Τα εμβόλια, είναι το μεγαλύτερο και αποτελεσματικότερο όπλο της επιστήμης έναντι δεκάδων θανατηφόρων νόσων.
Χάρη σε αυτά, εξαλείφθηκαν ή καταπολεμήθηκαν επικίνδυνες νόσοι στην ιστορία της ανθρωπότητας, ενώ, τα τελευταία δυόμιση χρόνια αποδείχθηκαν σωτήρια έναντι της πανδημίας του κορονοϊού που έπληξε τον πλανήτη.
Ο εμβολιασμός ενισχύει την ανοσοποιητική άμυνα του οργανισμού και βοηθά στην αντιμετώπιση κοινών νόσων
στις οποίες μπορεί να εκτίθενται οι άνθρωποι. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, ο εμβολιασμός αποτρέπει
την προσβολή από νόσους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα άτομο μπορεί να προσβληθεί από μια νόσο ακόμη και αν έχει εμβολιαστεί. Ωστόσο, τα συμπτώματα που παρουσιάζει είναι ηπιότερα και η ανάρρωση ταχύτερη.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΑΜΑΛΙΣΜΟ ΜΕΧΡΙ ΤΟ MRNA
Πολύς ο λόγος για τα εμβόλια τα τελευταία δυόμιση χρόνια με αφορμή την πανδημία. Λίγο ως πολύ όλοι γνωρίζουμε την ευεργετική δράση των εμβολίων έναντι επικίνδυνων νόσων, ωστόσο, είναι πολλά αυτά που δεν είναι γνωστά αναφορικά με την ιστορία
των εμβολίων. Ο Δρ Πέτρος Κανελλόπουλος, ειδικός παθολόγος και πρόεδρος της Επιτροπής COVID-19 του Metropolitan Hospital
μας εξηγεί κάποια εξ αυτών. Όπως λέει, η μοναδική εκρίζωση ασθένειας στην ανθρώπινη ιστορία έγινε δια του εμβολιασμού και,
μάλιστα, με το πρώτο εμβόλιο στην ιστορία της ιατρικής. Αυτό ήταν το εμβόλιο κατά της ευλογιάς (δαμαλισμός) που κέρδισε τον «πόλεμο» κατά της νόσου, με αποτέλεσμα την εκρίζωσή της, δηλαδή την πλήρη εξάλειψή της σε όλο τον κόσμο το 1980. Η λέξη vaccine
(εμβόλιο) έρχεται από τη λατινική λέξη vacca (αγελάδα) εξ ου και ο συγκεκριμένος εμβολιασμός στη χώρα μας επικράτησε με το
όνομα δαμαλισμός. Και πώς εμπλέκεται η αγελάδα στην ιστορία;
Ο πατέρας αυτού του πρώτου εμβολίου, ο Βρετανός παθολόγος Edward Jenner παρατήρησε ότι οι γυναίκες που άρμεγαν αγελάδες
εμφάνιζαν φουσκάλες στα χέρια τους και δεν νοσούσαν από ευλογιά, μια εποχή που η ευλογιά αποτελούσε, κατ’ αναλογία, αυτό
που σήμερα ονομάζουμε πανδημία. Ο E. Jenner, πήρε υγρό από τις φυσαλίδες και το πρώτο εμβόλιο ήταν γεγονός. Το τέλος του 20ού
αιώνα σήμανε και το τέλος της νόσου που μέχρι τότε είχε σκοτώσει το 10% του πληθυσμού τον 19ο αιώνα και 300-500 εκατομμύρια
ανθρώπους τον 20ό αιώνα. Το πρώτο εμβόλιο ακολουθήθηκε από πολλά άλλα επιτυχή εμβόλια όπως αυτά κατά της λύσσας,
της πανώλης, της διφθερίτιδας, του κοκκύτη, της φυματίωσης, της πολιομυελίτιδας, του τετάνου με αποτέλεσμα, είτε αυτές οι ασθένειες
να είναι «άγνωστες λέξεις», είτε να είναι περιορισμένης επίπτωσης και να μην απειλούν την ανθρώπινη ζωή όπως παλιά. Από το πρώτο
κιόλας εμβόλιο υπήρχαν αντιδράσεις, οι οποίες αν και δεν είχαν τη «βοήθεια» της παγκοσμιότητας της πληροφορίας ήταν ισχυρές
και υπολογίσιμες. Παρ’ όλα αυτά, τα εμβόλια επικράτησαν χάρη στην αποτελεσματικότητά τους. Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία
του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, προλαβαίνουν 100.000.000 νοσήσεις σε όλο τον κόσμο, αποτρέπουν 2.500.000 θανάτους,
προσφέρουν μακροχρόνια προστασία από πολλές, πάρα πολλές ασθένειες, και βοηθούν τα συστήματα υγείας ανά τον κόσμο να
έχουν επαρκείς πόρους για την αντιμετώπιση των ασθενειών για τις οποίες δεν υπάρχουν εμβόλια (και όλα αυτά χωρίς να προσμετρούνται τα νούμερα του εμβολιασμού έναντι του SARS-CoV-2 και της COVID-19.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΕΜΒΟΛΙΟΥ ΠΟΛΛΑ ΑΛΛΑΞΑΝ
Νέες νόσοι εμφανίστηκαν, παλιές νόσοι έγιναν πιο επικίνδυνες, παθήσεις απειλητικές για τη ζωή πολλαπλασιάστηκαν, ιοί μεταλλάχθηκαν
και ανέπτυξαν πιο ανθεκτικά στελέχη, μικρόβια ανέπτυξαν αντοχή στα αντιβιοτικά. Η θετική εμπειρία των εμβολιασμών έδειξε ότι τα
εμβόλια θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη λύση και για νόσους όπως το AIDS, ο καρκίνος, η ελονοσία ή ακόμα να δώσουν καλύτερες λύσεις από αυτές που μέχρι τώρα έχουν δώσει για νόσους όπως π.χ. η φυματίωση. Αυτή η αντίληψη δημιούργησε το ευνοϊκό
ερευνητικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο το οποίο οδηγεί μαθηματικά στις μεγάλες επιστημονικές επιτυχίες. Το ευνοϊκό για τα εμβόλια
ερευνητικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο έδωσε στους επιστήμονες τη δυνατότητα να σχεδιάσουν και να δοκιμάσουν στο εργαστήριο
νέους τύπους εμβολίων, ανάμεσα δε σε αυτούς τους τύπους ήταν τα εμβόλια γονιδιώματος (εμβόλια DNA, εμβόλια mRNA) και εμβόλια
ανασυνδυασμένου φορέα. Κάθε ένα από αυτά τα εμβόλια ήταν «καλό στη θεωρία» αλλά στην πράξη είχε να αντιμετωπίσει διάφορα
προβλήματα που έπρεπε να λυθούν πριν μπορέσει να δοκιμαστεί σε ανθρώπους.
Η «κεντρική ιδέα» όλων των εμβολίων (κλασικών και γονιδιώματος), ο «μηχανισμός» τους, είναι η εισαγωγή πρωτεΐνης του ιού ή του βακτηρίου στον οργανισμό του ανθρώπου με σκοπό την «εκπαίδευση» του ανοσιακού μας συστήματος, την «καταγραφή» της από αυτό
και τη δημιουργία αντισωμάτων τα οποία λειτουργούν ως ασπίδα σε περίπτωση μόλυνσης από το μικρόβιο (ιό ή βακτήριο) έναντι του
οποίου ζητείται η προστασία. Αποτέλεσμα: η σημαντικότατη μείωση της πιθανότητας νόσησης (πολλά άτομα δεν νοσούν) ή η ελαφρύτερη νόσος (κάποια άτομα θα νοσήσουν αλλά πολύ ελαφρύτερα). Η πρώτη δημοσίευση για τα εμβόλια mRNA, έγινε το μακρινό 1990 στο
έγκυρο επιστημονικό περιοδικό Science πριν φτάσουν να αποτελούν τα εμβόλια επιλογής έναντι του κορονοϊού, είχαν να λύσουν μια
σειρά από προβλήματα που ήταν από βιολογικά (αποτελεσματική εισαγωγή του mRNA στο κύτταρο του λήπτη) μέχρι τεχνικά (συντήρηση του «εύθραυστου» mRNA). Τα προβλήματα αυτά λύθηκαν προοδευτικά, με αποτέλεσμα τα εργαστήρια να είναι πια έτοιμα το
2020 να αντιμετωπίσουν την πρώτη «πρόκληση». Τα εμβόλια mRNA δεν εισάγουν στον οργανισμό ούτε τον ιό SARS-CoV-2 ούτε τμήμα
του, δεν μεταδίδουν λοιμώδες νόσημα και δεν προσδένονται στο γονιδίωμα του λήπτη. Εισάγουν μια κωδικοποιημένη «οδηγία» δημιουργίας μιας πρωτεΐνης σαν αυτήν που διαθέτει η ακίδα του ιού, το εργαλείο δηλαδή που τον βοηθάει να προσκολληθεί στο κύτταρο.
Αυτή η «τεχνητή» ακίδα γίνεται το αντιγόνο, η ουσία που προκαλεί τη δημιουργία αντισωμάτων, τα οποία είναι κάποια από τα μόρια
«φονιάδες» του οργανισμού. Όταν ο πραγματικός ιός μολύνει τον οργανισμό μας, αυτά τα μόρια θα είναι πλέον εκεί για να αποτρέψουν τη νόσηση. Όσο για τον «αγγελιοφόρο», την κωδικοποιημένη οδηγία; Αυτή γίνεται το πρώτο θύμα της διαδικασίας που πυροδοτεί.
Καταστρέφεται. Τα εμβόλια mRNA ευνοήθηκαν και από την τεράστια πρόοδο της υπολογιστικής τεχνολογίας. Ήταν αυτή η τεχνολογία
που «έκοψε δρόμο», «έκοψε χρόνο» και έδωσε στην επιστήμη τα απαραίτητα δεδομένα, αυτά που της επέτρεψαν να συνδυάσει τα
συμπεράσματα ενός πολύ μεγάλου αριθμού κλινικών μελετών από όλο τον κόσμο και να τα εφαρμόσει. Ήταν αυτή η τεχνολογία που
ανέλυσε και γνωστοποίησε το γονιδίωμα του SARS-CoV-2, επιτρέποντας στην επιστήμη να επιδείξει τα γρήγορα αντανακλαστικά που
απαιτούσε η πανδημία: Μία εβδομάδα μετά τη γνωστοποίηση του γονιδιώματος του ιού είχε παραχθεί πρωτότυπο εμβολίου και σε
έναν μήνα είχαν αρχίσει οι κλινικές δοκιμές.
Ο ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ ΡΟΥΤΙΝΑΣ
Παγκοσμίως η πανδημία COVID-19 συνεχίζει να είναι παρούσα, δημιουργώντας ολοένα και περισσότερες προκλήσεις στα συστήματα
υγείας για τη διαχείρισή της. Πρόσφατη μελέτη της PWC ανέφερε ότι η εστίαση στην πρόληψη θα πρέπει να αποτελέσει σημαντικό
πυλώνα στο μέλλον για τα συστήματα υγείας, ώστε να ανοικοδομηθεί η οικονομία και να ισορροπήσει η κοινωνία. Κομβικό μέτρο
της πρόληψης είναι ο εμβολιασμός, ο οποίος αποτελεί από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα δημόσιας υγείας. H στήριξή του όμως θα
πρέπει να γίνεται συστηματικά και μεθοδικά από την πλευρά της πολιτείας μέσα από τα προγράμματα εμβολιασμού και επιστημονικές
οδηγίες, ώστε να διασφαλίζεται η εμπιστοσύνη του πληθυσμού και των επαγγελματιών υγείας, ειδικά εν μέσω της πανδημίας. Στην
Ελλάδα, η τρέχουσα περίοδος, με το άνοιγμα του εμβολιασμού στις εφηβικές ηλικίες και τη δυνατότητα αυτού στα ιατρεία των παιδιάτρων αλλά και την ομαλή επιστροφή των παιδιών στα σχολεία, αποτελεί το ιδανικό διάστημα για την πολιτεία αλλά και την οικογένεια να ενδυναμώσουν τους εμβολιασμούς ρουτίνας. Μια από τις πρώτες και άμεσες ενέργειες που μπορούν να πραγματοποιηθούν
προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η έκδοση οδηγιών από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού που θα τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα
εμβολιασμού των εφήβων έναντι της COVID-19 και παράλληλα θα υπενθυμίζουν την αναγκαιότητα τήρησης του εμβολιασμού
ρουτίνας. Η επικαιρότητα του COVID-19 εμβολιασμού στα παιδιά >12 ετών καθιστά αναγκαία την έκδοση οδηγιών για την διαχείριση
του εμβολιασμού ρουτίνας και την έγκαιρη και άμεση ανανέωση του ΕΠΕ για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη γονέων και εφήβων στον
εμβολιασμό (άρα και για τον COVID-19 εμβολιασμό). Με αυτόν τον τρόπο θα απαντηθούν από τις επίσημες πηγές πληροφόρησης της
πολιτείας μας τα ερωτήματα και οι ανησυχίες των γονέων, αναδεικνύοντας παράλληλα τους ατομικούς αλλά και συλλογικούς κινδύνους για τη Δημόσια Υγεία από τη μη συμμόρφωση. Συγχρόνως, η ενδεχόμενη ανανέωση του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών
Παιδιών & Εφήβων, καθώς έχει ήδη υπάρξει χρονική απόκλιση από την καθιερωμένη πρακτική της ετήσιας αναθεώρησης, θα μεταφέρει ευκρινές μήνυμα στους Παιδιάτρους, στους υπόλοιπους Επαγγελματίες Υγείας και στο κοινό ότι, πέραν της αντιμετώπισης της
πανδημίας, πρέπει να προτεραιοποιηθούν και οι υπόλοιπες ανάγκες πρόληψης μέσω εμβολιασμού. Επίσης, θα δοθεί η ευκαιρία στην
Επιτροπή να εξετάσει την κάλυψη και πρόσθετων εμβολιαστικών αναγκών που έχουν αναδειχθεί στο μεσοδιάστημα.
ΝΕΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟ COVID-19 ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΝΩ ΤΩΝ 12 ΕΤΩΝ
Το Νοέμβριο του 2020 η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού εν μέσω της πανδημίας προέβη σε υπενθύμιση των συστάσεων, ώστε να
διασφαλιστεί η τήρηση του εμβολιασμού ρουτίνας σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού. Παράλληλα, υπάρχει η ανάγκη
για σαφή επιστημονική καθοδήγηση προς τους επαγγελματίες υγείας και τους γονείς. Συχνά ο παιδίατρος καλείται να διαχειριστεί
τα ερωτήματα και τις ανησυχίες του γονέα για τον εμβολιασμό των εφήβων έναντι της νόσου COVID-19 που θέτουν οι γονείς, ενώ
συγχρόνως αντιμετωπίζει την πρόκληση κάλυψης του κενού στα εμβόλια ρουτίνας των εφήβων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να
εκδοθούν οδηγίες από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού που θα τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα εμβολιασμού των εφήβων
έναντι της COVID-19 και θα αναδεικνύουν την αναγκαιότητα τήρησης του εμβολιασμού ρουτίνας με κάλυψη συγκεκριμένων
εμβολιαστικών στόχων.
ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΝΕΩΘΕΙ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ
Συγχρόνως με τις οδηγίες, η ανανέωση του Προγράμματος Εμβολιασμού θα ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη του πληθυσμού
στην προτεραιότητα που έχει θέσει η κυβέρνηση για την αξία του εμβολιασμού. Η ανανέωση του θα σηματοδοτήσει μία επιστροφή στην κανονικότητα και την επένδυση του συστήματος στην προαγωγή της υγείας μέσω του εμβολιασμού. Να υπενθυμιστεί ότι η τελευταία ανανέωση του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών για παιδιά και εφήβους είχε γίνει τον Ιούνιο του
2020, με την επικαιροποίησή του να παρουσιάζει καθυστέρηση. Η αναπόφευκτη πραγματικότητα που διαμορφώθηκε
εν μέσω πανδημίας και γνωρίζουμε όλοι, είναι η μείωση των εμβολιασμών ρουτίνας σε παιδιά και εφήβους και συνεπώς η
αδυναμία θωράκισης τους έναντι πολλαπλών νοσημάτων. Όπως έχει αναφερθεί από την Unicef και τη διευθύντρια του Τμήματος Ανοσοποίησης και Εμβολίων στον ΠΟΥ Κέιτ O’Μπράιαν, αλλά και από την Ελληνική Παιδιατρική Εταιρία, η πανδημία
της Covid-19 οδήγησε σε μια μεγάλη οπισθοδρόμηση του παιδικού εμβολιασμού, οδηγώντας μας πάνω από μια δεκαετία
πίσω. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πτώση του τοίχους ανοσίας απέναντι σε ασθένειες που μέχρι σήμερα είχαν αντιμετωπιστεί
αποτελεσματικά μέσω των εμβολίων.
Η ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ Η ΚΑΛΗ ΥΓΕΙΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΥΝ ΘΕΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η Ελλάδα, διαθέτει ένα από τα πιο σύγχρονα εμβολιαστικά προγράμματα, τόσο στην κάλυψη του παιδικού όσο και του
εφηβικού και ενήλικα πληθυσμού. Μελέτη της McKinsey έδειξε ότι το παγκόσμιο φορτίο των νόσων μπορεί να μειωθεί κατά
περίπου 40% τις επόμενες δεκαετίες με πάνω από 70% του οφέλους να προέρχεται από τη στήριξη της πρόληψης μέσω
μιας πληθώρας μέτρων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο εμβολιασμός. Η καλύτερη υγεία θα διασφαλίσει μια υγιή
κοινωνία και μια υγιή οικονομία. Μάλιστα, η καλύτερη υγεία θα μπορούσε να συνεισφέρει 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια
στο ΑΕΠ της Ευρώπης έως το 2040, ισοδύναμο με μια αύξηση 10% ή επιπλέον 0,5% του ΑΕΠ ετήσια ανάπτυξη πάνω από τις
τρέχουσες ετήσιες προβλέψεις, καθώς θα έχουμε λιγότερους θανάτους, μειωμένη νοσηρότητα, μεγαλύτερη συμμετοχή
των πολιτών στην εργασία και αυξημένη παραγωγικότητα. Η ανανέωσή του ΕΠΕ και η έκδοση οδηγιών για τους γονείς
και τους επαγγελματίες υγείας φαίνεται μονόδρομος για την πολιτεία ώστε να στείλει ένα σαφές μήνυμα προς την κοινωνία
ότι προστατεύει τη δημόσια υγεία στο σύνολο της, οραματίζεται καλύτερη υγεία για τον πληθυσμό και έχει μία ολιστική
προσέγγιση για την αντιμετώπιση των λοιμωδών νοσημάτων. Η πανδημία COVID-19 και οι προκλήσεις για τον εμβολιασμό
θα πρέπει να λειτουργήσουν ως ευκαιρίες για να ενισχυθούν οι πολιτικές υγείας για τη βελτίωση της πρόσβασης σε όλα τα
εμβόλια, συμπεριλαμβανομένων της ρουτίνας, και να διαμορφώσουν τα θεμέλια, πάνω στα οποία μπορεί να δημιουργηθεί
ένα σταθερό οικοσύστημα εμβολίων και μία εθνική εμβολιαστική πολιτική, ως εθνική προτεραιότητα με συγκεκριμένους
εμβολιαστικούς στόχους.
ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΓΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ HPV
Στις 23 Μαρτίου αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Υγείας το ανανεωμένο Εθνικό Πρόγραμμα Παιδιών και Εφήβων
(ΕΠΕ) έναντι του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων. Σύμφωνα με το νέο ΕΠΕ ο εμβολιασμός έναντι του ιού των ανθρωπίνων
θηλωμάτων ενδείκνυται σε αγόρια και κορίτσια στην ηλικία 9–18 ετών συμπεριλαμβανομένων των ομάδων υψηλού κινδύνου. Η συνταγογράφηση του προτεινόμενου 9δύναμου εμβολίου κατά του HPV είναι πλέον εφικτή μέσω ΗΔΙΚΑ για τους
επαγγελματίες υγείας, παρέχοντας τη δυνατότητα για πρώτη φορά στα αγόρια να αποκτήσουν πρόσβαση στο εμβόλιο με
πλήρη αποζημίωση. Η σημαντική αλλαγή είναι ότι θα υπάρχει συμπερίληψη, ασφαλιστική κάλυψη και δωρεάν παροχή του
εμβολίου και για αγόρια της ηλικίας αυτής.
Η ένταξη των αγοριών στις συστάσεις εμβολιασμού έναντι του HPV είναι απόλυτα σύμφωνη με τις διεθνείς στρατηγικές των Π.Ο.Υ. και Ε.Ε. που προβλέπουν εξάλειψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και των HPV σχετιζόμενων καρκίνων μέσα από συγκεκριμένους στόχους τα επόμενα έτη. Πιο συγκεκριμένα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) ανακοίνωσε ότι ο καρκίνος τραχήλου μήτρας θα έχει εξαλειφθεί ως παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας όταν όλες οι χώρες καταφέρουν να έχουν <4 περιστατικά/100.000 γυναίκες/έτος, κάτι που είναι εφικτό εντός του αιώνα εάν, μέσω μιας Παγκόσμιας 90-70-90 Στρατηγικής, επιτευχθούν μέχρι το 2030 οι εξής τρεις στόχοι:
• 90% των κοριτσιών <15 ετών να εμβολιαστούν πλήρως κατά του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV)
• 70% των γυναικών να εξετασθούν προληπτικά με ένα τεστ υψηλής ακρίβειας (HPV test) σε ηλικία 35 ετών και ξανά σε ηλικία 45 ετών
• 90% των γυναικών με (προ)καρκίνο τραχήλου μήτρας να τύχουν ενδεδειγμένης θεραπείας και υποστηρικτικής φροντίδας.
Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την καταπολέμηση κατά του καρκίνου θέτει ως προτεραιότητα τη διαχείριση των καρκίνων που μπορούν να προληφθούν από τον εμβολιασμό, μεταξύ των οποίων οι σχετιζόμενοι με τον HPV. Στον τομέα της πρόληψης προβλέπεται μεταξύ των κύριων προληπτικών δράσεων (συμπεριλαμβανομένου του προσυμπτωματικού ελέγχου) ο HPV-εμβολιασμός σε ποσοστό μεγαλύτερο του >90% των κοριτσιών και η αύξηση του ποσοστού εμβολιασμού των αγοριών. Το Υπουργείο Υγείας, τόσο με την ανανέωση του ΕΠΕ, όσο και με την επικείμενη έκδοση του Ηλεκτρονικού Βιβλιαρίου Υγείας Παιδιού και τη δημιουργία του Εθνικού μητρώου Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων, θέτει τις βάσεις μιας συντονισμένης στρατηγικής δημόσιας υγείας που στηρίζεται στην πρόληψη και στο σχεδιασμό τεκμηριωμένων πολιτικών υγείας με βάση τα δεδομένα.
Ο HPV ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ 5% ΤΩΝ ΚΑΡΚΙΝΩΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ
Συμπεριλαμβανομένων των καρκίνων του τραχήλου της μήτρας, του κόλπου και αιδοίου, της κεφαλής & τραχήλου, του πέους, του πρωκτού και των γεννητικών κονδυλωμάτων, επηρεάζοντας σημαντικά και τα δύο φύλα. Ο εμβολιασμός, ως μέσο πρωτογενούς πρόληψης είναι ένα αποτελεσματικό και αποδοτικό μέτρο δημόσιας υγείας που σώζει ζωές. Πρόσφατη μελέτη στην Αγγλία έδειξε ότι ο εμβολιασμός έναντι του ιού ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) μεταξύ 2006-2019 μείωσε κατά 87% τα περιστατικά καρκίνου του τραχήλου της μήτρας στα εμβολιασμένα κορίτσια 12-13 ετών. Ως εκ τούτου, η επέκταση του εμβολιασμού στα αγόρια διασφαλίζει τη μελλοντική υγεία αγοριών και κοριτσιών παρέχοντας τους ίσο δικαίωμα πρόσβασης. Αυξάνοντας τα ποσοστά εμβολιασμού και στα δύο φύλα μπορεί να επιτευχθεί σημαντική μείωση των HPV-σχετιζόμενων νόσων και καρκίνων στη χώρα μας. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτουν οι καθηγητές του ΕΚΠΑ Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου (επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας), Αθανάσιος Μίχος (καθηγητής Παιδιατρικής-Λοιμωξιολογίας), Δημήτριος Χαϊδόπουλος (αναπληρωτής καθηγητής Γυναικολογικής Ογκολογίας), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (καθηγήτρια Θεραπευτικής-Επιδημιολογίας-Προληπτικής Ιατρικής) και Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής-Αιματολογίας-Ογκολογίας και πρύτανης ΕΚΠΑ) οι ιοί των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) είναι μια ομάδα ιών με περισσότερους από 150 υπότυπους, που μεταδίδονται μέσω δερματικής επαφής. Είναι γνωστό ότι 40 υπότυποι μπορούν να προκαλέσουν μόλυνση της γεννητικής περιοχής και περίπου 20 είναι δυνητικά ογκογόνοι. Σχεδόν όλα τα σεξουαλικώς ενεργά άτομα θα έρθουν σε επαφή με έναν HPV ιό. Οι ιοί αυτοί παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό μεταδοτικότητας, με αποτέλεσμα περίπου 80% των κοριτσιών και των αγοριών να παρουσιάζουν μόλυνση σύντομα μετά την έναρξη των σεξουαλικών επαφών. Σε περίπου 5-10% των μολύνσεων θα υπάρξει εμμένουσα λοίμωξη, που μπορεί να οδηγήσει στην εκδήλωση κακοήθειας. Οι ογκογόνοι υπότυποι προκαλούν συχνά νεοπλάσματα της γεννητικής περιοχής, όπως καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και του αιδοίου στις γυναίκες, καρκίνο του πέους και του πρωκτού στους άνδρες. Επιπλέον, οι ογκογόνοι ΗPV τύποι σχετίζονται και με καρκίνο του στοματοφάρυγγα που αυξάνει σε συχνότητα τις τελευταίες 10ετίες στον αναπτυγμένο κόσμο.
Η πιο συχνή κλινική εκδήλωση των μη ογκογόνων HPV τύπων είναι τα γεννητικά κονδυλώματα, το συχνότερο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, με θεραπεία που μπορεί να είναι επίπονη, καθώς υποτροπιάζουν προκαλώντας ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα
σε νέους ανθρώπους. Ο εμβολιασμός για πρόληψη λοίμωξης από ΗPV ιούς ξεκίνησε πριν από 16 χρόνια και φαίνονται πλέον
τα σημαντικά αποτελέσματά του. Σε χώρες όπου εφαρμόστηκε μαζικός εμβολιασμός στην εφηβική ηλικία, όπως στην Αυστραλία
και στη Νέα Ζηλανδία, η μείωση των γεννητικών κονδυλωμάτων είναι εντυπωσιακή και αφορά >90% του γενικού πληθυσμού.
Οι έφηβες που εμβολιάστηκαν παρουσίασαν μηδενικά ποσοστά προκαρκινικών βλαβών και HPV σχετιζόμενων καρκίνων. Πριν
από 2 χρόνια το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία ξεκίνησαν τον εμβολιασμό και στα αγόρια, ενώ την ίδια τακτική ακολουθούν
σταδιακά και άλλες χώρες. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι στην Ελλάδα 30%-40% μόνο των εφήβων κοριτσιών εμβολιάζεται,
παρότι υπάρχει η δωρεάν ασφαλιστική παροχή εδώ και αρκετά χρόνια. Μάλιστα τα ποσοστά μειώθηκαν κατά τη διάρκεια
της πανδημίας COVID-19. Με την ευκαιρία της ένταξης και των αγοριών στο πρόγραμμα εμβολιασμού θα πρέπει να τονίσουμε
στους γονείς τη σημασία πρόληψης της λοίμωξης από HPV. Ο εμβολιασμός είναι ασφαλής και έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα
στην πρόληψη εμφάνισης κονδυλωμάτων και καρκίνου για τους νέους ανθρώπους. Συμπερασματικά, είναι γνωστή η ογκογόνος
δράση των ιών HPV και στα δύο φύλα και αδιαμφισβήτητο το όφελος του εμβολιασμού. Η σύσταση και η δωρεάν χορήγηση
του εμβολίου HPV και στα αγόρια αναμένεται να έχει ευεργετικά αποτελέσματα και να συμβάλει καθοριστικά στον επιδιωκόμενο
στόχο της εξάλειψης των HPV εξαρτώμενων μορφών καρκίνου.
ΑΝΘΕΛΟΝΟΣΙΑΚΑ ΕΜΒΟΛΙΑ
Νέα εποχή όμως έχουμε και στην μάχη κατά της ελονοσίας με την τεχνολογία mRNA να παίζει σημαντικό ρόλο. Η ελονοσία
προκαλείται από την μετάδοση παράσιτου (πλασμώδιο) στο αίμα μετά από δήγμα μολυσμένου κουνουπιού. Στην Ελλάδα ήταν ενδημική μέχρι και το 1960, ενώ μέσω εντατικού προγράμματος εκρίζωσης της νόσου η Ελλάδα κηρύχθηκε
ελεύθερη ελονοσίας το 1974. Τα τελευταία όμως χρόνια εμφανίζονται και στην Ελλάδα σποραδικά κρούσματα. Η εικόνα
στον υπόλοιπο κόσμο είναι αρκετά διαφορετική. Περισσότερα από 240 εκατομμύρια κρούσματα ελονοσίας υπήρχαν το 2020
σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), ενώ εκτιμάται ότι 627.000 θάνατοι προκλήθηκαν από τη νόσο
που πλήττει κυρίως την Υποσαχάρια Αφρική. H συντριπτική πλειοψηφία (περίπου 80%) των θανάτων σε αυτήν την περιοχή
αφορούν παιδιά μικρότερα από 5 έτη. Όπως εξηγούν οι καθηγητές του ΕΚΠΑ, Γκίκας Μαγιορκίνης και Θάνος Δημόπουλος
(Πρύτανης ΕΚΠΑ) η έλευση του πρώτου αποτελεσματικού εμβολίου για την ελονοσία μετά από δεκαετίες ερευνών αποτελεί
ένα μεγάλο βήμα στην πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου. Τα τελευταία χρόνια η πρόοδος για την αντιμετώπιση
της επιδημίας έχει κολλήσει ή και αναστραφεί σε κάποιες χώρες σύμφωνα με τον ΠΟΥ. Αυτό οφείλεται σε διάφορους
παράγοντες, 2 από τους οποίους είναι η ανάπτυξη αντοχής έναντι των ανθελονοσιακών φαρμάκων από τα πλασμώδια,
αλλά και η ανάπτυξη αντοχής έναντι των εντομοκτόνων από τα κουνούπια φορείς της νόσου. Το εμβόλιο RTS,S σχεδιάστηκε το 1987 ωστόσο τα πρώτα ενθαρρυντικά αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν το 2015 όπου φάνηκε ότι το εμβόλιο μείωσε
τις κλινικές περιπτώσεις της ελονοσίας κατά 39%, τη σοβαρή ελονοσία κατά 29% και την εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω
της νόσου κατά 37% στα 4 χρόνια της μελέτης. Αν και τα ποσοστά αποτελεσματικότητας δεν φαίνονται υψηλά, η επίδραση του εμβολίου, το οποίο δίνεται σε σχήμα 4 δόσεων, τόσο στα παιδιά όσο και στο σύστημα υγείας αναμένεται να
είναι σημαντική. Προς αυτή την κατεύθυνση ήδη υπάρχει ένα πρόγραμμα 150 εκατομμυρίων δολαρίων από την Gavi (Συνασπισμός Εμβολίων) που αποσκοπεί στο να βοηθήσει στην χρήση του εμβολίου στην Υποσαχάρια Αφρική. Συγχρόνως
η έρευνα για πιο αποτελεσματικά ανθελονοσιακά εμβόλια συνεχίζεται. Πιο πρόσφατα το εμβόλιο R21 είναι το πρώτο
που έφτασε τον στόχο αποτελεσματικότητας του 75% του ΠΟΥ, ενώ περισσότερες κλινικές μελέτες για την διάρκεια της
αποτελεσματικότητας του βρίσκονται σε εξέλιξη. Προς την ίδια κατεύθυνση για αυξημένη αποτελεσματικότητα αναμένεται
να γίνει εκμετάλλευση της τεχνολογίας mRNA έχοντας ως σημείο αναφοράς τα άλματα που επιτεύχθηκαν σε αυτήν την
τεχνολογία στην πανδημία της COVID-19. Η εταιρεία BioNTech (που βρίσκεται πίσω από το εμβόλιο της Pfizer) έχει ήδη ανακοινώσει την πρόθεσή της να αναπτύξει εμβόλιο mRNA για την ελονοσία με τις πρώτες κλινικές μελέτες να ξεκινούν στο
2022, ενώ υπάρχουν και σχέδια για την παραγωγή των εμβολίων αυτών στην Αφρική. Οι υποστηρικτές της προσέγγισης
θεωρούν ότι λόγω της ευελιξίας της γραμμής παραγωγής των mRNA εμβολίων θα μπορούν να αναπτύξουν διαφορετικά εμβόλια υποψήφια και έτσι να βρουν ένα υψηλά αποτελεσματικό εμβόλιο πιο γρήγορα. Όμως η δυσκολία στην φύλαξή τους
καθότι απαιτείται κατάψυξη στους -70 βαθμούς Κελσίου είναι πιθανό να δυσκολέψει το εγχείρημα του μαζικού εμβολιασμού
με mRNA στην Υποσαχάρια Αφρική. Σε κάθε περίπτωση με την ευρεία εφαρμογή ανθελονοσιακού εμβολίου για πρώτη φορά ακόμα και με σχετικά χαμηλά ποσοστά αποτελεσματικότητας σηματοδοτείται η έναρξη μίας νέας εποχής στη μάχη έναντι της νόσου.
ΕΜΒΟΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ COVID-19
Με αφορμή την πανδημία και την παγκόσμια επιστημονική προσπάθεια για την αντιμετώπιση του νέου κορονοϊού
η αξία του εμβολιασμού είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Ενώ, μια σειρά νέων ειδικών θεραπειών μπήκαν στη φαρέτρα των
επιστημόνων για να αντιμετωπίσουν την θανατηφόρο πανδημία που άλλαξε τις ζωές όλων μας τα τελευταία δύο χρόνια.
Συγκεκριμένα, υπάρχουν πολλά εμβόλια COVID-19 που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές χώρες σε όλο τον κόσμο τα
οποία μελετώνται αναλυτικά και εγκρίνονται τακτικά. Έχουν αναπτυχθεί επί του παρόντος πέντε διαφορετικοί τύποι εμβολίων COVID-19 που χρησιμοποιούνται ή βρίσκονται σε εξέλιξη και λειτουργούν με διαφορετικούς μηχανισμούς.
Τα εμβόλια mRNA των Pfizer-BioNTech και της Moderna έχουν τον γενετικό κώδικα για την πρωτεΐνη «spike» του κορονοϊού. Το
mRNA κατευθύνει την παραγωγή της ακίδας πρωτεΐνης, η οποία φαίνεται και στοχεύεται από το ανοσοποιητικό μας σύστημα (που
δημιουργεί αντισώματα και Τ λεμφοκύτταρα). Τα εμβόλια ιικού φορέα των AstraZeneca / Oxford (Covishield),
το μονοδοσικό Johnson & Johnson και το Sputnik V που έχουν ενσωματωμένο τον γενετικό κώδικα για την ακίδα πρωτεΐνης του
κορονοϊού σε έναν αδρανή ιό (συνήθως αδενοϊό), αλλά χωρίς τα μέρη που αναπαράγεται ένας ιός και έτσι δεν μπορεί ποτέ να
προκαλέσει μόλυνση.
Τα εμβόλια αδρανοποιημένου ιού Sinovac (CoronaVac) χρησιμοποιούν μια απενεργοποιημένη μορφή ολόκληρου του ιού
κορονοϊού. Ο κορονοϊός έχει «σκοτωθεί» έτσι ώστε να μην μπορεί να εισέλθει σε κύτταρα και να αναπαραχθεί και δεν μπορεί να
προκαλέσει μόλυνση με COVID-19. Το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει ολόκληρο τον ιό, παρόλο που είναι απενεργοποιημένος.
Τα πρωτεϊνικά εμβόλια, Novavax (NVX-CoV2373) έχουν την ίδια την πρωτεΐνη ακίδων του κορονοϊού (όχι τον γενετικό κώδικα), μαζί με κάτι που ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα (ένα «ανοσοενισχυτικό») για να διασφαλίσει ότι η πρωτεϊνική ακίδα στοχεύεται.
Και τέλος, τα ζωντανά εξασθενημένα εμβόλια COVID-19 τα οποία προς το παρόν δεν χρησιμοποιούνται και βρίσκονται σε φάση
έρευνας (εμβόλια που δεν έχουν έγκριση στην Ελλάδα).
Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗΣ ΔΟΣΗΣ
Πρόσφατα η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών στη χώρα μας άναψε το «πράσινο φως» για τη χορήγηση της 4 ης δόσης εμβολίου
στους άνω των 60 ετών τέσσερις μήνες μετά την 3 η δόση. Τη χορήγηση 4ης δόσης εμβολίου ή αλλιώς 2 ης αναμνηστικής,
ανακοίνωσε η πρόεδρος της Επιτροπής Εμβολιασμών, Μαρία Θεοδωρίδου, στους 70 ετών και άνω χωρίς προβλήματα υγείας
και σε όσους ζουν σε Μονάδες Φροντίδας, αλλά και στους άνω των 60 με υποκείμενα νοσήματα. Ενώ, και στα παιδιά 12-17
ετών με ανοσοκαταστολή προβλέπεται η χορήγηση 4 ης δόσης, τρεις μήνες μετά τη χορήγηση της τρίτης δόσης. Η 4η δόση
συστήνεται 4 μήνες από την 3η δόση ενώ, όσοι έχουν νοσήσει μετά την 3η δόση δεν συστήνεται να κάνουν 4η. Ωστόσο, μέχρι
στιγμής η δεύτερη αναμνηστική δόση είναι προαιρετική ενώ, η πρώτη αναμνηστική ή αλλιώς η 3η δόση όπως συνηθίζεται
είναι υποχρεωτική για να έχει κανείς Ευρωπαϊκό Πιστοποιητικό Εμβολιασμού, το οποίο παρεμπίπτοντος «μπαίνει στον πάγο»
για όλους τους καλοκαιρινούς μήνες και θα επανεξεταστεί από Σεπτέμβριο η χρήση του.
Τα εμβόλια σε μελέτες που έχουν διεξαχθεί φαίνεται να ανταποκρίνονται θετικά στις αναμνηστικές δόσεις. Προκαταρκτικά
αποτελέσματα από μια μελέτη Φάσης 2, δείχνουν την αξία της αναμνηστικής δόσης του εμβολίου της Johnson & Johnson το
οποίο, αύξησε τα εξουδετερωτικά και τα δεσμευτικά αντισώματα με παρόμοιο τρόπο όπως η αναμνηστική δόση του BNT162b2
και πέτυχε θεαματική αύξηση των T-κυτταρικών αποκρίσεων.
«Υπάρχουν πρώιμα στοιχεία που δείχνουν ότι μια μικτή προσέγγιση όσον αφορά τον αναμνηστικό εμβολιασμό μπορεί να παράσχει στους εμβολιαζόμενους διαφορετική ανοσολογική απόκριση κατά της COVID-19 από ό,τι μια ομόλογη προσέγγιση»
εξηγεί ο Dan Barouch, M.D., Ph.D., Διευθυντής του Κέντρου Ιολογίας και Έρευνας Εμβολίων στο BIDMC και συμπληρώνει
«Σε αυτή την προκαταρκτική μελέτη, όταν χορηγήθηκε στους συμμετέχοντες αναμνηστική δόση του Ad26.COV2.S έξι μήνες
μετά από ένα αρχικό σχήμα με το εμβόλιο BNT162b2, υπήρξε συγκρίσιμη αύξηση των αντισωματικών αποκρίσεων την εβδομάδα 4 μετά την αναμνηστική δόση και μεγαλύτερη αύξηση των CD8+ T-κυτταρικών αποκρίσεων με το Ad26.COV2.S συγκριτικά
με το BNT162b2».
Την ανοσοαπόκριση ενός τέταρτου εμβολιασμού (2ης αναμνηστικής δόσης) διερευνά μια πολυεθνική μελέτη από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Έρευνας για τα Εμβόλια κατά της COVID-19 «VACCELERATE», μία κοινοπραξία που χρηματοδοτείται από την
Ε.Ε. Συγκεκριμένα, η EU-COVAT-2 BOOSTAVAC είναι η δεύτερη μελέτη φάσης ΙΙ του VACCELERATE, που πραγματοποιείται με
χορηγία από το University College Dublin (UCD) στην Ιρλανδία και διερευνά την ανάγκη και τον βέλτιστο χρόνο μιας τέταρτης δόσης
εμβολιασμού mRNA Pfizer/BioNTech κατά του SARS-CoV-2 σε άτομα που έχουν ήδη λάβει τρία εμβόλια Pfizer/BioNTech. Από
την έναρξη της παραλλαγής Omicron, ο αριθμός των κρουσμάτων COVID-19 αυξάνεται συνεχώς και παραμένει απρόβλεπτο πώς
θα εξελιχθεί η πανδημία και ποιες νέες παραλλαγές ενδέχεται να αναπτυχθούν στο μέλλον, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη
γνώση σχετικά με τη χρησιμότητα πρόσθετης, «αναμνηστικής» δόσης εμβολίου για την αντιμετώπιση της υγειονομικής απειλής.
Η μελέτη, που ξεκίνησε στην Ιρλανδία και τα αποτελέσματα της αναμένονται μέχρι τον Ιανουάριο του 2023, σύντομα θα επεκταθεί
και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Βέλγιο, Γερμανία, Ολλανδία, Νορβηγία, Ισπανία, Σουηδία και Ελβετία. Σε εξέλιξη βρίσκεται ήδη και η πρώτη μελέτη του VACCELERATE, EU-COVAT-1 AGED, η οποία επικεντρώνεται στην ανοσολογική απόκριση των
ατόμων προχωρημένης ηλικίας (75+) στις αναμνηστικές δόσεις.
Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο «VACCELERATE» συντονίζεται από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Κολωνίας, στη Γερμανία, και
αρχικά συμμετέχουν σε αυτό 26 εταίροι από 16 κράτη-μέλη της Ε.Ε. και από 5 συνδεδεμένες με αυτή χώρες, ενώ ενθαρρύνονται
να συμμετέχουν και εκπρόσωποι άλλων χωρών. Για την Ελλάδα, το πρόγραμμα υλοποιείται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας,
με την υποστήριξη του ΕΚΠΑ και τη συμμετοχή δημόσιων και ιδιωτικών φορέων που πληρούν τις προϋποθέσεις να διενεργήσουν
κλινικές δοκιμές για τα εμβόλια κατά του του ιού SARS-CoV-2. Συντονιστής και διαχειριστικός εταίρος του προγράμματος για
την Ελλάδα έχει ορισθεί από την Ε.Ε. το Κέντρο Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων – CLEO (cleoresearch.org).
Πηγη:HealthDaily
