Άρθρο του Νίκου Πολύζου, καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Εδώ και δυο τουλάχιστον δεκαετίες, ξεκίνησε η προσπάθεια συνολικής μεταρρύθμισης στην υγεία στην Κύπρο, με τη συντομογραφία ΓεΣΥ (Γενικό Σχέδιο Υγείας). Την προηγούμενη, και κυρίως την πρόσφατη δεκαετία δόθηκε βάρος στην εισαγωγή και λειτουργία ενός ασφαλιστικού μονοψωνίου, όπως και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία, Ελλάδα, κ.α.), του ΟΑΥ (Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας), με στόχο τη συγκέντρωση της πολυδιασπασμένης χρηματοδότησης, τις συμβάσεις με τους περισσότερους παρόχους, με απώτερο στόχο τη διασφάλιση ολοκληρωμένης φροντίδας υγείας στους κατοίκους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι δαπάνες υγείας, που υπολογίζονται σε 1 δισ. ευρώ ή 6,7 % του ΑΕΠ (στοιχεία 2017), κατανέμονται περίπου εξ ημισείας στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συγκεντρώνονται (πλήρως από το 2020) στον ΟΑΥ, μέσω κυρίως εισφορών υγείας από δικαιούχους και εργοδότες, αλλά και από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το εγχείρημα είναι ενδιαφέρον και συνάμα δύσκολο, παρά το μικρό σχετικά μέγεθος της χώρας και του συστήματος υγείας. Κι αυτό γιατί δεν έχουν διαμορφωθεί συνθήκες-κανόνες υγιούς ανταγωνισμού, ούτε καν μεταξύ ιδιωτών παρόχων.
Το 2017 η Πολιτεία, στην προσπάθεια για την αυτονόμηση των οκτώ νοσοκομείων και των σαράντα Κέντρων Υγείας, δημιούργησε τον ΟΚΥπΥ (Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας), με στόχο την αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα υγείας, έτσι ώστε να μπορέσει να ανταγωνιστεί τον ιδιωτικό τομέα και σε βάθος χρόνου να καταστεί οικονομικά βιώσιμος. Για να συμβεί αυτό έγινε μια σοβαρή προσπάθεια σχεδιασμού, οργάνωσης, συντονισμού κι αξιολόγησης των υπηρεσιών και του ανθρώπινου δυναμικού, το δεύτερο εξάμηνο του 2018 και το πρώτο εξάμηνο του 2019. Προς τούτο, κλήθηκε από τη Κυβέρνηση ειδικός από τη Μεγ. Βρετανία να αναλάβει την Προεδρία του Οργανισμού, ενώ έγινε διεθνής διαγωνισμός, με επιτυχή έκβαση και για την(γενική) εκτελεστική διεύθυνσή του. Όμως, παρά τα πρώτα θετικά βήματα που έγιναν, «συμφέροντα» που δεν ανήκουν στην πολιτική εξουσία, κατάφεραν να σταματήσουν αυτή την προσπάθεια, οδηγώντας σε «αποχώρηση» στελέχη που είχαν τις γνώσεις και την επάρκεια να φέρουν σε πέρας το δύσκολο έργο της αυτονόμησης των δημόσιων νοσοκομείων.
Ο ΟΑΥ έχει προχωρήσει με σχετική επιτυχία στις διαδικασίες επιλογής και υπογραφής συμβάσεων με ικανοποιητικό σε πρώτη φάση αριθμό οικογενειακών γιατρών και παιδιάτρων, εργαστηρίων, διαγνωστικών κέντρων και φαρμακείων, αλλά όχι ακόμα με επαρκή αριθμό γιατρών ειδικοτήτων για το νέο σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Το σύστημα ξεκίνησε τη λειτουργία του από 1.6.2019 με σχετικά διαχείρισιμα προβλήματα, εκ των οποίων τα κυριότερα είναι α. στους ιδιώτες, οι γεμάτες λίστες ασφαλισμένων λόγω και της μη συμμετοχής ή επάρκειας όλων, και β. στο δημόσιο, οι μισο-άδειες λίστες, η επάρκεια προσωπικών γιατρών κι οι αντιστάσεις ειδικών γιατρών να στηρίξουν ανάλογα το εγχείρημα. Κύριος λόγος παρουσιάζονται -πάντα-τα κίνητρα, που ως ένα σημείο είναι λογικό, μιας και ένας γιατρός του δημοσίου μπορεί να φτάσει το πολύ καλό σημείο ετήσιων μικτών αμοιβών των 100 χιλ. ευρώ περίπου, αλλά ένας αντίστοιχος ιδιώτης στα διπλάσια. Καθημερινά στα ΜΜΕ υπάρχει πληθώρα δημοσιευμάτων από τη μεριά των επαγγελματιών υγείας, με ελάχιστα εκ μέρους των συλλόγων ασθενών, που στηρίζουν το ΓεΣΥ. Η λύση σε αυτό δεν είναι οι αέναες διαπραγματεύσεις και υπαναχωρήσεις της Πολιτείας προς τις συντεχνίες (κυρίως των γιατρών), αλλά η νομοθέτηση ενός μισθολογίου υγειονομικών του δημοσίου, που θα θεσμοθετεί άπαξ με τα κίνητρα, κι η ανάλογη εξέταση των ιδιωτών.Από την άλλη μεριά, η ποιότητα της περίθαλψης των πολιτών δεν είναι δυνατόν να μετριέται με καθημερινούς αριθμούς εξετασθέντων κ.α., αλλά με τη θεσμοθέτηση κριτηρίων και πρωτοκόλλων, που θα ακολουθούν και τη κάθε είδους συνταγογράφηση, σε σχέση και με τα κίνητρα. Επιπροσθέτως, επείγουν επενδύσεις σε κτίρια, εξοπλισμό, υπηρεσίες, στο 1% του ΑΕΠ, σημείο που κατά τη γνώμη μας πρέπει να απασχολήσει την πολιτική ηγεσία, τώρα.
Τέλος, η όποια αυτονόμηση (ΟΑΥ και ΟΚΥπΥ), που νομοθετήθηκε, πρέπει να εφαρμοσθεί στην πράξη, με αντίστοιχα στελέχη, διοικητικά κυρίως, αλλά και ιατρο-νοσηλευτικά, που να θέλουν και να μπορούν, να πείσουν με αποτελέσματα και επικοινωνία, ότι τα καταφέρνουν, διαρκώς. Άλλωστε, η επόμενη φάση της ένταξης των νοσοκομειακών υπηρεσιών στο ΓεΣΥ, μέσω ΟΑΥ, πλησιάζει (1/6/20), κι εκεί το εγχείρημα θα είναι πιο δύσκολο, εξαιτίας και του μεγέθους, γι’ αυτό απαιτεί καλύτερο σχεδιασμό, οργάνωση, συντονισμό κι αξιολόγηση. Αυτά υπερβαίνουν και τις λύσεις,π.χ. για Τ(Α)ΕΠ και Φαρμακεία, που έπρεπε να είχαν δοθεί,το θέρος,τόσο από επιστημονικά όργανα και διοικήσεις νοσοκομείων,αλλά και δευτερευόντως από την κεντρική διοίκηση (προσλήψεις, μετακινήσεις, κ.α.).Πάντως, το εγχείρημα παραμένει δύσκολο, όσο και (πολύ) ενδιαφέρον
Πηγη:HealthDaily
