αφορά τον ενδοκρινικό έλεγχο της νόσου, η διαδερμική οιστραδιόλη
πέτυχε ταχεία και διατηρήσιμη καταστολή της τεστοστερόνης σε ευνουχιστικά
επίπεδα. Κατά τον πρώτο μήνα, το ποσοστό των ασθενών που είχαν ήδη
επιτύχει ευνουχιστικά επίπεδα τεστοστερόνης ήταν υψηλότερο στην ομάδα
των επιθεμάτων, πιθανώς επειδή αποφεύγεται το αρχικό testosterone flare
(παροδική αύξηση των επιπέδων τεστοστερόνης κατά την έναρξη θεραπείας)
που παρατηρείται με τους LHRH αγωνιστές. Στους 3, 6 και 12 μήνες, τα ποσοστά
διατήρησης της καταστολής της τεστοστερόνης ήταν ουσιαστικά παρόμοια μεταξύ
των δύο ομάδων, ενώ κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους η παρατεταμένη
διατήρηση ευνουχιστικών επιπέδων καταγράφηκε στο 85% των ασθενών και στις
δύο θεραπευτικές στρατηγικές.
Το προφίλ τοξικότητας είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 ή 4 ήταν ελαφρώς λιγότερες στην ομάδα
της διαδερμικής οιστραδιόλης σε σχέση με τους LHRH αγωνιστές.
Οι εξάψεις ήταν σημαντικά λιγότερο συχνές με τη διαδερμική οιστραδιόλη, ενώ
επίσης αναφέρθηκαν χαμηλότερα ποσοστά κόπωσης και αυπνίας. Αντίθετα, η
γυναικομαστία ήταν σαφώς συχνότερη στην ομάδα των επιθεμάτων, αποτελώντας
το κύριο μειονέκτημα της θεραπείας. Οι τοξικότητες που σχετίζονται με τα χαμηλά
επίπεδα τεστοστερόνης, όπως η στυτική δυσλειτουργία και η μείωση της libido,
εμφανίστηκαν με παρόμοια συχνότητα και στα δύο σκέλη.

 

Πηγη: HealthDaily