Παιδικά εμβόλια: Έλληνας λοιμωξιολόγος αποκωδικοποιεί την απόφαση Τραμπ – Πώς θα επηρεάσει τη Δημόσια Υγεία

Τον κίνδυνο που μπορεί να δημιουργήσει για τη Δημόσια Υγεία η πολιτική αμφισβήτηση επιστημονικά τεκμηριωμένων πρακτικών αναδεικνύει ο λοιμωξιολόγος Δημήτρης Χατζηγεωργίου, με αφορμή το νέο εκτελεστικό διάταγμα του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τα παιδικά εμβόλια.

Με εκτενή ανάρτησή του στο Facebook, ο κ. Χατζηγεωργίου, Παθολόγος – Λοιμωξιολόγος, Υποπτέραρχος (ΥΙ) ε.α., επίτιμος Διευθυντής Υγειονομικού ΓΕΕΘΑ, σχολιάζει τις αλλαγές που προωθούνται στις ΗΠΑ και κυρίως την πρόταση για χορήγηση των εμβολίων κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς σε ξεχωριστές δόσεις αντί του συνδυασμένου εμβολίου MMR.

Η παρέμβασή του έρχεται μετά το εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ στις 10 Αυγούστου και το οποίο ζητεί αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο χορηγούνται ορισμένα παιδικά εμβόλια. Μεταξύ άλλων, προωθεί μεγαλύτερη χρονική απόσταση μεταξύ των εμβολιασμών και τον διαχωρισμό του MMR σε τρία διαφορετικά εμβόλια, παρότι οι αντίστοιχες μονοδύναμες εκδοχές δεν είναι σήμερα διαθέσιμες στις ΗΠΑ. Η απόφαση έχει συναντήσει ισχυρές αντιδράσεις από επιστημονικούς και ιατρικούς φορείς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν δεδομένα που να τεκμηριώνουν όφελος από μια τέτοια αλλαγή.

«Η επιστήμη δεν αποφασίζεται με προεδρικά διατάγματα»

Όπως εξηγεί, η ασφάλεια των παιδικών εμβολίων αποτελεί ένα από τα περισσότερο μελετημένα πεδία της Ιατρικής, ενώ τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και η εμπειρία από τη χορήγηση δισεκατομμυρίων δόσεων διεθνώς υποστηρίζουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των συνδυασμένων εμβολίων.

Ιδιαίτερα για το MMR, επισημαίνει ότι ο διαχωρισμός του σε τρία διαφορετικά εμβόλια δεν προσφέρει κάποιο αποδεδειγμένο όφελος για το παιδί.

Αντιθέτως, εκτιμά ότι μπορεί να αυξήσει την ταλαιπωρία τόσο των παιδιών όσο και των οικογενειών τους, καθώς συνεπάγεται περισσότερες ενέσεις και περισσότερες επισκέψεις στον παιδίατρο. Παράλληλα, όσο αυξάνονται τα απαιτούμενα ραντεβού τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα να καθυστερήσει ή να παραλειφθεί κάποια δόση.

«Είναι γνωστό από δεκαετίες εμπειρίας ότι όσο πιο περίπλοκο γίνεται ένα εμβολιαστικό πρόγραμμα, τόσο μειώνεται η συμμόρφωση και τόσο περισσότερα παιδιά μένουν τελικά ανεπαρκώς προστατευμένα», αναφέρει.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν περιορίζεται στην πρακτική ταλαιπωρία. Μεγαλύτερα διαστήματα ανάμεσα στις επιμέρους δόσεις σημαίνουν ότι ένα παιδί ενδέχεται να παραμένει για περισσότερο χρόνο χωρίς πλήρη προστασία απέναντι σε νοσήματα όπως η ιλαρά, η παρωτίτιδα και η ερυθρά.

Δείτε παρακάτω όλο το κείμενο της ανάρτησης:

Όταν η πολιτική αμφισβητεί την επιστήμη

Χθες ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που προτείνει σημαντικές αλλαγές στο πρόγραμμα εμβολιασμού των παιδιών. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι τα παιδιά σήμερα λαμβάνουν «υπερβολικά πολλά» εμβόλια, αφήνει να εννοηθεί ότι η αύξηση του αυτισμού σχετίζεται με τους εμβολιασμούς και εισηγείται τα συνδυασμένα εμβόλια – όπως το MMR κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς – να αντικατασταθούν από τρία ξεχωριστά εμβόλια που θα χορηγούνται σε διαφορετικές επισκέψεις. Οι προτάσεις αυτές έχουν ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την επιστημονική κοινότητα, καθώς δεν συνοδεύονται από νέα επιστημονικά δεδομένα που να δικαιολογούν μια τόσο σημαντική αλλαγή στην εμβολιαστική πολιτική.

Ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός, υπάρχει μία αρχή που δεν θα έπρεπε να αμφισβητείται: η επιστήμη δεν αποφασίζεται με προεδρικά διατάγματα.

Η ασφάλεια των παιδικών εμβολίων έχει μελετηθεί όσο ελάχιστες ιατρικές παρεμβάσεις στην ιστορία. Εκατοντάδες μελέτες αλλά και η εμπειρία δισεκατομμυρίων δόσεων σε όλο τον κόσμο έχουν δείξει ότι τα συνδυασμένα εμβόλια είναι εξίσου ασφαλή και αποτελεσματικά με τη χορήγηση των ίδιων αντιγόνων ξεχωριστά.

Η πρόταση να «σπάσει» το MMR σε τρία διαφορετικά εμβόλια δεν προσφέρει κανένα αποδεδειγμένο όφελος για το παιδί.
Αντίθετα, δημιουργεί μια σειρά από πραγματικά προβλήματα:
Αυξάνει τον αριθμό των ενέσεων που θα χρειαστεί να υποστεί το παιδί.
Απαιτεί περισσότερες επισκέψεις στον παιδίατρο, με μεγαλύτερη ταλαιπωρία, μεγαλύτερο οικονομικό κόστος και περισσότερες χαμένες εργατοώρες για τους γονείς.
Κάθε επιπλέον επίσκεψη αποτελεί και μία ακόμη ευκαιρία να καθυστερήσει ή να παραλειφθεί κάποια δόση.
Είναι γνωστό από δεκαετίες εμπειρίας ότι όσο πιο περίπλοκο γίνεται ένα εμβολιαστικό πρόγραμμα, τόσο μειώνεται η συμμόρφωση και τόσο περισσότερα παιδιά μένουν τελικά ανεπαρκώς προστατευμένα.

Αντίθετα, το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των ξεχωριστών δόσεων παρατείνει τον χρόνο κατά τον οποίο το παιδί παραμένει ευάλωτο σε νοσήματα όπως η ιλαρά, η παρωτίτιδα ή η ερυθρά. Τα συνδυασμένα εμβόλια δεν δημιουργήθηκαν μόνο για να μειώσουν τον αριθμό των ενέσεων, αλλά και για να εξασφαλίσουν ότι η προστασία αποκτάται όσο το δυνατόν γρηγορότερα και με μεγαλύτερη συνέπεια.

Αξίζει επίσης να θυμηθούμε κάτι που συχνά παραβλέπεται. Το ανοσοποιητικό σύστημα ενός βρέφους έρχεται καθημερινά σε επαφή και μπορεί να διαχειριστεί πολλές χιλιάδες ξένα αντιγόνα από το περιβάλλον, την τροφή και τους μικροοργανισμούς που αποικίζουν φυσιολογικά τον οργανισμό του. Ο συνολικός αριθμός αντιγόνων που περιέχουν όλα τα παιδικά εμβόλια είναι απειροελάχιστος μπροστά σε αυτή την καθημερινή ανοσολογική πρόκληση. Δεν υπάρχει, επομένως, καμία επιστημονική βάση για τον ισχυρισμό ότι τα «πολλά εμβόλια» υπερφορτώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα.

Εξίσου προβληματική είναι και η έμμεση αναβίωση του ισχυρισμού ότι τα εμβόλια προκαλούν αυτισμό.
Ο ισχυρισμός αυτός ξεκίνησε πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια από μία δημοσίευση που αποδείχθηκε επιστημονική απάτη, αποσύρθηκε από το περιοδικό που τη δημοσίευσε και ο κύριος υπεύθυνος έχασε την άδεια άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Έκτοτε, πολυάριθμες μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες, που περιλαμβάνουν εκατομμύρια παιδιά, δεν βρήκαν καμία αιτιώδη σχέση μεταξύ των εμβολίων και του αυτισμού.
Είναι αλήθεια ότι σήμερα διαγιγνώσκονται περισσότερα παιδιά με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού από ό,τι πριν από είκοσι χρόνια.
Η εξήγηση όμως δεν είναι ότι εμβολιάζονται περισσότερο. Σημαντικό μέρος της αύξησης οφείλεται στη διεύρυνση των διαγνωστικών κριτηρίων, στη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των γιατρών και των γονέων και στην έγκαιρη αναγνώριση περιστατικών που παλαιότερα δεν διαγιγνώσκονταν. Παράλληλα, η έρευνα συνεχίζει να αναζητά γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση του αυτισμού. Τα εμβόλια, όμως, δεν συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών.

Η Ιατρική εξελίσσεται καθημερινά.
Οι επιστημονικές οδηγίες αλλάζουν όταν προκύπτουν νέα, ισχυρά και αναπαραγώγιμα δεδομένα. Έτσι προχωρά η επιστήμη. Όχι με πολιτικές αποφάσεις, αλλά με αποδείξεις.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα δεν είναι μόνο το περιεχόμενο μιας τέτοιας απόφασης.
Είναι το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία.
Όταν ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας μιας χώρας αμφισβητεί δημόσια πρακτικές που εδώ και δεκαετίες αποτελούν θεμέλιο της προληπτικής ιατρικής, ένα σημαντικό μέρος των πολιτών θα θεωρήσει εύλογα ότι «κάτι κρύβεται» ή ότι «τελικά οι επιστήμονες μας έλεγαν ψέματα». Η αμφιβολία αυτή εξαπλώνεται πολύ πιο γρήγορα από όσο μπορεί να αποκατασταθεί με επιστημονικά επιχειρήματα.

Η εμπιστοσύνη αποτελεί ίσως το σημαντικότερο «φάρμακο» της Δημόσιας Υγείας. Δεν αφορά μόνο τα εμβόλια. Αφορά κάθε σύσταση που καλούνται να ακολουθήσουν οι πολίτες: από την πρόληψη των λοιμώξεων και τον προσυμπτωματικό έλεγχο μέχρι την αντιμετώπιση μιας πανδημίας ή μιας φυσικής καταστροφής. Χωρίς εμπιστοσύνη, ακόμη και οι καλύτερες επιστημονικές οδηγίες χάνουν μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητάς τους.
Είναι απολύτως φυσιολογικό κάθε γονιός να ανησυχεί για την ασφάλεια των εμβολίων που θα κάνει στο παιδί του. Ακριβώς γι’ αυτό οι απαντήσεις πρέπει να βασίζονται στην καλύτερη διαθέσιμη επιστημονική γνώση και όχι σε υποθέσεις ή πολιτικές σκοπιμότητες.
Η εμπιστοσύνη αυτή χτίζεται αργά, μέσα από χρόνια συνέπειας, διαφάνειας και τεκμηριωμένης επιστημονικής δουλειάς. Μπορεί όμως να κλονιστεί πολύ γρήγορα, όταν πρόσωπα με τεράστια δημόσια επιρροή προβάλλουν μηνύματα που δεν στηρίζονται στο σύνολο των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων ή αφήνουν χώρο για αμφιβολίες εκεί όπου η επιστήμη έχει ήδη δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις.

Η ιστορία της Δημόσιας Υγείας έχει δείξει επανειλημμένα ότι η παραπληροφόρηση και η αδικαιολόγητη αμφισβήτηση της επιστήμης δεν οδηγούν απλώς σε έντονες δημόσιες συζητήσεις. Οδηγούν σε χαμηλότερη εμβολιαστική κάλυψη, στην επανεμφάνιση νοσημάτων που θεωρούσαμε σχεδόν εξαφανισμένα και, τελικά, σε ανθρώπινες ζωές που χάνονται χωρίς λόγο.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών είναι ιδιαίτερα διδακτική. Σε αρκετές χώρες όπου η εμπιστοσύνη στους εμβολιασμούς υπονομεύθηκε από ανυπόστατους ισχυρισμούς και παραπληροφόρηση, η εμβολιαστική κάλυψη μειώθηκε αισθητά. Το αποτέλεσμα ήταν η επανεμφάνιση επιδημιών ιλαράς – μιας νόσου που σε πολλές περιοχές του κόσμου είχε σχεδόν εξαφανιστεί – με χιλιάδες νοσηλείες και θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Η Δημόσια Υγεία έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: οι συνέπειες της απώλειας εμπιστοσύνης δεν φαίνονται την επόμενη ημέρα. Εμφανίζονται μήνες ή και χρόνια αργότερα, όταν πλέον η μείωση της εμβολιαστικής κάλυψης έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επιστροφή νοσημάτων που θεωρούσαμε ότι ανήκαν στο παρελθόν.
Η Δημόσια Υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται σε υποθέσεις, εντυπώσεις ή πολιτικές σκοπιμότητες. Οφείλει να στηρίζεται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Γιατί όταν η πολιτική αγνοεί την επιστήμη, το τίμημα δεν είναι πολιτικό. Είναι ανθρώπινο. Και, πολύ συχνά, το πληρώνουν τα παιδιά.
Έγραψα αυτές τις σκέψεις όχι μόνο ως γιατρός και μέλος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, αλλά και ως πατέρας τεσσάρων παιδιών και παππούς πέντε εγγονών. Γιατί, τελικά, η συζήτηση αυτή δεν αφορά την πολιτική. Αφορά το μέλλον των παιδιών μας.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *