Κουνούπι-φορέας της ιαπωνικής εγκεφαλίτιδας εξαπλώνεται στην Ελλάδα

Νέα δεδομένα για την παρουσία κουνουπιών που μπορούν να μεταδώσουν νοσήματα καταγράφουν οι επικαιροποιημένοι χάρτες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC) και της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα έχει η περαιτέρω εξάπλωση του Culex tritaeniorhynchus, ενός είδους που διεθνώς αναγνωρίζεται ως βασικός φορέας της ιαπωνικής εγκεφαλίτιδας σε ενδημικές περιοχές της Ασίας.

Τι δείχνει η νέα χαρτογράφηση του ECDC

Η επικαιροποίηση των ευρωπαϊκών χαρτών για κουνούπια, τσιμπούρια, σκνίπες και άλλα έντομα-φορείς φέρνει την Ελλάδα στο επίκεντρο της επιδημιολογικής επιτήρησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC και της EFSA, το Culex tritaeniorhynchus εμφανίζει περαιτέρω επέκταση στη χώρα, με τα περισσότερα νέα δεδομένα παρουσίας στην Ευρώπη να προέρχονται από ελληνικές περιοχές.

Η χαρτογράφηση βασίζεται στο VectorNet, την κοινή ευρωπαϊκή πρωτοβουλία που συλλέγει και επικυρώνει πληροφορίες για είδη τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για απλή καταγραφή παρατήρησης, αλλά για οργανωμένη βάση δεδομένων που χρησιμοποιούν οι ευρωπαϊκές αρχές ώστε να αποτυπώνουν την πραγματική γεωγραφική διασπορά των φορέων.

Η νέα εικόνα δεν σημαίνει ότι η ιαπωνική εγκεφαλίτιδα κυκλοφορεί στην Ελλάδα. Σημαίνει, όμως, ότι ένα κουνούπι με γνωστή ικανότητα μετάδοσης του ιού σε ενδημικά περιβάλλοντα έχει πλέον ευρύτερη καταγραφή στη χώρα. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που απαιτεί επιτήρηση χωρίς πανικό: άλλο η παρουσία του φορέα και άλλο η κυκλοφορία του παθογόνου.

Γιατί έχει σημασία το Culex tritaeniorhynchus

Το Culex tritaeniorhynchus αποτελεί διεθνώς έναν από τους σημαντικότερους διαβιβαστές της ιαπωνικής εγκεφαλίτιδας. Η νόσος παραμένει κυρίως πρόβλημα της νότιας, νοτιοανατολικής και ανατολικής Ασίας, καθώς και περιοχών της Ωκεανίας. Ωστόσο, η μετακίνηση ειδών, οι αλλαγές στο κλίμα, οι διεθνείς μεταφορές και η αυξημένη επιτήρηση δημιουργούν νέα δεδομένα για την Ευρώπη.

Το συγκεκριμένο κουνούπι συνδέεται κυρίως με υγροτοπικά και αγροτικά οικοσυστήματα, με περιοχές χαμηλού υψομέτρου, στάσιμα νερά, αρδευτικά δίκτυα, ορυζώνες, λίμνες, τάφρους και σημεία όπου η παρουσία ζώων δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την αναπαραγωγή του. Τα θηλυκά κουνούπια τρέφονται συχνά με αίμα μεγάλων ζώων, όπως χοίροι και βοοειδή, αλλά μπορούν να τσιμπήσουν και ανθρώπους.

Αυτή η συμπεριφορά αποκτά σημασία επειδή η ιαπωνική εγκεφαλίτιδα δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ο ιός διατηρείται στη φύση μέσα από έναν κύκλο που περιλαμβάνει κουνούπια, υδρόβια πτηνά και χοίρους. Ο άνθρωπος μπορεί να μολυνθεί αν τσιμπηθεί από μολυσμένο κουνούπι, αλλά δεν αναπτύσσει συνήθως ιαιμία τέτοιας διάρκειας και έντασης ώστε να συνεχίσει την αλυσίδα μετάδοσης.

Η ευρωπαϊκή διάσταση: Τα κουνούπια αλλάζουν χάρτη

Η υπόθεση του Culex tritaeniorhynchus δεν είναι μεμονωμένη. Τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη βλέπει να μεταβάλλεται σταθερά ο χάρτης των νοσημάτων που μεταδίδονται με κουνούπια. Το ECDC έχει προειδοποιήσει ότι η ήπειρος εισέρχεται σε μια νέα φάση, με μεγαλύτερες περιόδους μετάδοσης και με περισσότερες περιοχές να γίνονται κατάλληλες για την εγκατάσταση ή την επέκταση ειδών-φορέων.

Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο την ιαπωνική εγκεφαλίτιδα. Ο δάγκειος πυρετός, ο ιός chikungunya, ο ιός Zika και ο ιός του Δυτικού Νείλου βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο ευρωπαϊκών συστημάτων επιτήρησης. Η παρουσία του Aedes albopictus σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και η επανεμφάνιση του Aedes aegypti σε περιοχές της Ευρώπης έχουν εντείνει τη συζήτηση για την ανάγκη προληπτικής δράσης.

Στη νέα ενημέρωση των χαρτών, το ECDC καταγράφει επίσης την πρώτη αναφορά εισαγωγής του Aedes aegypti στο Λουξεμβούργο. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η Ευρώπη δεν παρακολουθεί μόνο τα κουνούπια που ήδη έχουν εγκατασταθεί, αλλά και τα πρώτα σημάδια εισαγωγής ειδών με υψηλή επιδημιολογική σημασία.

Τι είναι η ιαπωνική εγκεφαλίτιδα

Η ιαπωνική εγκεφαλίτιδα προκαλείται από ιό της οικογένειας των φλαβοϊών, στην οποία ανήκουν και άλλοι ιοί με σημασία για τη δημόσια υγεία, όπως ο ιός του Δυτικού Νείλου και ο δάγκειος. Η νόσος θεωρείται μία από τις σημαντικότερες αιτίες ιογενούς εγκεφαλίτιδας στην Ασία.

Οι περισσότερες λοιμώξεις δεν προκαλούν συμπτώματα ή οδηγούν σε ήπια νόσο, με πυρετό και πονοκέφαλο. Ωστόσο, σε μικρό ποσοστό των μολύνσεων, η νόσος εξελίσσεται σε σοβαρή νευρολογική κατάσταση. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, έντονο πονοκέφαλο, δυσκαμψία αυχένα, αποπροσανατολισμό, σύγχυση, σπασμούς, παράλυση, διαταραχές συνείδησης και κώμα.

Η σοβαρή νόσος μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο ή να αφήσει μόνιμες νευρολογικές και γνωστικές επιπτώσεις. Για τον λόγο αυτό, η διεθνής εμπειρία αντιμετωπίζει την ιαπωνική εγκεφαλίτιδα ως νόσο χαμηλής συχνότητας αλλά υψηλής βαρύτητας.

Υπάρχει κίνδυνος για την Ελλάδα;

Η κρίσιμη απάντηση είναι ότι η παρουσία του κουνουπιού δεν ισοδυναμεί με παρουσία της νόσου. Για να υπάρξει κίνδυνος μετάδοσης, χρειάζεται να συνυπάρχουν περισσότερα στοιχεία: ο κατάλληλος φορέας, ο ιός, ευνοϊκές περιβαλλοντικές συνθήκες, κατάλληλοι ξενιστές και επαρκείς πληθυσμοί κουνουπιών.

Μέχρι σήμερα, η ιαπωνική εγκεφαλίτιδα δεν αποτελεί εγκατεστημένο νόσημα στην Ευρώπη. Ωστόσο, η ύπαρξη κατάλληλων κουνουπιών και ξενιστών καθιστά αναγκαία την επιτήρηση. Η Ευρώπη έχει ήδη εμπειρία από νοσήματα που θεωρούνταν «τροπικά» ή «εξωτικά» και πλέον εμφανίζουν τοπική μετάδοση σε συγκεκριμένες περιοχές, κυρίως όταν συνδυάζονται εισαγόμενα περιστατικά, κατάλληλοι φορείς και ευνοϊκές θερμοκρασίες.

Για την Ελλάδα, η εμπειρία του ιού του Δυτικού Νείλου έχει δείξει ότι τα νοσήματα που μεταδίδονται με κουνούπια χρειάζονται σταθερή, εποχική και διατομεακή επιτήρηση. Η χώρα διαθέτει περιοχές με υγροτοπικά συστήματα, αγροτικές ζώνες, αρδευτικά δίκτυα και υψηλές θερμοκρασίες κατά τους θερινούς μήνες. Αυτές οι συνθήκες δεν σημαίνουν αυτόματα κίνδυνο ιαπωνικής εγκεφαλίτιδας, αλλά ενισχύουν την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση των πληθυσμών κουνουπιών.

Η κλιματική αλλαγή και οι νέες διαδρομές μετάδοσης

Οι αλλαγές στη θερμοκρασία, η παράταση των θερμών περιόδων, οι ήπιοι χειμώνες και οι μεταβολές στις βροχοπτώσεις επηρεάζουν τη βιολογία των κουνουπιών. Μεγαλύτερες περίοδοι δραστηριότητας σημαίνουν περισσότερες ευκαιρίες για αναπαραγωγή, επιβίωση και πιθανή μετάδοση παθογόνων.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι υγειονομικές αρχές παρακολουθούν πλέον με μεγαλύτερη ένταση τα νοσήματα που μεταδίδονται με διαβιβαστές. Η επιτήρηση μετακινείται από την εκ των υστέρων αντιμετώπιση στην προληπτική χαρτογράφηση κινδύνου.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι χάρτες του ECDC δεν λειτουργούν ως προειδοποίηση πανικού, αλλά ως εργαλείο ετοιμότητας. Δείχνουν πού υπάρχουν οι φορείς, πού επεκτείνονται και πού οι αρχές πρέπει να επενδύσουν σε δειγματοληψίες, εργαστηριακή επιβεβαίωση, ενημέρωση του κοινού και έλεγχο εστιών αναπαραγωγής.

Τι πρέπει να κάνουν οι αρχές

Η εξάπλωση του Culex tritaeniorhynchus στην Ελλάδα απαιτεί συστηματική εντομολογική επιτήρηση. Αυτό σημαίνει τακτικές δειγματοληψίες, ταυτοποίηση ειδών, παρακολούθηση της εποχικότητας και σύνδεση των δεδομένων με κτηνιατρικές και περιβαλλοντικές πληροφορίες.

Εξίσου σημαντική είναι η έγκαιρη διαχείριση των εστιών. Τα στάσιμα νερά, οι αρδευτικές τάφροι, οι δεξαμενές, τα εγκαταλελειμμένα δοχεία, τα φρεάτια και οι μικρές συλλογές νερού κοντά σε κατοικίες ή αγροτικές εγκαταστάσεις αποτελούν σημεία που χρειάζονται έλεγχο.

Η εμπειρία από άλλα νοσήματα δείχνει ότι η επιτυχής πρόληψη δεν βασίζεται μόνο στους ψεκασμούς. Χρειάζεται συνδυασμός μέτρων: χαρτογράφηση εστιών, περιβαλλοντική διαχείριση, ενημέρωση των πολιτών, συντονισμός δήμων και περιφερειών, αξιοποίηση εργαστηριακών δεδομένων και διαρκής αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.

Τι μπορούν να κάνουν οι πολίτες

Σε ατομικό επίπεδο, τα μέτρα προστασίας από τα κουνούπια παραμένουν απλά αλλά ουσιαστικά. Η απομάκρυνση στάσιμων νερών από αυλές, μπαλκόνια, γλάστρες, κουβάδες, πιατάκια, υδρορροές και δοχεία περιορίζει τις εστίες αναπαραγωγής.

Παράλληλα, η χρήση εντομοαπωθητικών σύμφωνα με τις οδηγίες, τα μακριά ρούχα τις ώρες αυξημένης δραστηριότητας των κουνουπιών, οι σίτες, τα κουνουπιέρες και ο κλιματισμός μπορούν να μειώσουν την έκθεση. Τα μέτρα αυτά έχουν σημασία ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη παρουσία κουνουπιών, κοντά σε υγροτόπους, στάσιμα νερά ή αγροτικές ζώνες.

Οι ταξιδιώτες προς ενδημικές περιοχές της Ασίας και του Δυτικού Ειρηνικού πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή πριν από το ταξίδι, καθώς υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο για την ιαπωνική εγκεφαλίτιδα που συστήνεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες ταξιδιωτών, ανάλογα με τη διάρκεια, τον προορισμό, την εποχή και τις δραστηριότητές τους.

Το πραγματικό μήνυμα των νέων στοιχείων

Η καταγραφή περαιτέρω εξάπλωσης του Culex tritaeniorhynchus στην Ελλάδα δεν σημαίνει ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε άμεση απειλή ιαπωνικής εγκεφαλίτιδας. Σημαίνει όμως ότι οι υγειονομικές αρχές πρέπει να αντιμετωπίζουν τα νοσήματα που μεταδίδονται με κουνούπια ως πεδίο μόνιμης επιτήρησης και όχι ως εποχικό πρόβλημα χαμηλής σημασίας.

Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφίας, κλίματος, υγροτοπικών συστημάτων και εμπειρίας από τον ιό του Δυτικού Νείλου, έχει λόγους να ενισχύσει την επιτήρηση των κουνουπιών και την ενημέρωση των πολιτών. Το ζητούμενο είναι να εντοπίζονται εγκαίρως οι αλλαγές στο περιβάλλον και στους πληθυσμούς των διαβιβαστών, πριν μετατραπούν σε υγειονομικό κίνδυνο.

Η νέα χαρτογράφηση του ECDC υπενθυμίζει ότι η δημόσια υγεία στην Ευρώπη αλλάζει εποχή. Η πρόληψη δεν περιορίζεται πλέον στα νοσοκομεία και στα εργαστήρια. Ξεκινά από το περιβάλλον, το νερό που λιμνάζει, τις τοπικές παρεμβάσεις, την επιτήρηση των ζώων και την έγκαιρη προειδοποίηση. Εκεί θα κριθεί και η ικανότητα της Ελλάδας να προλάβει, αντί απλώς να αντιδράσει.

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *