Σε σχέση με την παρακεταμόλη και άλλα στεροειδή
Είκοσι οκτώ (28) μελέτες έδειξαν ότι η ιβουπροφαίνη έχει ένα από
τα καλύτερα προφίλ ασφάλειας στις ανεπιθύμητες ενέργειες του
γαστρεντερικού συστήματος και έχει συσχετιστεί με τον χαμηλότερο κίνδυνο
σοβαρών επιπλοκών του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα, σε σχέση με
άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη.
Όπως αναφέρει ο Γαστρεντερολόγος Μανώλης Συμβουλάκης, Δ/ντής της
Β’ Γαστρεντερολογικής Κλινικής του ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, έχει αποδειχθεί
επίσης ότι η ύπαρξη ανεπιθύμητων ενεργειών εξαρτώνται από την
δοσολογία λήψης, γεγονός που σημαίνει ότι η λήψη ιβουπροφαίνης σε δόσης
ΟΤC (μέχρι 1.200 mg ημερησίως) είναι χαμηλότερου κινδύνου σε σύγκριση με
τις συνταγογραφούμενες δόσεις.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με όλες τις έρευνες, δεν υπάρχουν σημαντικές
διαφορές στην ανεκτικότητα του φαρμάκου από το γαστρεντερικό
σύστημα μεταξύ ιβουπροφαίνης, παρακεταμόλης και εικονικού
φαρμάκου όταν η λήψη της είναι βραχυπρόθεσμη και σε ενδεδειγμένους
ασθενείς.Όσον αφορά στην αντιμετώπιση του πόνου, σύμφωνα
με 39 ανασκοπήσεις Cochrane, στις οποίες αξιολογήθηκαν 41 αναλγητικά
ΜΗΣΥΦΑ σε χρήση μιας δόσης, τα ποσοστά επιτυχίας για τα δυο πιο
κοινά αναλγητικά ήταν: 57% για την ιβουπροφαίνη 400 mg και 34% για την
παρακεταμόλη 975/1.000 mg.
Επίσης μελέτες έχουν δείξει ότι παρόλο ότι η Ιβουπροφαίνη χρησιμοποιείται
συχνά σε δόσεις της τάξης των 600 mg για οξύ άλγος, το μέγιστο
αναλγητικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται στα 400 mg/δόση. Συμπερασματικά,
η ιβουπροφαίνη μπορεί να δοθεί και να συσταθεί από τον ιατρό ΠΦΥ και
τον φαρμακοποιό ως απλό αναλγητικό για την αντιμετώπιση του καθημερινού
πόνου με την βεβαιότητα της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας.
Πηγη:HealthDaily
