Προεκλαμψία: Η απλή εξέταση που προβλέπει τον κίνδυνο

Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια ανακάλυψαν ένα τρόπο για να εντοπίζουν τις έγκυες γυναίκες που κινδυνεύουν από προεκλαμψία, μια σοβαρή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από υψηλή αρτηριακή πίεση και δυσλειτουργία των νεφρών και μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό, επιληπτικές κρίσεις ακόμη και θάνατο.

Οι επιστήμονες με επικεφαλής τον Charles E. Chalfant, διαπίστωσαν ότι μπορούν να προβλέψουν τον κίνδυνο προεκλαμψίας εξετάζοντας τα λιπίδια στο αίμα των γυναικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ερευνητές λένε ότι το εύρημά τους ανοίγει το δρόμο σε απλές εξετάσεις αίματος για τον έλεγχο των ασθενών.

Επιπλέον, η προσέγγιση λειτούργησε ανεξάρτητα από το εάν οι γυναίκες υποβάλλονταν σε θεραπεία με ασπιρίνη, η οποία συνήθως συνταγογραφείται σε γυναίκες που πιστεύεται ότι διατρέχουν κίνδυνο.

«Οι γιατροί αναζητούν απλές εξετάσεις για να προβλέψουν τον κίνδυνο προεκλαμψίας πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Αν και είναι γνωστό ότι στην προεκλαμψία συμβαίνουν αλλαγές σε ορισμένα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα, δεν έχουν εγκριθεί ως χρήσιμοι βιοδείκτες. Η μελέτη μας παρουσιάζει την πρώτη ολοκληρωμένη ανάλυση των ειδών λιπιδίων, που συνθέτουν ένα χαρακτηριστικό προφίλ που σχετίζεται με την ανάπτυξη της προεκλαμψίας», δήλωσε ο Chalfant, από το Τμήμα Αιματολογίας και Ογκολογίας και το Τμήμα Κυτταρικής Βιολογίας του πανεπιστημίου.

«Το προφίλ των λιπιδίων θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά την ικανότητα εντοπισμού ασθενών που χρειάζονται προληπτική θεραπεία, όπως ασπιρίνη, ή πιο προσεκτική παρακολούθηση για πρώιμα σημάδια της νόσου, ώστε η θεραπεία να ξεκινήσει εγκαίρως».

Κατανοώντας την προεκλαμψία

Η προεκλαμψία επηρεάζει έως και το 7% όλων των κυήσεων. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως την 20η εβδομάδα και περιλαμβάνουν υψηλή αρτηριακή πίεση, προβλήματα στα νεφρά και ανωμαλίες στην πήξη του αίματος. Η πάθηση σχετίζεται με επικίνδυνες επιπλοκές, όπως δυσλειτουργία των νεφρών και του ήπατος και επιληπτικές κρίσεις, καθώς και με αυξημένο δια βίου κίνδυνο καρδιακής νόσου για τις μητέρες. Εκτιμάται ότι κάθε χρόνο πεθαίνουν 70.000 γυναίκες σε όλο τον κόσμο λόγω της προεκλαμψίας και των επιπλοκών της.

Οι γιατροί συστήνουν συνήθως χαμηλή δόση ασπιρίνης για γυναίκες που διατρέχουν κίνδυνο, αλλά λειτουργεί μόνο στις μισές ασθενείς και αυτή πρέπει να ξεκινήσει μέσα στις πρώτες 16 εβδομάδες της εγκυμοσύνης – πολύ πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα. Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντικό τον έγκαιρο εντοπισμό των γυναικών που κινδυνεύουν και την καλύτερη κατανόηση της προεκλαμψίας γενικά.

Ο Chalfant και οι συνεργάτες του, ήθελαν να βρουν βιοδείκτες, δηλαδή βιολογικούς δείκτες, στο αίμα εγκύων γυναικών που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τον κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας. Εξέτασαν δείγματα πλάσματος αίματος που συλλέχθηκαν από 57 γυναίκες στις πρώτες 24 εβδομάδες της εγκυμοσύνης τους και στη συνέχεια εξέτασαν εάν οι γυναίκες εμφάνισαν προεκλαμψία. Οι ερευνητές βρήκαν σημαντικές διαφορές στα «βιοενεργά λιπίδια» στο αίμα των γυναικών που εμφάνισαν προεκλαμψία και εκείνων που δεν εμφάνισαν προεκλαμψία.

Αυτό, λένε οι ερευνητές, θα επιτρέψει στους γιατρούς να διαστρωματώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας στις γυναίκες, εξετάζοντας τις αλλαγές των λιπιδίων στο αίμα τους.

Οι αλλαγές αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό «λιπιδαιμικό αποτύπωμα», λένε οι επιστήμονες, που θα μπορούσε να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τον εντοπισμό, την πρόληψη και την καλύτερη αντιμετώπιση της προεκλαμψίας.

«Η εφαρμογή της ολοκληρωμένης μας μεθόδου λιπιδαιμικού προφίλ στη συνήθη μαιευτική φροντίδα θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τη μητρική και νεογνική νοσηρότητα και θνησιμότητα», δήλωσε ο Chalfant. «Αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς η εξατομικευμένη ιατρική θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια σημαντική πρόκληση για τη δημόσια υγεία».

Τα ευρήματα δημοσιεύονται στην επιστημονική επιθεώρηση Journal of Lipid Research.

 

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Κι όμως το Αλτσχάιμερ «χτυπά» και τους 30άρηδες – Τα συμπτώματα που «προδίδουν» τη νόσο (Μελέτη)

Το Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία μπορεί να διαγνωστεί ήδη από τα 30 και τα συμπτώματα είναι συχνά διαφορετικά, σύμφωνα με νέα μελέτη.

Ηνόσος του Αλτσχάιμερ θεωρείται συχνά ως μια κατάσταση που επηρεάζει μόνο τους ηλικιωμένους. Ωστόσο, περίπου 3,9 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως, ηλικίας 30-64 ετών, ζουν με τη νόσο του Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία – μια μορφή άνοιας στην οποία τα συμπτώματα εμφανίζονται πριν από την ηλικία των 65 ετών.

Η Αγγλίδα δημοσιογράφος Fiona Phillips, 62 ετών, αποκάλυψε πρόσφατα ότι είχε διαγνωστεί με αυτό . Στη συνέντευξη, η Phillips μοιράστηκε ότι τα κύρια συμπτώματα που είχε βιώσει πριν από τη διάγνωσή της ήταν ένα ελαφρύ αίσθημα απώλειας μνήμης και αυξημένο άγχος – υπογραμμίζοντας πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η νεαρή έναρξη από τη νόσο Αλτσχάιμερ όψιμης έναρξης.

Τι έδειξε η έρευνα

Σύφωνα με τον Mark Dallas, Αναπληρωτή Καθηγητή Κυτταρικής Νευροεπιστήμης, Πανεπιστήμιο του Reading, τα συμπτώματα αρχίζουν πολύ νωρίτερα – σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις, έως και 30 ετών, αν και συνήθως διαγιγνώσκονται μεταξύ 50-64 ετών.

Και, ενώ τα άτομα με νόσο Αλτσχάιμερ συνήθως εμφανίζουν απώλεια μνήμης ως το πρώτο σημάδι της νόσου, τα άτομα με Αλτσχάιμερ νεαρής ηλικίας τείνουν να έχουν άλλα συμπτώματα – όπως μικρότερη εστίαση, λιγότερη ικανότητα μίμησης χειρονομιών και χειρότερη αίσθηση του χώρου.

Μερικά άτομα με Αλτσχάιμερ νεαρής ηλικίας μπορεί επίσης να παρουσιάσουν αυξημένο άγχος ήδη πριν από τη διάγνωση. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην επίγνωση των αλλαγών που συμβαίνουν, χωρίς σαφή λόγο για τον οποίο αισθάνονται διαφορετικά.

Ωστόσο, όπως τονίζει ο ειδικός, μολονότι μπορεί να έχουν λιγότερη γνωστική εξασθένηση κατά τη στιγμή της διάγνωσης, μελέτες έχουν δείξει ότι όσοι ζουν με τη νόσο του Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία εμφανίζουν πιο γρήγορες αλλαγές στον εγκέφαλό τους . Αυτό δείχνει ότι η πάθηση μπορεί να είναι πιο επιθετική από την όψιμη έναρξη της νόσου του Αλτσχάιμερ. Αυτό μπορεί επίσης να εξηγήσει γιατί τα άτομα με πρώιμη εμφάνιση Αλτσχάιμερ τείνουν να έχουν προσδόκιμο ζωής περίπου δύο χρόνια μικρότερο από εκείνους με όψιμη έναρξη.

Η έρευνα δείχνει ότι τα άτομα με νεανική νόσο Αλτσχάιμερ έχουν επίσης μεγαλύτερη επίγνωση των αλλαγών στην εγκεφαλική τους δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές συμπεριφοράς, μέχρι και κατάθλιψη.

Είναι πιο επικίνδυνο το Αλτσχάιμερ νεαρής ηλικίας;

«Οι παράγοντες κινδύνου για τη νόσο του Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία είναι παρόμοιοι με εκείνους για το Αλτσχάιμερ όψιμης έναρξης» ξεκαθαρίζει ο ειδικός.

Κια συνεχίζει, «Για παράδειγμα, τα χαμηλά επίπεδα καρδιαγγειακής ικανότητας και η χαμηλότερη γνωστική ικανότητα στην πρώιμη ενήλικη ζωή έχουν συνδεθεί με οκταπλάσιο αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία. Ωστόσο, δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει πλήρως όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τις πιθανότητες ενός ατόμου να αναπτύξει την πάθηση.

Μια πτυχή στην οποία οι ειδικοί είναι ξεκάθαροι είναι ότι η γενετική παίζει ρόλο σε περίπου μία στις δέκα περιπτώσεις της νόσου του Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία. Μέχρι στιγμής, τρία γονίδια ( APP , PSEN1 και PSEN2 ) έχουν συνδεθεί με τη νόσο του Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία.

Όλα αυτά τα γονίδια σχετίζονται με μια τοξική πρωτεΐνη που πιστεύεται ότι συμβάλλει στη νόσο του Αλτσχάιμερ (γνωστή ως βήτα αμυλοειδές). Όταν αυτά τα γονίδια γίνονται ελαττωματικά, υπάρχει συσσώρευση τοξικού αμυλοειδούς βήτα, το οποίο συνδέεται με συμπτώματα της νόσου του Αλτσχάιμερ.

Τα αυξανόμενα στοιχεία υποδηλώνουν ότι μπορεί επίσης να υπάρχει σύνδεση μεταξύ τραυματικής εγκεφαλικής βλάβης και νόσου Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία».

Υπάρχει θεραπεία;

Στο Ηνωμένο Βασίλειο , σε άτομα που έχουν διαγνωστεί με νόσο Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία μπορούν να συνταγογραφηθούν φάρμακα που μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση των συμπτωμάτων. Στις ΗΠΑ , έχουν εγκριθεί δύο θεραπείες που μπορεί να επιβραδύνουν την εξέλιξη των συμπτωμάτων. Ωστόσο, αυτά δοκιμάστηκαν μόνο σε άτομα με όψιμη έναρξη της νόσου του Αλτσχάιμερ, επομένως είναι αβέβαιο εάν θα έχουν τόσο διακριτό αποτέλεσμα.

Άτομα που μπορεί να έχουν οικογενειακό ιστορικό άνοιας ή ανησυχούν για τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν, μπορούν να υποβληθούν σε γενετικό τεστ . Αυτό θα επιβεβαιώσει την παρουσία των ελαττωματικών γονιδίων. Αυτές οι εξετάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν για όσους εμφανίζουν συμπτώματα ή για όσους έχουν οικογενειακό ιστορικό που επιθυμούν να γνωρίζουν τη μελλοντική τους πρόγνωση.

«Αν και δεν είναι δυνατό να τροποποιήσετε τη γενετική εάν διατρέχετε μεγαλύτερο κίνδυνο, ορισμένες έρευνες υποστηρίζουν την ιδέα ότι μπορείτε να ενισχύσετε την ανθεκτικότητά σας έναντι της νόσου μέσω ενός πιο υγιεινού τρόπου ζωής. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι όταν οι άνθρωποι που είχαν γενετική προδιάθεση για πρώιμη εμφάνιση του Αλτσχάιμερ ασκούνταν για περισσότερες από δυόμισι ώρες την εβδομάδα, σημείωσαν καλύτερα αποτελέσματα στα τεστ μνήμης από εκείνους που δεν ήταν τόσο σωματικά δραστήριοι.

Εκτός από το να είναι πιο δραστήριοι, οι επιλογές διατροφής μπορεί επίσης να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ σε νεαρή ηλικία. Μια ιταλική μελέτη διαπίστωσε ότι τα άτομα που κατανάλωναν υψηλά επίπεδα λαχανικών, ξηρών φρούτων και σοκολάτας φάνηκε να έχουν χαμηλότερο κίνδυνο» σημειώνει ο ειδικός.

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Μωρά και λοιμώξεις: Τι λέει νέα μελέτη για το «μυστικό όπλο» του ανοσοποιητικού τους

Βρέφη και παιδιά κάτω των 3 ετών είναι πιο ευάλωτα σε λοιμώξεις του αναπνευστικού όμως τα καταφέρνουν καλύτερα έναντι νέων παθογόνων όπως ο κορονοιός.

Ένα ξεχωριστό μηχανισμό άμυνας του ανοσοποιητικού εντόπισαν οι επιστήμονες σε βρέφη και μικρά παιδιά η ύπαρξη του οποίου εξηγεί μάλιστα γιατί κατά την διάρκεια της πανδημίας τα παιδιά μικρότερης ηλικίας που νόσησαν παρουσίαζαν συνήθως ηπιότερα συμπτώματα σε σχέση με ηλικιωμένους ασθενείς.

Βρέφη και παιδιά κάτω των 3 ετών είναι πιο ευάλωτα σε λοιμώξεις του αναπνευστικού όμως τα καταφέρνουν καλύτερα έναντι νέων παθογόνων όπως ο κορονοιός.

Δυο νέες μελέτες από ερευνητές του Πανεπιστημίου Columbia ρίχνουν φως στο παραπάνω παράδοξο, μελετώντας τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών τα πρώτα χρόνια μετά την γέννηση τους.

«Γνωρίζουμε ελάχιστα για το πώς αναπτύσσεται το ανοσοποιητικό σύστημα σε όλη τη διάρκεια της ζωής και τα περισσότερα στοιχεία από αυτά που γνωρίζουμε για την ανάπτυξη στα παιδιά προέρχονται από μελέτες σε ζώα» εξηγεί η Αμερικανίδα αναπτυξιολόγος Donna Farber από το Πανεπιστήμιο Columbia επισημαίνοντας ότι η αδυναμία αυτών των μελετών εντοπίζεται στο γεγονός ότι τα ποντίκια που χρησιμοποιούνται ως πειραματόζωα μεγαλώνουν με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τον άνθρωπο και το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι λίγο διαφορετικό.

Η ομάδα της Farber χρησιμοποιώντας δείγματα ιστών από νεκρούς δότες παιδιατρικών οργάνων, κατάφερε να εντοπίσει πτυχές της ανάπτυξης του ανοσοποιητικού συστήματος που διακρίνουν τα μωρά από τους ενήλικες.

Πώς λειτουργεί το ανοσοποιητικό

Η πρώτη σχετική μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Immunity, διαπίστωσε ότι τα εξειδικευμένα ανοσοκύτταρα του οργανισμού που ονομάζονται “Τ κύτταρα μνήμης” και ξεκινούν να σχηματίζονται μετά την πρώτη έκθεση του οργανισμού σε κάποιο σε παθογόνο, μέχρι την ηλικία των 3 ετών συσσωρεύονται γρήγορα στους πνεύμονες και τα έντερα και με πιο αργό ρυθμό στο αίμα και στους λεμφικούς ιστούς.

Αυτή η ομάδα κυττάρων είναι που επιτρέπει σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες να αναπτύξουν μια άμεση και συγκεκριμένη ανοσολογική απόκριση κάθε φορά που κάποιος παθογόνος οργανισμός εισβάλλει στο σώμα.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα συγκεκριμένα κύτταρα δεν είναι λειτουργικά ώριμα στα μικρά παιδιά με αποτέλεσμα αυτά να αναπτύσσουν σταδιακά την ικανότητα για προστατευτική ανοσία περίπου στην ηλικία 4-6 ετών. Αυτό εξηγεί γιατί τα μωρά και τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά είναι πιο επιρρεπή σε επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του αναπνευστικού και άλλες μολυσματικές ασθένειες σε σύγκριση με τους ενήλικες.

Τα ίδια ευρήματα μπορεί επίσης να εξηγήσουν γιατί η εισαγωγή τροφίμων στα παιδιά κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής θα μπορούσε να αποτρέψει σοβαρές τροφικές αλλεργίες.

Τα κύτταρα Τ πρώιμης μνήμης είναι πιο ανεκτικά από τα ώριμα κύτταρα, επομένως δεν πρόκειται να δημιουργήσουν ανοσοαπόκριση έναντι νέων τροφών, εξηγούν οι γιατροί.

Το «μυστικό όπλο» των μωρών

Ωστόσο ενώ τα βρέφη πράγματι είναι πολύ ευαίσθητα σε επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις μια δεύτερη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Immunology, διαπίστωσε ότι τα μωρά έχουν την ίδια στιγμή έναν μοναδικό τρόπο να αντιμετωπίζουν νέα παθογόνα.

Οι ερευνητές εντόπισαν συστάδες “Β κυττάρων” τα οποία παράγουν αντισώματα που περιβάλλονται από “Τ κύτταρα” στους πνεύμονες των βρεφών. Αυτός ο λεμφοειδής ιστός που σχετίζεται με το ανοσοποιητικό, σχηματίζεται μεταξύ 6 και 12 μηνών και εξαφανίζεται μετά την ηλικία των 3 ετών.
Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει στον πνεύμονα να παράγει αντισώματα έναντι παθογόνων του αναπνευστικού πολύ πριν αναπτυχθεί η μνήμη των “Τ κυττάρων”. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτός ο ιστός καταρρέει στη μεταγενέστερη παιδική ηλικία όταν πλέον ο οργανισμός δεν τον χρειάζεται.

Το παραπάνω εύρημα εξηγεί και γιατί τα μικρά παιδιά είναι πιο ανθεκτικά σε νέες λοιμώξεις του αναπνευστικού σε σύγκριση με τους ενήλικες – συμπεριλαμβανομένου του SARS-CoV-2.

«Με τον SARS-CoV-2, έναν ιό που κανείς δεν είχε συναντήσει ποτέ πριν, είδαμε ότι τα άτομα στα 50 και τα 60 τους ήταν πολύ ευαίσθητα στο να αναπτύξουν σοβαρή COVID-19, αλλά τα περισσότερα παιδιά που εκτέθηκαν στον SARS-CoV-2 ήταν καλά στην υγεία τους. Αυτό έδειξε ότι τα μωρά και τα μικρά παιδιά διαθέτουν έναν μηχανισμό προσαρμογής που τους επιτρέπει να ανταποκρίνονται καλύτερα σε καινούργια παθογόνα σε σχέση με τους ενήλικες» διευκρινίζει η επικεφαλής της έρευνας.

Η ύπαρξη αυτής της ομάδας «Β κυττάρων» είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο ορισμένα παιδιά αναπτύσσουν χρόνιο άσθμα και αλλεργίες, συνεχίζουν οι ειδικοί.

Είναι πιθανό αυτές οι ασθένειες να προκαλούνται εν μέρει από την δυσλειτουργική παράταση παραμονής του μηχανισμού στο σώμα καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν με αποτέλεσμα την υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού σε ορισμένα αντιγόνα, λέει η Farber προσθέτοντας ότι η μελέτη μπορεί να δώσει ενδείξεις και σχετικά με τα αποτελέσματα πρώιμων δοκιμών ενδορρινικών εμβολίων για την COVID 19 που δεν έδωσαν πολλά αποτελέσματα σε ενήλικες εν αντιθέσει με το ενδορρινικό εμβόλιο γρίπης που τείνει να λειτουργεί καλύτερα στον παιδικό πληθυσμό.

Σύμφωνα με τους μελετητές, αυτό το είδος εμβολίου ίσως να είναι πιο αποτελεσματικό στα παιδιά επειδή διαθέτουν τα πρώτα χρόνια ζωής τους τον συγκεκριμένο μηχανισμό με τον οποίο μπορούν να φτιάξουν νέα αντισώματα στους πνεύμονες.

Σε κάθε περίπτωση, η ικανότητα αυτή του παιδικού οργανισμού παρέχει κάποια προστασία αλλά δεν αποτρέπει κάθε είδους μόλυνση, διευκρινίζουν οι ειδικοί τονίζοντας την σημασία του παιδικού εμβολιασμού που δεν πρέπει να αμελείται.

Πηγές: www.cuimc.columbia.edu και www.news-medical.net

 

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Huntington: Ανταλλαγή εγκεφαλικών κυττάρων δείχνει νέες θεραπείες για τη νόσο

Σε μια συνοδευτική σειρά πειραμάτων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι νεότεροι υγιείς ανθρώπινοι γλοιογενείς προγονικοί οργανισμοί ανταγωνίζονταν τους παλαιότερους και κατά τα άλλα υγιείς ανθρώπινους γλοιογενείς οργανισμούς, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κυτταρική νεότητα είναι ένας κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας της ανταγωνιστικής επιτυχίας.

Huntington: Νέα έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature Biotechnology απαντά σε σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα των θεραπειών που επιδιώκουν την αντικατάσταση ασθενών και γερασμένων κυττάρων του κεντρικού νευρικού συστήματος με υγιή. Τα ευρήματά της έχουν επιπτώσεις σε μια σειρά νευρολογικών και ψυχιατρικών διαταραχών -συμπεριλαμβανομένης της νόσου του Huntington, της αμυοτροφικής πλευρικής σκλήρυνσης (ALS) και της σχιζοφρένειας- που έχουν συνδεθεί με τα γλοία, έναν πληθυσμό κυττάρων που υποστηρίζουν την υγεία και τη λειτουργία του εγκεφάλου. “Μια ευρεία ποικιλία διαταραχών που συνδέουμε με νευρωνική απώλεια φαίνεται τώρα να προκαλείται από δυσλειτουργικά γλοιακά κύτταρα”, δήλωσε ο καθηγητής Νευρολογίας του Ιατρικού Κέντρου του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ (URMC) Steve Goldman, MD, Ph.D., επικεφαλής συγγραφέας της νέας μελέτης. “Αυτό καθιστά αυτές τις ασθένειες ελκυστικούς στόχους για θεραπείες με βάση βλαστικά και προγονικά κύτταρα”. Η νέα μελέτη από το Κέντρο Μεταφραστικής Νευροϊατρικής URMC (URMC Center for Translational Neuromedicine), του οποίου ο Goldman είναι συνδιευθυντής, περιγράφει την ικανότητα των ανθρώπινων γλοιακών προγονικών κυττάρων – πρόδρομων κυττάρων που μπορούν να δημιουργήσουν τόσο αστροκύτταρα όσο και ολιγοδενδροκύτταρα, τους δύο κύριους τύπους γλοίας – να ανταγωνίζονται μεταξύ τους στον ενήλικο εγκέφαλο και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των νέων και υγιών κυττάρων έναντι των γηρασμένων και ασθενών κυττάρων.

Το αποκορύφωμα μιας δεκαετίας επιστημονικής προόδου

Πίσω από τα νέα ευρήματα κρύβεται μια σειρά πρόσφατων σημαντικών εξελίξεων. Το 2013, ο Goldman και οι συνεργάτες του ανέφεραν για πρώτη φορά στρατηγικές για την παραγωγή των γλοιακών υποστηρικτικών κυττάρων του εγκεφάλου από εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα. Σε μεταγενέστερη έρευνα, το εργαστήριο μεταμόσχευσε αυτά τα κύτταρα στους εγκεφάλους μωρών ποντικιών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανθρώπινων γλοιακών-χιμαιρικών ποντικιών, ένα τεχνικό επίτευγμα που επιτρέπει στους ερευνητές να μελετούν τα ανθρώπινα γλοιακά κύτταρα στον ζωντανό εγκέφαλο. Η ομάδα έδειξε ότι μετά τη μεταμόσχευση, τα ανθρώπινα γλοιακά προγονικά κύτταρα γρήγορα υπερίσχυσαν των γηγενών κυττάρων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εγκέφαλοι με νευρώνες ποντικιών και ανθρώπινη γλοία. Σε μεταγενέστερα πειράματα, το εργαστήριο μεταμόσχευσε ανθρώπινα γλοιακά κύτταρα με τη μετάλλαξη της νόσου του Huntington (HTT). Παρατήρησαν ότι αυτή η μετάλλαξη εξασθένησε τη λειτουργία των γλοιακών προγονικών κυττάρων, με αποτέλεσμα την ανεπαρκή παραγωγή αστροκυττάρων και ολιγοδενδροκυττάρων. Το εργαστήριο έδειξε επίσης ότι η μεταμόσχευση υγιών ανθρώπινων γλοιακών αρχέγονων κυττάρων σε μοντέλα ποντικιών της νόσου Huntington καθυστέρησε την εξέλιξη της νόσου, ενισχύοντας τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η δυσλειτουργία της γλοίας σε αυτή την ακόμη μη θεραπεύσιμη νευροεκφυλιστική νόσο.

Τα νεαρά και υγιή κύτταρα ανταγωνίζονται τα παλαιότερα και άρρωστα

Καθώς αυτές οι προηγούμενες μελέτες περιορίζονταν στη μεταμόσχευση ανθρώπινων κυττάρων στον εγκέφαλο ποντικού, παρέμενε το ερώτημα αν τα ανθρώπινα κύτταρα που μεταμοσχεύτηκαν σε έναν άλλο ανθρώπινο εγκέφαλο θα απέδιδαν το ίδιο είδος οφέλους. Αυτή η νέα μελέτη υποδηλώνει έντονα ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι θετική και υπογραμμίζει τη δυνητική αξία των θεραπειών κυτταρικής υποκατάστασης, δείχνοντας ότι τα υγιή ανθρώπινα γλοία θα ανταγωνίζονται και θα αντικαθιστούν τα άρρωστα ανθρώπινα κύτταρα. Για να το αποδείξουν αυτό, οι ερευνητές εμφύτευσαν πρώτα ανθρώπινα γλοιακά προγονικά κύτταρα με τη μετάλλαξη HTT στους εγκεφάλους νεογέννητων ποντικών. Αφού τα ζώα ενηλικιώθηκαν, οι ερευνητές στη συνέχεια μεταμόσχευσαν υγιή ανθρώπινα γλοιακά κύτταρα, τα οποία συνέχισαν να εκτοπίζουν και να εξαλείφουν τα αντίστοιχα κύτταρα της νόσου του Huntington. “Στο ραβδωτό σώμα, την περιοχή-στόχο μας, τα υγιή κύτταρα ουσιαστικά εκδίωξαν τα κύτταρα της νόσου, αντικαθιστώντας τελικά πλήρως τον γλοιακό προγονικό πληθυσμό”, δήλωσε ο Goldman. “Μπορείτε πραγματικά να δείτε ένα κύμα μετανάστευσης και ένα όριο όπου τα κύτταρα που εκφράζουν τη μετάλλαξη HTT πεθαίνουν και αντικαθίστανται από υγιή”. Σε μια συνοδευτική σειρά πειραμάτων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι νεότεροι υγιείς ανθρώπινοι γλοιογενείς προγονικοί οργανισμοί ανταγωνίζονταν τους παλαιότερους και κατά τα άλλα υγιείς ανθρώπινους γλοιογενείς οργανισμούς, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κυτταρική νεότητα είναι ένας κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας της ανταγωνιστικής επιτυχίας.

“Τα ευρήματα αυτά έχουν ισχυρές θεραπευτικές επιπτώσεις, καθώς υποδηλώνουν ότι στον ενήλικο ανθρώπινο εγκέφαλο, τα γλοία που κατοικούν -είτε νοσούν είτε είναι απλώς γερασμένα- μπορούν να αντικατασταθούν μετά την εισαγωγή νεότερων και υγιέστερων κυττάρων”, δήλωσε ο Goldman. Πρόσθετοι συγγραφείς της μελέτης είναι οι John Mariani, Renee Solly, Ashley Tate, Steven Schanz, Natasha Cotrupi και Abdellatif Benraiss με το URMC και οι Ricardo Vieira, Gwen Huynh, Hans Stephensen, Marzieh Mousaei και Jon Sporring με το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

 

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Αυξάνεται διεθνώς παιδικός εμβολιασμός μετά την μείωσή του τα χρόνια της πανδημίας COVID-19

Το 2022 εμβολιάστηκαν τέσσερα εκατομμύρια περισσότερα παιδιά απ’ ό,τι το 2021.

Ο εμβολιασμός των παιδιών σε διεθνές επίπεδο, που είχε υποχωρήσει ανησυχητικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας του νέου κορονοϊού, ανακτά ορμή, παραμένει ωστόσο σε επίπεδο κατώτερο από ό,τι πριν από την υγειονομική κρίση, τονίζουν σήμερα διεθνείς οργανισμοί που ανήκουν στο σύστημα του ΟΗΕ.

Όπως δείχνουν νέα δεδομένα, που δημοσιοποιούν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) και το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για την Παιδική Ηλικία (UNICEF), το 2022 εμβολιάστηκαν τέσσερα εκατομμύρια περισσότερα παιδιά απ’ ό,τι το 2021.

Πρόκειται για «καλή είδηση»: «κατά μέσον όρο, οι χώρες όλου του κόσμου προσεγγίζουν εκ νέου το επίπεδο ανοσοποίησης στο οποίο είχαν φθάσει πριν από την έλευση της πανδημίας», τόνισε η Κέιτ Ο’ Μπράιεν, η διευθύντρια του τμήματος ανοσοποίησης και εμβολίων του ΠΟΥ, στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Τα δεδομένα «είναι ενθαρρυντικά», τόνισε ο γενικός διευθυντής του οργανισμού, ο Δρ. Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεέσους, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΠΟΥ.

Το 2022, 20,5 εκατομμύρια παιδιά δεν έλαβαν ένα ή περισσότερα βασικά εμβόλια, έναντι 24,4 εκατ. το 2021.

Όμως, παρά τις «υποσχόμενες ενδείξεις», η κάλυψη δεν έχει επανέλθει ακόμη στα επίπεδα προ πανδημίας (18,4 εκατ.), κάτι το οποίο, σύμφωνα με τις υπηρεσίες του ΟΗΕ, εκθέτει παιδιά σε σοβαρούς κινδύνους επιδημιών.

Εξάλλου, η ανάκαμψη είναι «πολύ άνιση», επισημαίνει η κυρία Ο’ Μπράιεν.

Οι πλούσιες χώρες τα πάνε συγκριτικά καλά και ο ΠΟΥ διαπιστώνει επίσης πως «ορισμένες χώρες, ιδιαίτερα ορισμένες πολύ μεγάλες, με χαμηλό ως μεσαίο εισόδημα, όπως η Ινδία και η Ινδονησία», καταγράφουν ισχυρή ανάκαμψη.

Εξηγεί πως οι χώρες που βλέπουν την εμβολιαστική κάλυψή τους να ανακάμπτει είναι γενικά αυτές που επένδυαν σε τέτοια προγράμματα συστηματικά ήδη προτού ξεσπάσει η πανδημία, αναφερόμενη στο Νεπάλ, στην Κένυα, στο Μπανγκλαντές.

Όμως αντίθετα, «στο σύνολο των χωρών χαμηλού εισοδήματος, η ανάκαμψη δεν έχει καν ξεκινήσει, αν υφίσταται καν για ορισμένες από αυτές», προειδοποιεί η κυρία Ο’ Μπράιεν.

Σε παγκόσμια κλίμακα, μείζων ανησυχία παραμένει ο εμβολιασμός κατά της ιλαράς –μιας από τις πιο μολυσματικές ασθένειες–, που δεν έχει ανακάμψει στον βαθμό που έχει επιτευχθεί σε άλλες εκστρατείες.

Η κάλυψη της πρώτης δόσης του εμβολίου κατά της ιλαράς αυξήθηκε στο 83% το 2022 από το 81% το 2021 μεν, αλλά παραμένει χαμηλότερη από το 86% όπου είχε φθάσει το 2019.

Απεναντίας, η εμβολιαστική κάλυψη έναντι του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) για πρώτη φορά ξεπέρασε πέρυσι τα επίπεδα προ πανδημίας.

Ο ΟΗΕ ξεκίνησε πριν από τρεις μήνες εκστρατεία για τη «Μεγάλη Αναπλήρωση» του εμβολιασμού των παιδιών, επικεντρωμένη στις είκοσι χώρες όπου ζουν τα τρία τέταρτα των παιδιών του κόσμου που έμειναν κατά μεγάλους αριθμούς ανεμβολίαστα ή έχασαν δόσεις το 2021.

Από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

ΕΟΔΥ: Πιθανές επιπτώσεις στην υγεία από την εισπνοή καπνού από πυρκαγιά – Μέτρα αποφυγής και προστασίας

Οδηγίες προστασίας από τον ΕΟΔΥ αναφορικά με την εισπνοή καπνού σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Κατά τη διάρκεια μίας πυρκαγιάς, ο καπνός που παράγεται αποτελείται από πληθώρα αιωρούμενων σωματιδίων, η σύσταση των οποίων εξαρτάται από το είδος του καύσιμου υλικού. Οι επιπτώσεις στην υγεία από την εισπνοή αυτών των σωματιδίων, ποικίλλουν ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της σύστασης τους, τη διάμετρο τους, το βαθμό και τη διάρκεια έκθεσης, τις ατμοσφαιρικές συνθήκες, το επίπεδο της υγείας του κάθε ατόμου, καθώς και την αντίδραση του κάθε οργανισμού.

Σε γενικές γραμμές, η έκθεση στον καπνό μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό των ματιών και του αναπνευστικού συστήματος, καθώς και επιδείνωση τυχόν αναπνευστικών και καρδιολογικών νοσημάτων. Άτομα με χρόνια αναπνευστικά, καρδιολογικά ή άλλα νοσήματα, έγκυες, ηλικιωμένοι και παιδιά βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο από τις επιπτώσεις του καπνού.

Μέτρα για την αποφυγή της εισπνοής καπνού από πυρκαγιά

O ΕΟΔΥ στο πλαίσιο της προστασίας της δημόσιας υγείας, συστήνει τη λήψη των παρακάτω μέτρων για την αποφυγή εισπνοής καπνού σε περίπτωση πυρκαγιάς:

Σε περίπτωση συνθηκών που ευνοούν την έντονη έκθεση σε καπνό, συστήνεται η απομάκρυνση από την περιοχή, εφόσον είναι εφικτό, για όσο διάστημα το φαινόμενο παραμένει έντονο.

Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η απομάκρυνση από την περιοχή, παραμείνετε όσο το δυνατόν περισσότερο σε κλειστούς χώρους και διατηρείστε τον εσωτερικό αέρα όσο το δυνατόν περισσότερο καθαρό ακολουθώντας τις παρακάτω συστάσεις:

  • Διατηρείστε τα παράθυρα και τις πόρτες κλειστά, και χρησιμοποιείστε κλιματισμό ο οποίος να διαθέτει ανακύκλωση εσωτερικού αέρα και καλά συντηρημένα φίλτρα.
  • Αποφύγετε το κάπνισμα στους κλειστούς χώρους.
  • Αποφύγετε τη χρήση σκούπας (ηλεκτρικής ή συμβατικής).
  • Σε περίπτωση απουσίας καπνού εξωτερικά αερίζουμε τους εσωτερικούς χώρους για ανανέωση του αέρα ανοίγοντας τα παράθυρα.
  • Αποφύγετε τις εξωτερικές δραστηριότητες για όσο διάστημα υπάρχει καπνός.

Μέτρα για την αποφυγή/ελαχιστοποίηση επιπτώσεων στην υγεία

  • Αποφύγετε την σωματική καταπόνηση.
  • Καταναλώστε άφθονες ποσότητες πόσιμου νερού και υγρών, ειδικά κατά τα διαστήματα έντονης παρουσίας καπνού.
  • Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων από το αναπνευστικό ή καρδιαγγειακό σύστημα που μπορεί να σχετίζονται με υπερβολική έκθεση σε καπνό, όπως επίμονος βήχας, δυσκολία ή/και συριγμός στην αναπνοή, σφίξιμο ή πόνος στο στήθος, ταχυκαρδία, ναυτία, ασυνήθιστη κόπωση ή ζάλη, ζητήστε άμεσα ιατρική βοήθεια.

Πηγή: https://eody.gov.gr

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

 

 

Βασιλακόπουλος: Μάσκα σε όσους είναι κοντά σε πυρκαγιές – Προστασία ευπαθών ομάδων

Oδηγίες επιβίωσης” στις ακραίες συνθήκες καύσωνα και πυρκαγιών έδωσε στην ΕΡΤ ο Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, καθηγητής Πνευμονολογίας Εντατικής Θεραπείας Πανεπιστημίου Αθηνών, αναφέροντας ότι οι κάτοικοι των περιοχών που αντιμετωπίζουν κίνδυνο θα πρέπει να φορέσουν μάσκες, όμοιες με αυτές που χρησιμοποιούμε για τον κορωνοϊό.

“Οι μάσκες υψηλής προστασίας φτιάχτηκαν για να προστατεύουν τους εργαζόμενους από την εισπνοή σκόνης την ώρα που εργάζονται. Όταν έχουμε μια πυρκαγιά υπάρχουν πάρα πολλά αιωρούμενα μικροσωματίδια στην ατμόσφαιρα, τα οποία όταν τα εισπνέουμε επικάθονται στο αναπνευστικό μας και προκαλούν φλεγμονή”, ανέφερε ο πνευμονολόγος καλώντας τον κόσμο να χρησιμοποιήσει μάσκα.

Όπως είπε, ιδανική επιλογή είναι μια μάσκα υψηλής προστασίας, αλλιώς μια διπλή χειρουργική ή έστω και υφασμάτινη προκειμένου να μειώσουμε τα πόσα σωματίδια μπαίνουν μέσα μας και μας προκαλούν φλεγμονή.

Μιλώντας για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού που αντιμετωπίζουν κάποιο χρόνιο αναπνευστικό ή καρδιολογικό πρόβλημα ανέφερε ότι θα πρέπει να επικοινωνήσουν με τον θεράποντα γιατρό και να λάβουν οδηγίες για το τι αγωγή πρέπει να λάβουν.

“Τώρα που είναι επιβαρυμένη ατμόσφαιρα, συνήθως χρειάζεται να ενισχύσουμε την αγωγή μας ή να αυξήσουμε τη δόση ή να την παίρνουμε συχνότερα”, τόνισε εξηγώντας ότι πρέπει να καθαρίζουμε το πρόσωπό μας.

Σύμφωνα με τον κ. Βασιλακόπουλο οι πολίτες θα πρέπει να απομακρυνθούν από τις περιοχές που υπάρχουν ενεργά πύρινα μέτωπα καθώς τα προϊόντα που καίγονται κάνουν ατελή καύση και συχνά εκλύονται διάφορα αέρια τα οποία είναι τοξικά με κίνδυνο να προκαλέσουν λιποθυμικά επεισόδια. “Πρέπει να προστατεύσουμε τη ζωή μας, Να αφήσουμε τους ειδικούς, τους εκπαιδευμένους να κάνουν αυτή τη δουλειά για να μην κινδυνεύσουμε”, σημείωσε ο καθηγητής πνευμονολογίας.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Πόσο συχνά μεταδίδονται ανθεκτικά βακτήρια από κατοικίδια στον άνθρωπο και αντίθετα [μελέτη]

Τι αναφέρεται σε μετα-ανάλυση, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδκό “One Health”.

Ένα ερώτημα που απασχολεί όσους έχουν κατοικίδια, επιχείρησαν να απαντήσουν Αμερικανοί επιστήμονες από τo Johns Hopkinks και το Πανεπιστήμιο Cornell: πόσο πιθανή είναι η μετάδοση ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηρίων μεταξύ ανθρώπων και κατοικίδιων, όπως σκύλοι και γάτες.

Σε μετα-ανάλυση, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδκό “One Health”, αναλύουν τα δεδομένα προηγούμενων 562 μελετών σχετικών με το θέμα, το οποίο χαρακτηρίζουν ως αναδυόμενο παγκόσμιο πρόβλημα Δημόσιας Υγείας.

Όπως αναφέρουν, σκοπός της μελέτης ήταν να εντοπίσουν στοιχεία μετάδοσης από ανθρώπους σε κατοικίδια και το αντίθετο, προκειμένου να κατανοήσουν το μέγεθος του προβλήματος.

Η αναζήτηση των δεδομένων έγινε μέσω επιστημονικών βάσεων. Αξιολογήθηκαν δεδομένα, όπως η απομόνωση βακτηρίων σε κατοικίδια και σε ανθρώπους που είχαν έρθει σε επαφή με κατοικίδια, καθώς και τα αποτελέσματα φαινοτυπικών ή γονοτυπικών μελετών αντιμικριβιακής ευαισθησίας.

Σε περιπτώσεις βακτηρίων που συνδέονται συνήθως με κατοικίδια, όπως ο Staphylococcus pseudintermedius και η Pasteurella multocida, έγινε ανάλυση μελετών στις οποίες αυτά είχαν απομονωθεί σε ανθρώπους.

Οι μελέτες που αξιολογήθηκαν είχαν δημοσιευτεί από το 1973 έως το 2021 στις ΗΠΑ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιαπωνία και στον Καναδά. Η συντακτική ομάδα σημειώνει πως η μετάδοση βακτηρίων θα μπορούσε να συμβεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: από κατοικίδια στον άνθρωπο και από άνθρωπο σε κατοικίδια ζώα (S. aureus).

Από τα πέντε πιο συχνά αναφερόμενα βακτήρια, τα P. multocida, S. pseudintermedius, C. canimorsus και B. bronchiseptica αναγνωρίστηκαν ως βακτήρια που σχετίζονται με μετάδοση από κατοικίδιο σε άνθρωπο. Μόνο το S.aureus μεταδόθηκε συχνά από τον άνθρωπο στα ζώα συντροφιάς.

Με δεδομένο ότι τα εντεροβακτήρια βρίσκονται σε όλα τα θηλαστικά, είναι πιο δύσκολο να μελετηθεί η μετάδοση μεταξύ κατοικίδιων ζώων και ανθρώπων.

Οι επιστήμονες συνιστούν στους γιατρούς, στους κτηνιάτρους και στους υπεύθυνους για τη Δημόσια Υγεία να εξετάσουν το ενδεχόμενο ανάπτυξης κατευθυντήριων γραμμών για μελέτες σε μία σειρά από λοιμώξεις από ζωονοσογόνο ή ανθρωποζωονοσογόνο.

Επισημαίνουν πως περίπου το 60% όλων των μολυσματικών ασθενειών είναι ζωονόσοι, με τα κατοικίδια να “ενοχοποιούνται” για ορισμένες επικίνδυνα ζωονοσογόνα παθογόνα, τα οποία μπορεί ακόμη και να οδηγήσουν σε εγκατάλειψή τους.

Η πιθανότητα μετάδοσης από άνθρωπο σε κατοικίδια μπορεί να αγνοηθεί και απαιτούνται πρόσθετες μελέτες για να κατανοηθεί ο κίνδυνος για τα κατοικίδια από ανθεκτικά βακτήρια που προέρχονται από τον άνθρωπο. Συγκεκριμένα, τα κατοικίδια που ζουν με άτομα που εργάζονται στον τομέα της Υγείας ή έχουν νοσηλευτεί πρόσφατα θα μπορούσαν να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να μολυνθούν.

 

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

ΠΟΕΔΗΝ: Επικίνδυνο οι διακομιδές ασθενών να γίνονται από ανειδίκευτο προσωπικό

«Η εντολή που δώσατε με την εγκύκλιο είναι προδήλως παράνομη. Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη η απόσυρσή της» τονίζει η ΠΟΕΔΗΝ.

Επικίνδυνη χαρακτήρισε την απόφαση του υπουργείου Υγείας που ορίζει ότι οι διακομιδές ασθενών θα γίνονται με τη συνοδεία ανειδίκευτου «υγειονομικού προσωπικού πάσης φύσεως», με αυστηρή ανακοίνωσή της η ΠΟΕΔΗΝ.

Σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ «οι διακομιδές θα πρέπει να γίνονται με βάση το πρωτόκολλο με Ασθενοφόρο που ως πλήρωμα θα στελεχώνονται με δύο Διασώστες –Πληρώματα Ασθενοφόρων που διαθέτουν επαγγελματική άδεια οδήγησης και εναλλάσσονται στην οδήγηση. Ταυτόχρονα εξειδίκευση – εκπαίδευση ως Διασώστες – Πληρώματα Ασθενοφόρων».

Η ομοσπονδία προειδοποιεί ότι «με την συγκεκριμένη οδηγία- εντολή μπορεί να βρεθούν στα ασθενοφόρα των Κέντρων Υγείας για την διακομιδή δύο επαγγελματίες υγείας χωρίς να διαθέτει κανείς εκ των δύο εκπαίδευση – εξειδίκευση ως πλήρωμα ασθενοφόρου». Και διερωτάται «εάν ένας εκ των δύο διαθέτει άδεια οδήγησης ασθενοφόρου, τι θα συμβεί σε περίπτωση που εκτάκτως συμβεί κάτι στον οδηγό;»

Παράλληλα σημειώνει ότι με την οδηγία αυτή «στο ασθενοφόρο μπορεί να βρεθεί ένας ένστολος για οδηγός και ένας επαγγελματίας υγείας (νοσηλευτής, τραυματιοφορέας, μαία, επισκέπτρια υγείας, διοικητικός κλπ) ως πλήρωμα. Η επιχειρησιακή επικινδυνότητα είναι τεράστια για τον ασθενή και τους ίδιους τους συμμετέχοντες στην διακομιδή».

Η ΠΟΕΔΗΝ ζητά την απόσυρση της τροπολογίας και εξηγεί ότι «η συγκεκριμένη εγκύκλιος – οδηγία θα δημιουργήσει περισσότερα και πολύπλοκα ζητήματα παρά θα επιλύσει. Θα πρέπει να την αποσύρετε. Ήδη γιατροί και σωματεία Κέντρων Υγείας καταθέτουν αναφορές κατά τόπους στις εισαγγελικές αρχές όχι για να γλιτώσουν τη δουλειά αλλά προκειμένου να αποποιηθούν την ευθύνη».

«Η εντολή που δώσατε με τα την εγκύκλιο είναι προδήλως παράνομη. Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη η απόσυρσή της» επιμένει η ΠΟΕΔΗΝ. «Η λύση είναι να μεταφερθεί οργανικά στο ΕΚΑΒ το προσωπικό πληρώματα ασθενοφόρων των Κέντρων Υγείας. Να προσληφθούν διασώστες στο ΕΚΑΒ προκειμένου να λειτουργήσουν όλοι οι απαραίτητοι σταθμοί του ΕΚΑΒ στην περιφέρεια», αναφέρει μεταξύ άλλων η ΠΟΕΔΗΝ.

 

Πηγη: https://www.dnews.gr/

Επέκταση του ηλικιακού ορίου εξέτασης και συνταγογράφησης των εφήβων ζητούν οι παιδίατροι

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων ζητά από τα μέλη του Υπ. Υγείας την θεσμική επέκταση του ηλικιακού ορίου παρακολούθησης και συνταγογράφησης των εφήβων από παιδίατρο.

 

ΗΠανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρωνμετά την πρόσφατη περιπέτεια της 19χρονης Ραφαέλας Πιτσικάλη και την έκκληση της μέσω της ανάρτησης της στα social media, προκειμένου να καλυφθεί θεσμικά στον τομέα υπηρεσιών υγείας το κενό περίθαλψης και φροντίδας της εφηβικής – πρώιμης νεαρής ηλικίας, όπως αναφέρει στην ανακοίνωση της «θεωρεί χρέος της να κάνει γνωστό για άλλη μια φορά ένα παλιό αλλά πάντα επίκαιρο αίτημα:

Tη θεσμοθέτηση της ιατρικής εξέτασης, της συνταγογράφησης και της παρακολούθησης από τους παιδιάτρους των εφήβων μέχρι την ηλικία των 18 ετών καθώς επίσης και την δυνατότητα νοσηλείας τους σε παιδιατρικές κλινικές μέχρι την ηλικία των 18 ετών».

Εν συνεχεία, η ομοσπονδία στην ανακοίνωση της αναφέρει χαρακτηριστικά και τα εξής:

«Σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση Αριθμ. Γ5α/Γ.Π.οικ.79678/2018 ΦΕΚ 4698/Β/19-10-2018 «στα Παιδιατρικά Νοσοκομεία, στα Παιδιατρικά Τμήματα/Παιδιατρικές Κλινικές, στα εξωτερικά ιατρεία φορέων του ΕΣΥ και στα ιδιωτικά ιατρεία μπορούν να εξετάζονται παιδιά ηλικίας έως δεκαέξι (16) ετών και κατ’ εξαίρεση να εξετάζονται έφηβοι έως δεκαοκτώ (18) ετών για ασθένειες χρονίων νοσημάτων που παρακολουθούνται από ειδικές μονάδες.

Επιπλέον στα παραπάνω θα εξετάζονται άτομα που η βιολογική τους ωρίμανση αντιστοιχεί σε παιδική ηλικία ή εφ’ όρου ζωής ενήλικες με σπάνια σύνδρομα που έχουν ως συνέπεια δραματική καθυστέρηση σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης ταυτόχρονα».

Αν και οι έφηβοι στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν το 10% του πληθυσμού, η εφηβεία αποτελεί – από άποψη παροχής ιατρικών υπηρεσιών – μια παραμελημένη ηλικιακή ομάδα λόγω αφενός της κοινής πεποίθησης ότι η εφηβεία αντιπροσωπεύει μια υγιή περίοδο της ζωής και αφετέρου της μεταβατικής αυτής φάσης που αφορά όχι μόνο μεταβολές σωματικές, γνωστικές και ψυχικές αλλά και πέρασμα στον τομέα παροχής ιατρικής φροντίδας από τον παιδίατρο στον παθολόγο.

Τα τελευταία 50 έτη παρατηρείται πολύ μικρότερη βελτίωση στους δείκτες υγείας των εφήβων σε σχέση με εκείνους των μικρότερων παιδιών.

Σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ, στην εφηβεία περιλαμβάνεται η ηλικιακή ομάδα των 10-19 ετών, ενώ σύμφωνα με την Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρεία, το ηλικιακό φάσμα της εφηβείας επεκτείνεται από τα 11 μέχρι τα 21 έτη.

Στην Ευρώπη οι χώρες που τα παιδιά εξετάζονται από παιδίατρο μέχρι τα 18 τους έτη είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Δανία, η Νορβηγία, η Φιλανδία και το Βέλγιο.

Ισχυροί λόγοι που υποστηρίζουν την αύξηση του ηλικιακού ορίου στα 18 έτη ζωής

Συνέχεια της φροντίδας: Οι παιδίατροι που παρέχουν φροντίδα σε παιδιά από νεαρή ηλικία έχουν πλήρη κατανόηση του ιατρικού ιστορικού, της ανάπτυξης και των ειδικών αναγκών τους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Η συνέχιση της φροντίδας από τον ίδιο παιδίατρο εξασφαλίζει τη συνέχεια και τη συνέπεια στην παρακολούθηση και τη διαχείριση της υγείας τους καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

Εμπειρογνωμοσύνη στην υγεία των εφήβων: Οι παιδίατροι είναι εκπαιδευμένοι όχι μόνο στην ιατρική φροντίδα των μικρότερων παιδιών αλλά και στις μοναδικές απαιτήσεις υγειονομικής περίθαλψης των εφήβων. Η εφηβεία είναι μια κρίσιμη περίοδος σωματικής, γνωστικής και συναισθηματικής ανάπτυξης και οι παιδίατροι είναι εφοδιασμένοι με τη γνώση και την εμπειρογνωμοσύνη για την αντιμετώπιση των ειδικών προβλημάτων και προκλήσεων υγείας που προκύπτουν κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου.

Προληπτική φροντίδα και έλεγχος: Οι παιδίατροι διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην προληπτική φροντίδα, συμπεριλαμβανομένων των εμβολιασμών, των τακτικών ελέγχων υγείας και του ελέγχου για διάφορες παθήσεις. Παρακολουθώντας τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 18 ετών, οι παιδίατροι μπορούν να διασφαλίσουν την ολοκλήρωση των απαραίτητων εμβολιασμών, να παρακολουθούν την ανάπτυξη και την εξέλιξη, να ελέγχουν για θέματα υγείας ειδικά για τους εφήβους και να αντιμετωπίζουν άμεσα τυχόν αναδυόμενες ανησυχίες.

Υποστήριξη ψυχικής υγείας: Η εφηβεία είναι μια περίοδος αυξημένης ευπάθειας σε θέματα ψυχικής υγείας, όπως η κατάθλιψη, το άγχος, οι διατροφικές διαταραχές και η κατάχρηση ουσιών. Οι παιδίατροι που είναι εκπαιδευμένοι στην εφηβική ιατρική μπορούν να παρέχουν έγκαιρη ανίχνευση, παρέμβαση και υποστήριξη για τις ανησυχίες σχετικά με την ψυχική υγεία. Διατηρώντας μια σχέση με τον παιδίατρο, οι έφηβοι έχουν έναν οικείο και έμπιστο επαγγελματία υγείας στον οποίο μπορούν να απευθυνθούν για καθοδήγηση και υποστήριξη.

Διαχείριση χρόνιων ασθενειών: Πολλές χρόνιες παθήσεις, όπως το άσθμα, ο διαβήτης και οι συγγενείς παθήσεις, απαιτούν συνεχή διαχείριση και παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Οι παιδίατροι που έχουν ασχοληθεί με τη φροντίδα παιδιών με χρόνιες παθήσεις μπορούν να παρέχουν απρόσκοπτη συνέχεια της φροντίδας, διασφαλίζοντας τη σωστή διαχείριση, την προσαρμογή των θεραπευτικών σχεδίων και την αντιμετώπιση τυχόν επιπλοκών που μπορεί να προκύψουν κατά τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση.

Προαγωγή και εκπαίδευση της υγείας: Οι παιδίατροι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην προώθηση του υγιεινού τρόπου ζωής και στην παροχή αγωγής υγείας στα παιδιά και τις οικογένειές τους. Παρακολουθώντας τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 18 ετών, οι παιδίατροι μπορούν να συνεχίσουν να καθοδηγούν τους εφήβους στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων σχετικά με τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, τη σεξουαλική υγεία, την πρόληψη της κατάχρησης ουσιών και άλλες συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία.

Συνολικά, η ολοκληρωμένη κατανόηση του ιατρικού ιστορικού ενός παιδιού, η εξειδίκευση στην υγεία των εφήβων, η ικανότητα παροχής προληπτικής φροντίδας, η υποστήριξη σε θέματα ψυχικής υγείας, η διαχείριση χρόνιων ασθενειών και η προώθηση υγιεινών συμπεριφορών καθιστούν απαραίτητο για τους παιδίατρους της πρωτοβάθμιας περίθαλψης να συνεχίσουν να παρακολουθούν τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 18 ετών.

Για όλους τους παραπάνω λόγους η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων, όσον αφορά την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, αιτείται την θεσμοθέτηση του δικαιώματος των παιδιάτρων για κλινική εξέταση, συνταγογράφηση και ιατρική παρακολούθηση των εφήβων μέχρι και την ηλικία των 18 ετών και στις περιπτώσεις εφήβων με χρόνιο νόσημα μέχρι την ηλικία των 21 ετών. Επίσης προτείνουμε την δυνατότητα νοσηλείας των εφήβων σε παιδιατρικές κλινικές μέχρι και την ηλικία των 18 ετών και μέχρι την ηλικία των 21 ετών στις περιπτώσεις των εφήβων με χρόνιο νόσημα.

Σας ευχαριστούμε για την προσοχή σας σε αυτό το σημαντικό θέμα. Προσβλέπουμε στη θετική σας ανταπόκριση και στην ευκαιρία να συνεργαστούμε σε αυτή τη ζωτικής σημασίας πρωτοβουλία».

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

 

 

Γιατί οι παιιδίατροι ζητούν να εξετάζουν τους εφήβους έως την ενηλικίωση

Την επέκταση της ηλικίας των παιδιών  και εφήβων προς εξέταση ζητά η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων σε επιστολή της προς την ηγεσία του υπουργείου Υγείας. Η ομοσπονδία ζητά την εξέταση τους έως την ενηλικίωσή τους.

Με αφορμή την περίπτωση της ογκολογικής ασθενούς Ραφαέλας Πιτσικάλη που με έκκλησή της από τα μέσα κοινωνικής βοήθειας αποκάλυψε το κενό περίθαλψης των εφήβων, η ομοσπονδία απευθύνεται στην ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και στο ΚΕΣΥ ώστε να υπάρξει μέριμνα. Στο πνεύμα αυτό οι παιδίατροι κάνουν εαίτημα να μπορούν να εξετάζουν, να συνταγογραφούν και να παρακολουθούν τους νέους έως 18 ετών και οι οποίοι να μπορούν να έχουν ακόμη τη δυνατότητα νοσηλείας σε παιδιατρικές κλινικές. Πρόκειται για ένα πάγιο αίτημα των παιδιάτρων, που τα τελευταία έτη και έχουν επισημάνει τα προβλήματα που ανακύπτουν με την εφαρμογή της Υπουργικής Απόφασης Αριθμ. Γ5α/Γ.Π.οικ.79678/2018 ΦΕΚ 4698/Β/19-10-2018 η οποία  ορίζει ως σχετικό ηλικιακό όριο τα 16 έτη.

Ειδικότερα, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων εκτιμά ότι υπάρχουν έξι λόγοι χρειάζεται η θεσμοθέτηση του εν λόγω δικαιώματος των παιδιάτρων και ειδικότερα  στις περιπτώσεις εφήβων με χρόνιο νόσημα μέχρι την ηλικία των 21 ετών. Επιπλέον, προτείνει το ίδιο ηλικιακό όριο να επεκταθεί και στα παιδιατρικά νοσοκομεία, με τη δυνατότητα νοσηλείας των εφήβων σε αυτά όπως και σε όλες τις παιδιατρικές κλινικές μέχρι την ηλικία των 21 χρόνων.

Οι λόγοι:

  1. Συνέχεια της φροντίδας (πλήρη κατανόηση του ιατρικού ιστορικού, της ανάπτυξης και των ειδικών αναγκών τους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης).
  2. Εμπειρογνωμοσύνη στην υγεία των εφήβων (Η εφηβεία είναι μια κρίσιμη περίοδος σωματικής, γνωστικής και συναισθηματικής ανάπτυξης )
  3. Προληπτική φροντίδα και έλεγχος: ( διασφάλιση ολοκλήρωσης των απαραίτητων εμβολιασμών, ανάπτυξης και εξέλιξης, ελέγχου θεμάτων υγείας )
  4. Υποστήριξη ψυχικής υγείας: (Λόγω αυξημένης ευπάθειας σε θέματα ψυχικής υγείας, όπως είναι η κατάθλιψη, το άγχος, οι διατροφικές διαταραχές και η κατάχρηση ουσιών, με τον παιδίατρο, οι έφηβοι έχουν έναν οικείο και έμπιστο επαγγελματία υγείας στον οποίο μπορούν να απευθυνθούν για καθοδήγηση και υποστήριξη).
  5. Διαχείριση χρόνιων ασθενειών: (απρόσκοπτη συνέχεια της φροντίδας, διασφαλίζοντας τη σωστή διαχείριση, την προσαρμογή των θεραπευτικών σχεδίων και την αντιμετώπιση τυχόν επιπλοκών που μπορεί να προκύψουν κατά τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση).
  6. Προαγωγή και εκπαίδευση της υγείας ( καθοδηγούν τους εφήβους στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων σχετικά με τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, τη σεξουαλική υγεία, την πρόληψη της κατάχρησης ουσιών και άλλες συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία.)

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Νέες οδηγίες για την αρτηριακή πίεση

των Μαρία Γ. Καρμπαλιώτη
Ειδικευόμενη Καρδιολογίας, Α’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική, “Ιπποκράτειο” Γ.Ν.Α.
 Κωνσταντίνος Π. Τούτουζας
Καθηγητής Καρδιολογίας, Α’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική, “Ιπποκράτειο” Γ.Ν.Α.
Η αρτηριακή υπέρταση είναι το πιο συχνό από τα χρόνια νοσήματα. Η επίπτωση και η αντιμετώπισή της έχουν μεγάλη σημασία για τη
νοσηρότητα και τη θνησιμότητα του πληθυσμού, καθώς αποτελεί βασικό παράγοντα που συμβάλλει στην καρδιαγγειακή νόσο.
Παρά τον υψηλό επιπολασμό της υπέρτασης, τα τελευταία χρόνια η σύγχυση και τα κενά σχετικά με τον τρόπο διάγνωσης και διαχείρισής της παραμένουν. Oι κατευθυντήριες οδηγίες, που δημοσιεύθηκαν το 2017, επαναταξινόμησαν τα όρια της αρτηριακής υπέρτασης με την τιμή 130/80 mm Hg να αποτελεί σταδίου 1 αρτηριακή υπέρταση.
Προηγούμενες κατευθυντήριες οδηγίες όριζαν το 130/80 mm Hg ως αυξημένη αρτηριακή πίεση και το 140/90 mm Hg ως κατώφλι για την υπέρταση σταδίου 1. Αυτή η αλλαγή στα κριτήρια ταξινόμησης μπορεί να προκαλέσει σύγχυση μεταξύ των κλινικών ιατρών, που παρακολουθούν ασθενείς με υπέρταση, και να έχει σημαντικό αντίκτυπο στον τρόπο διάγνωσης και διαχείρισης της υπέρτασης. Επίσης, με τα νέα όρια αρτηριακής πίεσης, περισσότεροι ασθενείς θα διαγνωστούν με υπέρταση σταδίου 1 και θα χρειαστούν τη μη φαρμακευτική θεραπεία.

Ωστόσο, οι ασθενείς με υπέρταση σταδίου 1 και με υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου θα πρέπει να λαμβάνουν φάρμακα για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, επομένως η ακριβής εκτίμηση του κινδύνου κλινικής αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου ή του εκτιμώμενου 10ετούς κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου καθίσταται απαραίτητη.

Οι αλλαγές στα κριτήρια ταξινόμησης για την υπέρταση έχουν κάνει σημαντικές τις ακριβείς μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης. Μια βασική πρόκληση στην αξιολόγηση της υπέρτασης στην κλινική πράξη είναι η διαφορά στις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης μεταξύ των δοκιμών και της κλινικής πρακτικής. Τα δεδομένα που συλλέγονται σε κλινικές δοκιμές δεν μπορούν πάντα εύκολα να μεταφραστούν σε σενάρια πραγματικής ζωής και αυτό μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις προσδοκίες των κλινικών ιατρών για το αποτέλεσμα της θεραπείας.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν πρακτικές, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον κλινικό ιατρό στο ιατρείο του για τη βέλτιστη εκτίμηση της
αρτηριακής πίεσης:
● Οι ασθενείς πρέπει να κάθονται με τα πόδια τους στο πάτωμα και την πλάτη και τα χέρια τους να υποστηρίζονται.
● Οι ασθενείς πρέπει να έχουν τουλάχιστον 5 λεπτά ανάπαυσης χωρίς να μιλάνε.
● Οι ασθενείς πρέπει να κατανοήσουν τι προκαλεί την αύξηση της αρτηριακής τους πίεσης και να εκπαιδευτούν για το πώς και πότε να μετρούν την αρτηριακή τους πίεση στο σπίτι χρησιμοποιώντας τις δικές τους συσκευές.
Η υπέρταση είναι πολυπαραγοντική νόσος και συχνά εμφανίζεται σε συνδυασμό με άλλες παθήσεις, συμπεριλαμβανομένου του διαβήτη και της χρόνιας νεφρικής νόσου. Κατά την ανάπτυξη ενός σχεδίου θεραπείας για ασθενείς με υπέρταση, πρέπει να
λαμβάνονται υπόψιν οι συννοσηρότητες, επειδή η αντιμετώπισή τους μπορεί επίσης να βοηθήσει στον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης. Νοσηρότητες που συμβάλλουν και συχνά συνυπάρχουν με την υπέρταση αποτελούν η υπνική άπνοια, η παχυσαρκία,
το άγχος και η κατάθλιψη. Για την αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης μπορεί να χρησιμοποιηθούν διάφορες κατηγορίες φαρμάκων. Οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου, τα θειαζιδικά διουρητικά και οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και οι αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτασίνης (ARBs) αποτελούν τη θεραπεία εκλογής για ασθενείς με πρόσφατα διαγνωσθείσα
υπέρταση. Αν και χρησιμοποιούταν εκτενώς στο παρελθόν, οι β-αναστολείς δεν αποτελούν πλέον θεραπεία πρώτης γραμμής για την υπέρταση.
Τα αντιυπερτασικά φάρμακα έχουν, δυστυχώς, και κάποιες παρενέργειες, οι οποίες, εάν δεν αντιμετωπιστούν, μπορεί να οδηγήσουν σε μη τήρηση της θεραπείας και ψευδο-αντίσταση, τα οποία και τα δύο μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την επιτυχή αντιμετώπιση της υπέρτασης. Κάθε κατηγορία αντιυπερτασικού φαρμάκου έχει διαφορετικό τρόπο δράσης και η απλή αλλαγή σε άλλο παράγοντα μπορεί να κάνει τη θεραπεία πιο ανεκτή για τον ασθενή. Για την καλή εφαρμογή επομένως των οδηγιών στην κλινική πράξη και τελικά τον καλύτερο έλεγχο της αρτηριακής υπέρτασης, καθίσταται αναγκαίαη σωστή ιατρική προσέγγιση και η τήρηση της θεραπείας από την πλευρά του ασθενούς.
Πηγη: https://virus.com.gr/