Νέα προκλινική έρευνα ανοίγει έναν πολλά υποσχόμενο δρόμο απέναντι στον ιό Epstein-Barr (EBV), έναν από τους πιο διαδεδομένους ιούς παγκοσμίως. Ερευνητές ανέπτυξαν ανθρώπινα μονοκλωνικά αντισώματα που μπορούν να εμποδίσουν τον ιό να εισέλθει σε κύτταρα του ανοσοποιητικού, με πιθανές μελλοντικές εφαρμογές κυρίως σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.
Ο ιός Epstein-Barr βρίσκεται στον οργανισμό της συντριπτικής πλειονότητας των ενηλίκων στον κόσμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι μολύνονται κάποια στιγμή στη ζωή τους χωρίς να εμφανίσουν σοβαρά συμπτώματα. Ωστόσο, ο EBV δεν αποτελεί απλώς μια παροδική λοίμωξη.
Μετά την αρχική μόλυνση, μπορεί να παραμείνει στον οργανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση για όλη τη ζωή. Παράλληλα, η επιστημονική έρευνα έχει συνδέσει τη λοίμωξη από EBV με ορισμένες μορφές καρκίνου, τη σκλήρυνση κατά πλάκας και άλλες σοβαρές επιπλοκές.
Τώρα, ερευνητές από το Fred Hutch Cancer Center και το University of Washington στις ΗΠΑ ανέπτυξαν μια νέα κατηγορία αντισωμάτων που στοχεύει κρίσιμες πρωτεΐνες στην επιφάνεια του ιού, δημιουργώντας προοπτικές για την πρόληψη τόσο της αρχικής λοίμωξης όσο και ενδεχομένως της επανενεργοποίησής του.
Οι δύο πρωτεΐνες-«κλειδιά» του Epstein-Barr
Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν στις πρωτεΐνες gp350 και gp42, οι οποίες βρίσκονται στην επιφάνεια του EBV και διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην ικανότητα του ιού να προσκολλάται και να εισέρχεται στα Β λεμφοκύτταρα.
Τα Β κύτταρα αποτελούν βασικό τμήμα του ανοσοποιητικού συστήματος και είναι ένας από τους κύριους στόχους του Epstein-Barr.
Η gp350 βοηθά τον ιό να συνδεθεί με υποδοχείς των κυττάρων, ενώ η gp42 συμμετέχει στη διαδικασία σύντηξης που επιτρέπει στον EBV να περάσει στο εσωτερικό τους.
Η λογική της νέας προσέγγισης είναι σχετικά απλή: εάν ένα αντίσωμα μπλοκάρει αποτελεσματικά αυτές τις πρωτεΐνες, ο ιός μπορεί να χάσει την ικανότητά του να μολύνει τα κύτταρα.
Γιατί ήταν τόσο δύσκολο να βρεθεί αποτελεσματικό αντίσωμα
Η ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του Epstein-Barr αποτελεί εδώ και χρόνια ιδιαίτερα δύσκολη επιστημονική πρόκληση.
Ο EBV μπορεί να συνδεθεί με εξαιρετικά μεγάλο αριθμό Β λεμφοκυττάρων, γεγονός που δυσκολεύει τον εντοπισμό των ειδικών ανοσοκυττάρων από τα οποία θα μπορούσαν να απομονωθούν αποτελεσματικά προστατευτικά αντισώματα.
Όπως έχει εξηγήσει ο βιοχημικός Andrew McGuire από το Fred Hutch Cancer Center, το γεγονός ότι ο Epstein-Barr μπορεί να προσδένεται σχεδόν σε κάθε Β κύτταρο καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αναζήτηση ανθρώπινων αντισωμάτων που να εμποδίζουν αποτελεσματικά τη μόλυνση.
Για να ξεπεράσουν το πρόβλημα, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν γενετικά τροποποιημένα ποντίκια που έχουν σχεδιαστεί ώστε να παράγουν ανθρώπινα αντισώματα.
Δέκα νέα αντισώματα στο εργαστήριο
Τα ζώα εκτέθηκαν στις δύο πρωτεΐνες του ιού, gp350 και gp42, προκαλώντας την ανοσολογική απόκριση που επιδίωκαν οι ερευνητές.
Στη συνέχεια, η επιστημονική ομάδα απομόνωσε συνολικά δέκα νέα μονοκλωνικά αντισώματα: δύο που στόχευαν την gp350 και οκτώ που στόχευαν την gp42.
Η χρήση ποντικών που παράγουν γενετικά ανθρώπινα αντισώματα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αυξάνει τις πιθανότητες ένα υποψήφιο αντίσωμα να μπορεί μελλοντικά να αξιοποιηθεί θεραπευτικά χωρίς να προκαλεί έντονη ανοσολογική αντίδραση εναντίον του ίδιου του φαρμάκου.
Όπως σημείωσε η παθοβιολόγος Crystal Chhan, η μελέτη δεν οδήγησε μόνο στον εντοπισμό σημαντικών αντισωμάτων κατά του Epstein-Barr, αλλά παράλληλα επικύρωσε μια νέα μέθοδο ανακάλυψης προστατευτικών αντισωμάτων, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και απέναντι σε άλλους παθογόνους οργανισμούς.
Το αντίσωμα που απέτρεψε τη λοίμωξη σε ποντίκια
Το πιο ενθαρρυντικό αποτέλεσμα προέκυψε όταν οι ερευνητές δοκίμασαν τα αντισώματα σε ποντίκια με ανθρώπινου τύπου ανοσοποιητικό σύστημα.
Ένα από τα μονοκλωνικά αντισώματα που στόχευαν την gp42 κατάφερε να αποτρέψει τη λοίμωξη από τον Epstein-Barr στο συγκεκριμένο προκλινικό μοντέλο. Ένα δεύτερο αντίσωμα, που στόχευε την gp350, παρείχε μερική προστασία.
Το εύρημα δεν σημαίνει ακόμη ότι έχει αναπτυχθεί θεραπεία για τον άνθρωπο. Αποτελεί, όμως, ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση ενός προληπτικού ή θεραπευτικού σχήματος που θα μπορούσε να εμποδίζει τον EBV πριν εγκατασταθεί στα κύτταρα.
Ο ιός που μπορεί να παραμένει στον οργανισμό για μια ζωή
Όταν ο Epstein-Barr προκαλεί συμπτωματική νόσο, η συχνότερη εκδήλωση είναι η λοιμώδης μονοπυρήνωση, η οποία μπορεί να συνοδεύεται από πυρετό, έντονη κόπωση, πονόλαιμο και διογκωμένους λεμφαδένες.
Μετά την αρχική λοίμωξη, όμως, ο ιός δεν εξαφανίζεται πλήρως. Παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον οργανισμό και υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να επανενεργοποιηθεί.
Ιδιαίτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν άνθρωποι με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, στους οποίους η επανενεργοποίηση του EBV μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.
Η πιθανή εφαρμογή στις μεταμοσχεύσεις
Μία από τις σημαντικότερες πιθανές εφαρμογές των νέων αντισωμάτων αφορά τους ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων ή μυελού των οστών.
Οι μεταμοσχευμένοι ασθενείς χρειάζονται ανοσοκατασταλτική θεραπεία ώστε ο οργανισμός τους να μην απορρίψει το μόσχευμα. Η καταστολή του ανοσοποιητικού, όμως, μπορεί να διευκολύνει την επανενεργοποίηση του Epstein-Barr ή μια νέα λοίμωξη.
Μία από τις σοβαρότερες επιπλοκές είναι οι μεταμοσχευτικές λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές, γνωστές ως PTLD.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα λεμφοκύτταρα —και ιδιαίτερα τα Β κύτταρα— μπορεί να αρχίσουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, οδηγώντας ακόμη και στην εμφάνιση απειλητικών για τη ζωή λεμφωμάτων.
Στόχος η πρόληψη της EBV ιαιμίας
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στο μέλλον μια έγχυση κατάλληλων μονοκλωνικών αντισωμάτων θα μπορούσε να προστατεύει ασθενείς υψηλού κινδύνου, εμποδίζοντας την εγκατάσταση ή την επανενεργοποίηση του ιού.
Η λοιμωξιολόγος Rachel Bender Ignacio σημειώνει ότι η πρόληψη της ιαιμίας από EBV θα μπορούσε να μειώσει την εμφάνιση PTLD και παράλληλα να περιορίσει την ανάγκη μείωσης της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας στους μεταμοσχευμένους ασθενείς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πιθανή εφαρμογή στα παιδιά που πρόκειται να υποβληθούν σε μεταμόσχευση, καθώς ορισμένα μπορεί να μην έχουν προηγουμένως εκτεθεί στον ιό και επομένως να είναι περισσότερο ευάλωτα σε πρωτογενή λοίμωξη μετά τη μεταμόσχευση.
Από τα ποντίκια στις κλινικές δοκιμές
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε προκλινικό στάδιο.
Πριν ένα τέτοιο αντίσωμα χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς, πρέπει να ακολουθήσουν περαιτέρω μελέτες, παραγωγή κατάλληλου θεραπευτικού σκευάσματος και δοκιμές ασφάλειας σε ανθρώπους. Εφόσον τα αποτελέσματα είναι θετικά, θα μπορεί στη συνέχεια να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του σε κλινικές δοκιμές με ασθενείς υψηλού κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, άλλες ερευνητικές ομάδες αναπτύσσουν υποψήφια εμβόλια κατά του Epstein-Barr, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο που να προλαμβάνει τη λοίμωξη.
Η νέα μελέτη προσθέτει, επομένως, ακόμη ένα πιθανό όπλο απέναντι σε έναν ιό που βρίσκεται στον οργανισμό σχεδόν ολόκληρου του ενήλικου πληθυσμού και έχει συσχετιστεί με σημαντική νοσηρότητα.
Όπως τονίζει ο Andrew McGuire, έπειτα από χρόνια αναζήτησης αποτελεσματικών τρόπων προστασίας απέναντι στον Epstein-Barr, η ανακάλυψη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα τόσο για την επιστημονική κοινότητα όσο και για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών.
Πηγη: https://healthpharma.gr
