Οι ραγδαίες εξελίξεις στην ιατρική επιστήμη αλλά και οι σύγχρονες θεραπείες δίνουν ελπίδα σε όσες γυναίκες πάσχουν από Πολλαπλή Σκλήρυνση να γευτούν την χαρά της μητρότητας.
Αν και στο παρελθόν μία εγκυμοσύνη για τις πάσχουσες από Πολλαπλή Σκλήρυνση (ΠΣ) ήταν απαγορευτική, πλέον ο δρόμος φαίνεται ότι ανοίγει διάπλατα για όσες γυναίκες θέλουν να τεκνοποιήσουν.
Ο διάσημος καθηγητής Νευρολογίας του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυτού Yamout Bassem μιλώντας στο www.HealthReport.gr επιβεβαιώνει ότι πλέον η μητρότητα είναι εφικτή και για τις ασθενείς: «Η αλήθεια είναι πως η παλαιότερη αντίληψη που επικρατούσε τη δεκαετία του 90 ότι οι γυναίκες με πολλαπλή σκλήρυνση δεν θα έπρεπε να μένουν έγκυες γιατί είναι επικίνδυνο, ότι δηλαδή μπορεί να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας τους και να έχουν σοβαρές υποτροπές της νόσου, έχει αλλάξει εντελώς μέχρι σήμερα. Τώρα υπάρχουν θεραπευτικές επιλογές υψηλής αποτελεσματικότητας με τις οποίες οι γυναίκες είναι προστατευμένες τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την εγκυμοσύνη.
Για το λόγο αυτό όλο και περισσότερο ενθαρρύνουμε τις γυναίκες με Πολλαπλή Σκλήρυνση να μείνουν έγκυες αφού αυτό τελικά δεν θα θέσει σε κίνδυνο την πορεία της νόσου τους. Και μάλιστα, οι πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι στη Δύση o αριθμός των γυναικών με ΠΣ που μένουν έγκυες αυξάνεται σημαντικά, ενώ, όπως γνωρίζουμε, το ποσοστό των κυήσεων στον γενικό δυτικό πληθυσμό μειώνεται. Οι γυναίκες με ΠΣ μένουν έγκυες όλο και περισσότερο ακριβώς λόγω των νέων δεδομένων ασφάλειας και των νεότερων θεραπειών».
Τι πρέπει όμως να κάνουν οι θεράποντες ιατροί προκειμένου να προστατευθεί η ασθενής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης;
Όπως εξηγεί ο διάσημος καθηγητής νευρολογίας, πρέπει να ακολουθηθεί ένα θεραπευτικό πλάνο το οποίο να εξασφαλίζει τον έλεγχο της νόσου τουλάχιστον για έναν χρόνο πριν τη σύλληψη.
«Πριν την εγκυμοσύνη θα πρέπει – πρώτον- να διασφαλίσουμε ότι η ασθενής παρουσιάζει σταθερή πορεία της νόσου, χωρίς υποτροπές για τουλάχιστον έναν χρόνο. Και όλες οι μελέτες δείχνουν ότι o έλεγχος των υποτροπών για ένα χρόνο πριν την έναρξη της εγκυμοσύνης είναι ο πιο σημαντικός προγνωστικός παράγοντας ότι η γυναίκα δεν θα παρουσιάσει υποτροπές μετά τον τοκετό. Οπότε αρχικά θα πρέπει να έχουμε τη νόσο σε πλήρη έλεγχο.
Δεύτερον, θα πρέπει να επιλέξουμε την κατάλληλη θεραπεία για την ασθενή. Κάποια φάρμακα για την αντιμετώπιση της ΠΣ έχουν τερατογόνο δράση που προκαλούν γενετικές ανωμαλίες στο έμβρυο ενώ κάποια άλλα είναι ασφαλή, δεν περνούν καν από τον πλακούντα στο έμβρυο. Είναι σημαντικό λοιπόν να επιλέξουμε την κατάλληλη αγωγή.
Δεν ακολουθούμε πια την πρακτική της περιόδου έκπλυσης, κατά την οποία διακόπταμε την αγωγή πριν η ασθενής μείνει έγκυος, γιατί ποτέ δεν ξέρουμε πότε θα συμβεί αυτό. Μπορεί να πάρει έξι μήνες ή ένα χρόνο. Αφήνοντας όμως την ασθενή χωρίς θεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να είναι επικίνδυνο.
Δεν διακόπτουμε λοιπόν τη θεραπεία, κρατάμε την ασθενή σε θεραπεία μέχρι την έναρξη της εγκυμοσύνης οπότε και την διακόπτουμε. Αν ακολουθήσουμε αυτή τη στρατηγική, αν δηλαδή επιλέξουμε τη σωστή θεραπεία, ελέγξουμε πλήρως τη νόσο για ένα χρόνο και δεν διακόψουμε την αγωγή πριν την εγκυμοσύνη, είμαστε σε θέση να ελέγξουμε τη δραστηριότητα της νόσου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τον τοκετό».
Σύμφωνα με τον κ. Yamout Bassem, οι μελέτες έχουν δείξει ότι ο κίνδυνος υποτροπής είναι περίπου 70% στους πρώτους τρεις με έξι μήνες μετά την εγκυμοσύνη, αλλά ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί αυτό είναι ο πλήρης έλεγχος της νόσου πριν την εγκυμοσύνη.
Όπως λέει στο www.HealthReport.gr: «Σύμφωνα με τις μελέτες, αν δεν υπάρξει καμία υποτροπή ένα χρόνο πριν την εγκυμοσύνη, ο κίνδυνος μιας υποτροπής μετά τον τοκετό είναι πολύ μικρότερος. Συνεπώς, σήμερα προσπαθούμε να ξεκινήσουμε την αγωγή όσο γίνεται νωρίτερα μετά τον τοκετό στους ασθενείς που πριν την εγκυμοσύνη ήταν σταθεροί».
Η κατάλληλη θεραπεία
Ιδιαιτέρως προσεκτικοί είναι οι γιατροί που παρακολουθούν ασθενείς με Πολλαπλή Σκλήρυνση και ειδικά νέες γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν, καθώς η επιλογή της θεραπείας παίζει καθοριστικό ρόλο στο αν μπορεί η ασθενής τελικά να κάνει οικογένεια ή όχι.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, αρκετές θεραπείες μπορούν να χορηγηθούν μέχρι ότου επιβεβαιωθεί η εγκυμοσύνη (ιντερφερόνες, οξική γλατιραμέρη, φουμαρικός διμεθυλεστέρας), ενώ για κάποιες άλλες απαιτείται μια περίοδος διακοπής του φαρμάκου πριν ξεκινήσει η διαδικασία τεκνοποίησης. Αυτό συμβαίνει με την τεριφλουνομίδη, τη φινγκολιμόδη, την κλαδριβίνη και την οκρελιζουμάμπη για τις οποίες απαιτούνται αρκετοί μήνες ή και χρόνος για την απομάκρυνση του φαρμάκου και την επαναφορά του ανοσοποιητικού συστήματος σε φυσιολογικά επίπεδα.
Αυτή η περίοδος είναι πολύ σημαντική καθώς η νόσος μπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί. Άρα είναι σημαντικό να επιλέγονται αγωγές που απομακρύνονται γρήγορα. Επίσης σε κάποιες περιπτώσεις που η νόσος παραμένει ενεργή με υποτροπές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, έχει διαπιστωθεί ότι η θεραπεία με ναταλιζουμάμπη ελέγχει τη νόσο χωρίς να βλάπτει το έμβρυο.
Πηγη:https://www.healthreport.gr/
