Με την κατάλληλη εκπαίδευση των επαγγελματιών και ορθή
χρήση διαγνωστικών εργαλείων
Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε πολύ πρόσφατα
στο έγκριτο περιοδικό JAMA Network Open, φέρνει και πάλι στο προσκήνιο
το θέμα της πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης του καρκίνου του στόματος. Ο
καρκίνος του στόματος αποτελεί έναν από τους πιο συχνούς τύπους καρκίνου
παγκοσμίως με περίπου 380,000 νέα περιστατικά κάθε χρόνο, υψηλή νοσηρότητα
και θνησιμότητα (180,000 θάνατοι ετησίως). Παρά τις σημαντικές προόδους
στη θεραπευτική αντιμετώπιση, τα ποσοστά 5ετούς επιβίωσης παραμένουν
χαμηλά (σε πολλές μελέτες δεν ξεπερνούν το 50%), γεγονός που σε μεγάλο
βαθμό σχετίζεται με καθυστερήσεις στην ανίχνευση και, συνακόλουθα,
προχωρημένο στάδιο της νόσου κατά τη διάγνωση. Εντούτοις, η δυσάρεστη αυτή
πραγματικότητα θα μπορούσε να αντιστραφεί μέσω της πρωτογενούς πρόληψης
και της δευτερογενούς πρόληψης. Η δευτερογενής πρόληψη του καρκίνου του
στόματος αναφέρεται στην έγκαιρη διάγνωση σε ένα προσυμπτωματικό στάδιο.
Ωστόσο, η εφαρμογή των αρχών της δευτερογενούς πρόληψης συχνά προσκρούει
σε πρακτικές δυσκολίες και, ειδικότερα, στην απουσία προγραμμάτων διαλογής
(screening) του γενικού πληθυσμού για τον καρκίνο του στόματος. Το πρόβλημα
αυτό είναι ιδιαίτερα διογκωμένο σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπου η πρόσβαση
του πληθυσμού σε κατάλληλες δομές υγείας και σε εξειδικευμένους γιατρούς
εμφανίζει σημαντικούς περιορισμούς. Στις δυσχέρειες αυτές έρχεται να προσφέρει
μία πιθανή λύση το άρθρο των Thampi και συναδέλφων με τίτλο «Feasibility
of Training Community Health Workers in the Detection of Oral Cancer».
Συγκεκριμένα, οι ερευνητές πραγματοποίησαν μία συγχρονική κλινική μελέτη
σε ένα μεγάλο δείγμα 1,200 ατόμων στην Ινδία, μία χώρα που μαστίζεται από
τον καρκίνο του στόματος, και εξέτασαν τις δυνατότητες που προσφέρει η χρήση
μίας εφαρμογής κινητού τηλεφώνου για την οπτική διαλογή (visual screening)
και αναγνώριση βλαβών του στόματος από εργαζόμενους υγείας στην κοινότητα
(community health workers) μετά από κατάλληλη εκπαίδευση και αρχική
επιτήρηση από οδοντιάτρους. Τα ευρήματα της μελέτης κατέδειξαν ότι η μέθοδος
αυτή έχει τη δυνατότητα ανίχνευσης ύποπτων βλαβών του στόματος με υψηλή
αξιοπιστία και, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να εφαρμοστεί ως εναλλακτική
προσέγγιση για τη διαλογή (screening) για καρκίνο του στόματος σε χώρες
και περιοχές με περιορισμένους πόρους για την υγεία και την περίθαλψη του
πληθυσμού. Στη χώρα μας, όπως και σε άλλες ανεπτυγμένες κοινωνίες, η έγκαιρη
ανίχνευση του καρκίνου του στόματος και των προκαρκινικών του σταδίων σε
μεγάλο βαθμό βασίζεται στην ενδοστοματική κλινική εξέταση όλων των ασθενών
που προσέρχονται για οδοντιατρική περίθαλψη. Όπως ανέφερε ο Καθηγητής
Στοματολογίας Νικόλαος Νικητάκης, οι οδοντίατροι στη χώρα μας, αλλά και
παγκοσμίως, εκπαιδεύονται κατάλληλα ώστε να πραγματοποιούν ενδελεχή
στοματολογικό έλεγχο για έγκαιρη διάγνωση στοματικών βλαβών με ιδιαίτερη
έμφαση στην ανίχνευση προκαρκινικών διαταραχών και καρκίνου του στόματος.
Σε περίπτωση που διαπιστωθούν ύποπτες βλάβες, οι οδοντίατροι είναι σε θέση
να προβούν στις απαραίτητες διαγνωστικές ενέργειες ή, όπου είναι σκόπιμο, να
παραπέμψουν σε κατάλληλα εξειδικευμένους συναδέλφους τους.
Πηγη:HealthDaily
