Τα παιδιά που εντάσσονται στο «φάσμα των διαταραχών της ανάπτυξης» αξίζουν σωστότερης αντιμετώπισης

Τόσο στην ακρίβεια των διαγνώσεων όσο και
στην ενσυναίσθηση μας
Όσο κι αν οι γνώσεις μας γύρω από την ανάπτυξη και την ωρίμανση του
εγκεφάλου έχουν διευρυνθεί, όσο κι αν οι ειδικότητες έχουν εξελιχθεί, υπάρχει
ακόμη αρκετός δρόμος που πρέπει να διανύσουμε, προκειμένου τα παιδιά που
ανήκουν στο λεγόμενο «φάσμα των διαταραχών της ανάπτυξης» να χαίρουν
σωστότερης αντιμετώπισης, τόσο όσον αφορά την εξατομίκευση και την ακρίβεια
των διαγνώσεων όσο και την καλλιέργεια της ενσυναίσθησής μας.
Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα που έστειλε στο κοινό η κυρία Μ. Σαββάκη, τ.
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης, Διευθύντρια της Μονάδας
Δυσλεξίας & Διαταραχών Λόγου, Μάθησης & Συμπεριφοράς στο Πανεπιστημιακό
Νοσοκομείο Ηρακλείου, στο πλαίσιο των διαλέξεων που διοργανώνει το
Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Όπως
ανέφερε, τα παιδιά αυτά επικοινωνούν διαφορετικά με το περιβάλλον τους από
την πλειοψηφία και αυτό συχνά, στο μη εκπαιδευμένο μάτι, μπορεί να δώσει
την εντύπωση αδιαφορίας, αγένειας ή περιφρονητικής στάσης. Δεν είναι όμως
καθόλου έτσι: ένα παιδί που ξεσπάει σε ξαφνικό γέλιο ενώ δεν έχει ειπωθεί
κάτι αστείο, μπορεί να το κάνει επειδή αμύνεται απέναντι σε μια ακατανόητη για
εκείνο συμπεριφορά. Ένα παιδί που τείνει να κοιτάζει αλλού όταν του δείχνουν
κάτι, μπορεί να το κάνει επειδή αδυνατεί να συνθέσει το οπτικό με το ακουστικό
ερέθισμα και πρέπει, συνεπώς, να στρέψει αλλού το βλέμμα του για να μπορέσει
να καταλάβει.
Υπάρχουν, ευτυχώς, στη διάθεσή μας μια σειρά από μέσα, από επιστημονικά
εργαλεία, που μας εξασφαλίζουν τη δυνατότητα να εξακριβώνουμε αν τα παιδιά
αυτά, που δυσκολεύονται στην επικοινωνία, αντιμετωπίζουν ή όχι διαταραχές
ανάπτυξης, και πόσο σοβαρές. Παρόλα αυτά, χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην
εφαρμογή των εν λόγω μέσων. Τα ενδεδειγμένα τεστ δεν έχουν την απαραίτητη
διαγνωστική ευαισθησία, σύμφωνα με την κα Σαββάκη.
Άλλος παράγοντας δυσκολίας που ορθώνεται ανάμεσα στον θεράποντα και
την ακριβή διάγνωση είναι η αδυναμία του πρώτου να ελέγξει τις οικογενειακές
συνθήκες στις οποίες ζει το παιδί και οι οποίες μερικές φορές εντείνουν το
πρόβλημα. Η ραγδαία χρήση της τεχνολογίας, κυρίως του κινητού, επίσης
υπονομεύει την ικανότητα των παιδιών να επικοινωνούν γόνιμα, τα αποκόπτει από
τους γονείς τους, οι συζητήσεις συρρικνώνονται, η ακουστική μνήμη εξασθενεί,
η σύνταξη εκπίπτει, η ικανότητα του προφορικού λόγου μαραίνεται. Διάγνωση
σημαίνει να γνωρίζουμε ακριβώς το τι, το γιατί, το πώς, το πότε. Χρειάζεται λεπτός
χειρισμός, καθοδήγηση, συμπαράσταση, αγάπη -αυτό που αποκαλείται, με άλλα
λόγια, empathic psychiatry. «Τα παιδιά αυτά δεν νοσούν, δεν είναι άρρωστα.
Η βελτίωσή τους είναι εφικτή αλλά έχει τους νόμους της και πρέπει να τους
εξηγούμε στους γονείς. Πώς αλλιώς θα ακολουθήσουν τις οδηγίες;», τόνισε η
κα Σαββάκη. «Όταν κουράρουμε ένα παιδί, δεν πρέπει να παραιτούμαστε ποτέ
και για κανέναν λόγο», είπε τέλος η ομιλήτρια τονίζοντας ότι αυτού του είδους η
σύνδεση και η θεραπευτική οδός είναι δύσκολη και απαιτεί θυσίες.

 

 

Πηγη:HealthDaily

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *