Συντάκτης: grammateia
Eλληνική Εταιρεία Μαστολογίας (ΕΕΜ) :Δελτίο τύπου
Διεθνής Εταιρεία Μαστολογίας: Η Μαστολογία να αναγνωρισθεί ως ανεξάρτητη ειδικότητα
Κάθε χρόνο στη χώρα μας αναφέρονται περισσότερες από 7.800 νέες περιπτώσεις καρκίνου του μαστού, όμως, παράλληλα έχουμε συνεχώς νέες ιατρικές μεθόδους και σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό που αυξάνουν τη δυνατότητα έγκαιρης και έγκυρης διάγνωσης προκειμένου να υπάρξει επιτυχής αντιμετώπιση της νόσου.
Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν την μέγιστη ανάγκη ειδικά εκπαιδευμένων ιατρών, που θα μπορούν να δώσουν την ουσιαστική απαιτούμενη φροντίδα στις ασθενείς.
Το θέμα της αναγνώρισης της Μαστολογίας ως ανεξάρτητης ειδικότητας τέθηκε στο «21ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Διεθνούς Εταιρείας Μαστολογίας (Senologic International Society – SIS) για τον Καρκίνο του Μαστού και την Υγεία του Μαστού», που διεξάχθηκε 3-6 Μαΐου 2023 στη Ρόδο με τη συμμετοχή διακεκριμένων Ελλήνων και ξένων επιστημόνων. Μάλιστα, στη Στρογγυλή Τράπεζα «Senology as Specialty» (H Μαστολογία ως Ειδικότητα) που έγινε στις 4 Μαΐου, πραγματοποιήθηκε ηλεκτρονική ψηφοφορία στην οποία τεκμηριώθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση με ποσοστό 94%, ότι η Μαστολογία επιβάλλεται να γίνει επίσημη ειδικότητα.
Στο πλαίσιο αυτό η Διεθνής Εταιρεία Μαστολογίας ανέθεσε στην πρόεδρο του Συνεδρίου Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα (καθηγήτρια, γυναικολόγος-χειρουργός-μαστολόγος, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μαστολογίας) να ξεκινήσει τις σχετικές διεργασίες για την Ελλάδα και την Ε.Ε. με την ενημέρωση προς τους καθ’ ύλην αρμόδιους ελληνικούς και ευρωπαϊκούς φορείς. Ήδη η κα Μουζάκα πρόσφατα ενημέρωσε τον τότε υπηρεσιακό υπουργό Παιδείας, Χρήστο Κίττα, από τον οποίο είχε τη σύμφωνη γνώμη του, καθώς και την υπηρεσιακή υπουργό Υγείας Αναστασία Κοτανίδου και με τη δική της υπόδειξη τον πρόεδρο του ΚΕ.Σ.Υ., Δημήτρη Μπούμπα, καθώς και την επίτροπο Υγείας της Ε.Ε., Στέλλα Κυριακίδου.
Όπως επισημαίνει η κα Μουζάκα, «την τελευταία 30ετία αρκετές νέες ιατρικές ειδικότητες με αντικείμενο αντίστοιχο μονήρες όργανο του οργανισμού μας -όπως Καρδιολογία, Νεφρολογία, Αιματολογία, Νευρολογία κ. ά.- έχουν αναγνωριστεί από τις Ιατρικές Σχολές ανά τον κόσμο, χωρίς δυστυχώς μεταξύ αυτών να συμπεριλαμβάνεται η Μαστολογία».
Εξάλλου το πρόβλημα της αναγνώρισης της ειδικότητας της Μαστολογίας ως αυτόνομης ιατρικής ειδικότητας έχει τεθεί τον τελευταίο καιρό από τις ίδιες τις γυναίκες και τούτο διότι, όταν υποβάλλεται η γυναίκα σε μαστολογική εξέταση, θέλει να αντιμετωπίζεται με την προσήκουσα προσοχή και γνώση και να δέχεται την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Όπως τονίζει η κα Μουζάκα, «συχνά η εξεταζόμενη γυναίκα δέχεται ποικίλες και αντικρουόμενες συμβουλές, επειδή ο μαστός τυχαίνει να είναι αντικείμενο εξέτασης ακτινολόγων, γυναικολόγων, χειρουργών ή ακόμη και παθολόγων – ογκολόγων. Αυτό και μόνο το γεγονός δημιουργεί μία αβέβαιη και ομιχλώδη κατάσταση στη γυναίκα. Δυστυχώς σήμερα με τον μαστό δεν ασχολούνται μόνον οι εξειδικευμένοι στο αντικείμενο ιατροί, δηλ. εξειδικευμένοι μαστολόγοι, αλλά ασχολούνται και πολλοί «βαπτισμένοι» μαστολόγοι, που μπορεί να είναι γυναικολόγοι ή γενικοί χειρουργοί. Ο μαστολόγος μπορεί στη βάση του να είναι γυναικολόγος ή γενικός χειρουργός, ο/η οποίος/α όμως θα έχει εξειδικευτεί στη Μαστολογία, θα γνωρίζει πλήρως την επιδημιολογία του καρκίνου του μαστού, τη σχετιζόμενη με το όργανο γενετική, τη λεπτομερή κλινική εξέταση των μαστών, την ανάγνωση της μαστογραφίας, την εκτέλεση των υπερήχων του μαστού, την παρακέντηση του ογκιδίου του μαστού ή την εκτέλεση της διαδερμικής βιοψίας και όταν χρειάζεται τη χειρουργική αντιμετώπιση του περιστατικού».
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν υποτιμάται η επιστημονική αξία και η συμβολή άλλων συνεργατών ιατρών που συμπληρώνουν το puzzle της διάγνωσης ή της θεραπείας των παθήσεων του μαστού. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω παράδειγμα που επισημαίνει η κα Μουζάκα:
«Ο πιο στενός συνεργάτης του μαστολόγου είναι ο ακτινολόγος επειδή συνεργάζεται μαζί του τόσο στον προληπτικό έλεγχο των μαστών της γυναίκας, στις καλοήθεις μαστοπάθειες, όσο και στον καρκίνο του μαστού. Ο συνεργάτης αυτός θα πρέπει να κάνει σωστά τη μαστογραφία και να τη γνωματεύσει σωστά. Σε περίπτωση όμως που τύχει για κάποιο λόγο να του ξεφύγει κάτι και χάσει τη σωστή διάγνωση, θα πρέπει να μπορεί να εντοπίσει το πρόβλημα ο μαστολόγος, ώστε να μην ξεφύγει και από αυτόν η σωστή διάγνωση. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον όταν ο μαστολόγος (γυναικολόγος ή γενικός χειρουργός) θα είναι εκπαιδευμένος και δεν θα διαβάσει μόνον τη γνωμάτευση του ακτινολόγου, αλλά θα δει και ο ίδιος τις μαστογραφίες. Σε περίπτωση που ο κλινικός ιατρός δεν είναι εξειδικευμένος μαστολόγος, τότε οι συνέπειες για τη γυναίκα θα είναι τραγικές».
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ιατρικός όρος «Μαστολογία» για την αντίστοιχη ειδικότητα που ασχολείται με τις παθήσεις του μαστού, δόθηκε από τον αείμνηστο καθηγητή Charles Marie Gros, επιφανή μαστολόγο, εφευρέτη του Μαστογράφου. Είναι ο επιστήμονας που ίδρυσε το 1976 τη Διεθνή Εταιρεία Μαστολογίας (Senologic International Society – SIS) στην οποία σήμερα υπάγονται 47 Εθνικές Εταιρείες Μαστολογίας από 47 χώρες του κόσμου. Δυστυχώς μέχρι σήμερα, όλα αυτά τα χρόνια, η Μαστολογία δεν έχει αναγνωρισθεί ως επίσημη ειδικότητα, κάτι που τώρα πρέπει να γίνει πραγματικότητα.
Ιατρικοί Σύλλογοι ΑΠ ΠΙΣ 1859 Κοινοποίηση διατάξεων Ν.5041/2023 (ΦΕΚ.Α΄87/08-04-2023)
Ημερίδα: Καλό καλοκαίρι με ασφάλεια
Αυτή είναι η ΠΝΠ για τα μεικτά πληρώματα στο ΕΚΑΒ με πυροσβεστική και στρατό – Όλες οι λεπτομέρειες
Τι προβλέπει η ΠΝΠ για την ενίσχυση του ΕΚΑΒ στα νησιά και τις απομακρυσμένες περιοχές
Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) για την ενίσχυση του ΕΚΑΒ.
Όπως προβλέπει η ΠΝΠ από το στρατό και την πυροσβεστική θα αποσπαστούν στο ΕΚΑΒ ώστε να οδηγούν τα ασθενοφόρα σε νησιά και ακριτικές περιοχές της Ελλάδας. Πάντως από την πλευρά τους οι εργαζόμενοι στο ΕΚΑΒ δηλώνουν την αντίθεση τους επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε λυθεί με τις απαραίτητες προσλήψεις.
Σύμφωνα με την ΠΝΠ, εφόσον στις δομές δεν επαρκεί το προσωπικό πληρωμάτων ασθενοφόρων ή οδηγών, μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2023, μπορεί να διατεθεί προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος ή στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, εξαιρουμένων των οπλιτών θητείας, για την εκτέλεση υπηρεσίας οδηγού στα ασθενοφόρα οχήματα των ως άνω δομών».
Η διάθεση του προσωπικού γίνεται μετά από αίτημα των δομών και απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα προέλευσης και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες δεν το απαγορεύουν.
Προβλέπεται και απόσπαση οδηγών των ΟΤΑ
Εφόσον το προσωπικό της πυροσβεστικής ή του στρατού δεν επαρκεί «είναι δυνατή η απόσπαση υπαλλήλων κλάδων και ειδικοτήτων Οδηγών των οικείων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. (Ο.Τ.Α.)».
Η απόφαση θα γίνεται με αιτιολογημένο αίτημα των δομών και απόφαση των αρμοδίων για τον διορισμό οργάνων των ΟΤΑ κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί κινητικότητας και μέχρι τις 13 Δεκεμβρίου 2023. «Οι αποδοχές του αποσπασμένου προσωπικού συνεχίζουν να καταβάλλονται από την υπηρεσία προέλευσης», διευκρινίζεται.
Το προσωπικό που θα διατεθεί ή θα αποσπαστεί απαιτείται να διαθέτει άδεια οδήγησης κατηγορίας Β’ και να έχει εκπαιδευτεί σε βασικές γνώσεις παροχής πρώτων βοηθειών.
Ειδική μέριμνα για οδοιπορικά και για εξασφάλιση καταλύματος
«Η διακομιδή των ασθενών διενεργείται:
α) στην περίπτωση περιοχών αρμοδιότητας του Ε.Κ.Α.Β., με τη συνοδεία προσωπικού ειδικότητας διασώστη – πληρώματος ασθενοφόρου,
β) στην περίπτωση περιοχών αρμοδιότητας των Κέντρων Υγείας και των Πολυδύναμων Περιφερειακών Ιατρείων, με τη συνοδεία υγειονομικού προσωπικού πάσης φύσεως.
Στην ΠΝΠ υπάρχουν προβλέψεις για τα οδοιπορικά όσων στελεχώσουν το ΕΚΑΒ, ενώ για το προσωπικό των Ενόπλων Δυψνάμεων, καταβάλλεται κατ’ εξαίρεση και ειδική αποζημίωση εργασίας σε νυχτερινές ώρες.
Παράλληλα, το υπουργείο Υγείας, μέσω του ΕΚΑΒ και των ΥΠΕ και των ΟΤΑ, μεριμνούν για την εξασφάλιση καταλύματος για το διατιθέμενο ή αποσπώμενο προσωπικό και βαρύνονται με σχετική δαπάνη.
«Η σχετική δαπάνη δύναται να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που τίθενται από τις κείμενες διατάξεις και έως εκατόν πενήντα (150) ευρώ ανά διανυκτέρευση με απόδοση λογαριασμού», διευκρινίζεται.
Τι προβλέπει η ΠΝΠ
Αναλυτικά το κείμενο της ΠΝΠ με θέμα «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της κατεπείγουσας ανάγκης ενίσχυσης της στελέχωσης των πληρωμάτων στα ασθενοφόρα των δομών του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας, των Κέντρων Υγείας και των Πολυδύναμων Περιφερειακών Ιατρείων των νησιωτικών και ορεινών περιοχών της χώρας».
Άρθρο πρώτο
1. Στις δομές του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας και των Πολυδύναμων Περιφερειακών Ιατρείων των νησιωτικών δήμων της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των δήμων της Περιφέρειας Κρήτης, και των ορεινών δήμων του άρθρου 2β του ν. 3852/2010 (Α’ 87), αντίστοιχα, στις οποίες δεν υπάρχει ή δεν επαρκεί το προσωπικό κλάδων ΔΕ Πληρωμάτων Ασθενοφόρων ή ΔΕ Οδηγών για τη λειτουργία των ασθενοφόρων οχημάτων τους, δύναται να διατίθεται, μέχρι την 31η.12.2023, προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος ή στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, εξαιρουμένων των οπλιτών θητείας, για την εκτέλεση υπηρεσίας οδηγού στα ασθενοφόρα οχήματα των ως άνω δομών.
Το ανωτέρω προσωπικό διατίθεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, κατόπιν αιτήματος των δομών και απόφασης του αρμοδίου οργάνου του φορέα προέλευσης και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες δεν το απαγορεύουν.
2. Ελλείψει προσωπικού της παρ. 1 ή σε περίπτωση που το προσωπικό αυτό δεν επαρκεί, είναι δυνατή η απόσπαση υπαλλήλων κλάδων και ειδικοτήτων Οδηγών των οικείων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.). Η απόσπαση διενεργείται κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος των δομών και απόφασης των αρμόδιων για τον διορισμό οργάνων των Ο.Τ.Α., κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 4440/2016 (Α’ 224), περί Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας, και για διάστημα που δεν υπερβαίνει την 31η.12.2023. Οι αποδοχές του αποσπασμένου προσωπικού συνεχίζουν να καταβάλλονται από την υπηρεσία προέλευσης.
3. Το διατιθέμενο ή αποσπώμενο προσωπικό των παρ. 1 και 2 απαιτείται να διαθέτει άδεια οδήγησης κατηγορίας Β’ και να έχει εκπαιδευτεί σε βασικές γνώσεις παροχής πρώτων βοηθειών. Η διακομιδή των ασθενών διενεργείται: α) στην περίπτωση περιοχών αρμοδιότητας του Ε.Κ.Α.Β., με τη συνοδεία προσωπικού ειδικότητας διασώστη – πληρώματος ασθενοφόρου, β) στην περίπτωση περιοχών αρμοδιότητας των Κέντρων Υγείας και των Πολυδύναμων Περιφερειακών Ιατρείων, με τη συνοδεία υγειονομικού προσωπικού πάσης φύσεως.
4. Η περ. ΚΑ του άρθρου 127 του ν. 4472/2017 (Α’ 74), περί της εκτέλεσης πρόσθετης υπηρεσίας του πυροσβεστικού προσωπικού, εφαρμόζεται και για την εκτέλεση υπηρεσίας του παρόντος από το προσωπικό του Π.Σ. καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του π.δ. 200/1993 (Α’ 75), περί των οδοιπορικών εξόδων εκτέλεσης υπηρεσίας του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων που εκτελεί περιπολίες σε δασικές περιοχές, εφαρμόζεται και για την εκτέλεση υπηρεσίας του παρόντος από το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Επιπλέον, στο διατιθέμενο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων καταβάλλεται, κατ’ εξαίρεση, και η ειδική αποζημίωση εργασίας σε νυχτερινές ώρες σύμφωνα με την υποπερ. Β της περ. Δ του άρθρου 127 του ν. 4472/2017. Η ως άνω δαπάνη βαρύνει τους προϋπολογισμούς των φορέων προέλευσης του προσωπικού, οι οποίοι ενισχύονται για τον σκοπό αυτό από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλεται κατόπιν βεβαίωσης που εκδίδεται από το Ε.Κ.Α.Β. ή το Κέντρο Υγείας ή το Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο, στο οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες.
5. Το Υπουργείο Υγείας, μέσω του Ε.Κ.Α.Β. και των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, καθώς και οι οικείοι Ο.Τ.Α. μεριμνούν για την εξασφάλιση καταλύματος για το διατιθέμενο ή αποσπώμενο προσωπικό και βαρύνονται, αντιστοίχως, με κάθε σχετική δαπάνη. Η σχετική δαπάνη δύναται να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που τίθενται από τις κείμενες διατάξεις και έως εκατόν πενήντα (150) ευρώ ανά διανυκτέρευση με απόδοση λογαριασμού.
Άρθρο δεύτερο
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νομοθετικά κατά την παρ. 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος, αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Δείτε παρακάτω όλο το ΦΕΚ με την ΠΝΠ
πΗΓΗ: https://www.healthreport.gr/
Ανάγκη για ριζική αλλαγή πολιτικής
Σε ποια σημεία η μερική εφαρμογή των νόμων και η ατολμία επιτείνουν τις χρόνιες παθογένειες στον χώρο της Υγείας.
Γράφει o δρ Αθανάσιος Εξαδάκτυλος
Πλαστικός Χειρουργός, Πρόεδρος Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ)
Η υγεία αποτελεί κυρίαρχο θέμα για τα επόμενα έτη τόσο λόγω της λήξης της πανδημίας όσο και επειδή η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η πρόοδος της επιστήμης θέτουν διαρκώς καινούργια δεδομένα, με αυξημένες προκλήσεις.
Στη χώρα μας, παρά τον μεγάλο αριθμό ενεργών ιατρών, η απουσία ολοκληρωμένου συστήματος υγείας επηρεάζει την ποιότητα των υπηρεσιών που απολαμβάνουν οι πολίτες. Για να κοιτάξουμε το αύριο της υγείας των πολιτών, θα πρέπει να τεθεί ως στόχος η πλήρης κάλυψη όλων, με την υποσημείωση της απόλυτης αδυναμίας προσφοράς του 100% των καινοτομιών που παρέχει η επιστήμη σήμερα… Διότι καμία οικονομία δεν μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο κόστος. Μια τέτοια δαπάνη, άλλωστε, δεν είναι αναγκαία και αιτιολογημένη σε όλες τις περιπτώσεις.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) εδώ και δεκαετίες. Παρότι έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μεγάλου διαθέσιμου αριθμού ιατρών με ειδικότητα, οι προσπάθειες του παρελθόντος αγνόησαν αυτόν τον πλούτο έως και το 2018 -και απέτυχαν. Όλα αυτά σε αντίθεση με τη νομοθέτηση του προσωπικού γιατρού το 2022, η οποία κάλυψε 4,8 εκατ. πολίτες και αποτελεί σήμερα την καλύτερη επίδοση στο θέμα αυτό.
Δυστυχώς, λόγω πολιτικής ατολμίας, πολλές προβλέψεις του νόμου δεν έχουν ενεργοποιηθεί, στερώντας επιλογές από τους ασθενείς, αλλά και από γιατρούς που θα ήθελαν να ενταχθούν στο σύστημα. Την ίδια ώρα, κακές πρακτικές όσων έχουν την ευθύνη εφαρμογής του νόμου δεν δημιούργησαν θετικό κλίμα στους γιατρούς, όπως αποδείχτηκε με την παρελκυστική άρνηση υπογραφής των συμβάσεων. Ένα νέο ξεκίνημα με ειλικρινή διάθεση και ενεργοποίηση των προβλέψεων του νόμου για την ΠΦΥ είναι απαραίτητο, ώστε να είναι διαθέσιμοι οι γιατροί για την εξωνοσοκομειακή φροντίδα όλων των ασθενών και να ενεργοποιηθεί η πρόσβαση στα νοσοκομεία μόνο για όσους πραγματικά τη χρειάζονται.
Το ίδιο αναγκαία είναι η κατάργηση του συστήματος υφαρπαγής (clawback) των αμοιβών των συμβεβλημένων ιατρών και εργαστηρίων, καθώς η διατήρησή του μετά το 2018 είναι ανεπίτρεπτη και διαβρώνει τη βιωσιμότητά τους, επηρεάζοντας αρνητικά και τον τρόπο άσκησης της ιατρικής. Για τον λόγο αυτό, ως κοινωνία μπορούμε να θεσπίσουμε συγκεκριμένο πόρο που θα προκύπτει από ειδικό τέλος στα βλαβερότερα για την υγεία μας καπνικά προϊόντα. Μόλις 10 λεπτά σε κάθε πακέτο τσιγάρων ή καπνού, θα απέδιδε 150 εκατ. ευρώ για την υγεία ετησίως.
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, 40 χρόνια μετά την ίδρυσή του, χρειάζεται εκσυγχρονισμό. Σε μικρότερο βαθμό αφορά υποδομές, όπου υπάρχουν ελλείψεις νοσοκομείων, και περισσότερο αφορά τη λειτουργία του συστήματος. Οι διοικήσεις των νοσοκομείων μέχρι σήμερα είναι απόλυτα εξαρτημένες από την εκάστοτε κυβέρνηση που τις διορίζει. Λειτουργούν, μάλιστα, σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο με άμεση επίδραση στη λειτουργία τους. Για παράδειγμα, δεν προκηρύσσονται θέσεις πριν από την αποχώρηση γιατρού, με αποτέλεσμα, λόγω και της γραφειοκρατίας, ο αντικαταστάτης να φτάνει συχνά πολλούς μήνες μετά την αποχώρηση του προηγούμενου.
Οι χαμηλοί μισθοί σε συνδυασμό με τις ελλείψεις προσωπικού και τα διοικητικά προβλήματα αποθαρρύνουν πολλούς γιατρούς από την επιδίωξη εργασίας στο ΕΣΥ, με αποτέλεσμα σήμερα στα νοσοκομεία να εργάζονται γιατροί μεγάλης και νεαρής ηλικίας, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες μεσαίες ηλικίες. Η καθυστερημένη αντιμετώπιση του προβλήματος προβλέπεται στα προσεχή χρόνια να αποδιοργανώσει πλήρως το σύστημα, καθώς θα επηρεαστεί τόσο η εκπαίδευση όσο και η καθημερινή λειτουργία. Οι ρυθμίσεις του Ν. 10/2022 για την εξωνοσοκομειακή απασχόληση των γιατρών του ΕΣΥ εφόσον εφαρμοστούν, θα επιδεινώσουν το πρόβλημα και για τον λόγο αυτό η νέα κυβέρνηση πρέπει να επιδιώξει την άμεση ανασύνταξη του ΕΣΥ με συναίνεση του συνόλου του πολιτικού κόσμου.
Επιπλέον, για τη χώρα μας αποτελεί σημαντική πρόκληση η κάλυψη των μικρών νησιωτικών περιοχών, όπου αφενός είναι αδύνατη η δημιουργία μεγάλων νοσοκομείων, αφετέρου οι διακομιδές ασθενών συχνά είναι πολύ δύσκολες. Εκεί οι υπάρχουσες μονάδες υγείας και όσες χρειάζεται να δημιουργηθούν, θα πρέπει να είναι πλήρως στελεχωμένες και εξοπλισμένες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση και στην εμπειρία και την κλινική δεινότητα των υπηρετούντων. Πρακτικά, χρειαζόμαστε μια ιδιαίτερη αντιμετώπιση γι’ αυτές τις περιοχές, με ό,τι νομοθετικά αυτό απαιτεί.
Η υγεία στη χώρα μας απαιτεί πλέον άμεσες λύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν πολιτική βούληση και ευρεία συναίνεση. Στην κατεύθυνση αυτή, ο ΠΙΣ ως επίσημος σύμβουλος της πολιτείας, είναι σε θέση να συμβάλλει και το πράττει όταν υπάρχουν ευήκοα ώτα.
Δυστυχώς, όμως, αυτά δεν είναι δεδομένα και για τον λόγο αυτό στους 18.000 γιατρούς που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό προστίθενται καθημερινά χιλιάδες που δεν επιθυμούν να εργαστούν στην Ελλάδα έχοντας οποιαδήποτε σχέση με το Δημόσιο ή με τον ΕΟΠΥΥ. Κι αυτό καθιστά τον επιστημονικό πλούτο της χώρας ανεκμετάλλευτο λόγω ανεπαρκών πολιτικών.
Πηγη: https://www.iatronet.gr
Η Υγεία χρειάζεται νέες πολιτικές πρακτικές
Ο τρόπος επιλογής των διοικητών νοσοκοµείων από το 2000 και µετά δικαιολογεί τη βαθιά δυσπιστία για ουσιαστική αναβάθµιση του ΕΣΥ.
Γράφει η Γεωργία Οικονομοπούλου
Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Management Υπηρεσιών Υγείας (ΕΕΜΥΥ), Board Member of the European Association of Hospital Managers (EAHM)
Ο τομέας της υγείας κυριάρχησε στην προεκλογική πολιτική ατζέντα των μεγάλων κομμάτων, που υπόσχονταν τις αναγκαίες, γνωστές εδώ και δεκαετίες, μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η υπόσχεση των πολιτικών αρχηγών προς τους πολίτες επικεντρώθηκε στη βελτίωση της πρόσβασης και της ποιότητας στη φροντίδα υγείας, ενώ στις εξαγγελίες προς τους επαγγελματίες των δομών υγείας κυριάρχησαν οι καλύτερες συνθήκες εργασίας (προσλήψεις, επενδύσεις, εκσυγχρονισμός υποδομών, ενίσχυση προϋπολογισμών) και οι αυξήσεις των απολαβών. Ο σκεπτικισμός και ο βαθύς προβληματισμός, που έχει ιστορικές ρίζες, των επαγγελματιών υγείας για τα πρόσωπα που θα διαχειριστούν τον σχεδιασμό αυτό, είναι απόλυτα δικαιολογημένος.
Η ιστορική αναδρομή στην επιλογή νοσοκομειακών διοικήσεων αποδεικνύει ότι όλες οι κυβερνήσεις της τελευταίας 20ετίας προσποιήθηκαν πως εγκαθίδρυσαν αδιάβλητο νομοθετικό πλαίσιο για την αξιοκρατική επιλογή. Συνήθως, ήταν όντως πιο αυστηρό σε κριτήρια από αυτό που είχε ψηφίσει η προηγούμενη κυβερνητική παράταξη. Η συνέχεια είναι γνωστή και εύκολο να αναζητηθεί στα δημοσιεύματα του Τύπου, σε κάθε αντίστοιχη κυβερνητική περίοδο διορισμού διοικητών νοσοκομείων με… κομματικά κριτήρια. Έτσι, αναπαράγεται η φαντασίωση της αξιοκρατικής επιλογής στελεχών και το έλλειμμα της επιστημονικής δημόσιας διοίκησης.
Η εισαγωγή του θεσμού του διοικητή στα κρατικά νοσοκομεία, από τον Υπουργό Υγείας Αλ. Παπαδόπουλο, αναγνώρισε την ανάγκη εφαρμογής τεχνοκρατικής διοίκησης (Ν. 2889/2001), όμως δεν εισήγαγε παράλληλα τα κατάλληλα επιχειρησιακά εργαλεία (νομική μορφή νοσοκομείων, αυτονομία στη διοίκηση, μισθολόγιο βάσει αποτελεσμάτων). Στη διαδικασία επιλογής το κομματικό κριτήριο δεν εξέλιπε, αλλά ούτε κυριάρχησε πλήρως. Το 2004, επί υπουργίας Ν. Κακλαμάνη, η επαναφορά της απροσχημάτιστης κομματικής διακυβέρνησης των νοσοκομείων χαρακτηρίστηκε από το Ινστιτούτο Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος ως επιθυμία «πολιτικής χειραγώγησης» και ενίσχυσης των «πελατειακών σχέσεων».
Το 2007, επί υπουργίας Δ. Αβραμόπουλου, η ανορθολογική διαχείριση των κρατικών νοσοκομείων προκάλεσε εκ νέου τη συζήτηση για αλλαγή του νομικού καθεστώτος με διακομματική συναίνεση, αλλά το ιδιαίτερο βάρος του πολιτικού κόστους ανέστειλε την αλλαγή. Ο διορισμός ως διοικητή ενός… κομμωτή, με πλαστό πτυχίο νοσηλευτή, αποκαλύφθηκε μετά τη λήξη της θητείας του. Το «παράθυρο ευκαιρίας», που ανοίγει μια σοβαρή κρίση, δεν άνοιξε για τη νοσοκομειακή διακυβέρνηση ούτε μετά τις εκλογές του 2009 και την είσοδο της χώρας στα μνημόνια και στην αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή. Η «Ανοιχτή Διακυβέρνηση» (opengov) του ΠΑΣΟΚ χρειάστηκε περίπου 6 μήνες για την ολοκλήρωση των διορισμών διοικητών στα κρατικά νοσοκομεία και η δημοσιογραφική έρευνα ανακάλυψε μεταξύ τους τις εξειδικεύσεις… θεολόγου, κτηνιάτρου, ηθοποιού, γεωλόγου, εκπαιδευτικού, ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας, γεωπόνου κ.ά.
Οι διακομματικές κυβερνήσεις του 2012, Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ αρχικά και Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια, επανέφεραν τη διαδικασία κρίσης και επιλογής (Ν. 4052/2012, άρθ. 2), την οποία -μετά από σειρά τροπολογιών- δεν εφάρμοσαν και οι θέσεις μοιράστηκαν στα κόμματα με αναλογία 8-4-2 αρχικά και 70%-30% στη συνέχεια. Το 2014 το Υπουργείο Υγείας υποχρεώθηκε να απολύσει δύο διοικητές λόγω πλαστών πτυχίων.
Το 2015 (κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) οι διορισμένοι από την προηγούμενη διακομματική κυβέρνηση διοικητές… αξιολογήθηκαν και απολύθηκαν στην πλειονότητά τους (παρέμειναν μόλις 16 από τους 127). Η διαδικασία επιλογής των νέων διοικητών καθυστέρησε σημαντικά, φέρνοντας τους ακέφαλους οργανισμούς στα όριά τους. Δεν παρατηρήθηκε μαζική αναξιοκρατική επιλογή, αλλά οι ακατανόητες επαγγελματικές ιδιότητες στην επιλογή παρέμειναν (μηχανικοί, συνδικαλιστές, γιατροί, χημικός, φυσικός, βιολόγος κ.ά.). Μετά τον διορισμό τους, υπήρξε και νομοθετική παραγωγή για την αξιοκρατική επιλογή διοικήσεων (Ν. 4369/2016, Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης), που φυσικά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ένας διοικητής αναγκάστηκε σε παραίτηση μετά την αποκάλυψη ότι είχε καταθέσει πλαστά πτυχία.
Σε πρόσφατη θεματική εκδήλωση για την υγεία, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης δήλωσε σχετικά με τις διοικήσεις νοσοκομείων πως «τα πρόσωπα μετράνε» και στην επόμενη τετραετία, εάν επανεκλεγεί, θα εφαρμοστούν αυστηρά κριτήρια επιλογής και αξιολόγησης. Όμως, η επιλογή διοικητών, τέλη 2019-αρχές 2020, είχε προκαλέσει πλήθος δημοσιευμάτων με αναφορά στις «γαλάζιες» ταυτότητες των διορισμένων, που οδήγησαν στην αλλαγή 13 ονομάτων και στην παραίτηση ενός… 80χρονου. Η νομοθετική παραγωγή αυστηροποίησης των κριτηρίων επιλογής διοικήσεων στον δημόσιο τομέα και αυτή τη φορά ολοκληρώθηκε μετά την επιλογή (Ν. 4735/2020), αλλά και πάλι δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, με σχετική προσθήκη-τροπολογία του άρθ. 22 δόθηκε η δυνατότητα για παράταση ή κάλυψη της θέσης «μεταβατικά» (Ν. 4772/2021, άρθ. 48).
Έτσι, ο σκεπτικισμός για τη δυνατότητά μας να συνθέσουμε το αναβαθμισμένο μέλλον του Εθνικού Συστήματος Υγείας θα παραμένει ισχυρός, για όσο θα κατισχύει η ασυνέχεια λόγου-πράξης της πολιτικής μας ζωής και για όσο οι ανάγκες ανταπόκρισης και βιωσιμότητας των κρατικών νοσοκομείων στο σύγχρονο περιβάλλον θα υποκύπτουν στην πολιτική δειλία.
Πηγη: https://www.iatronet.gr
Γιατί και πώς πρέπει να χτιστεί ένα “νέο” ΕΣΥ
Τα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν επαρκούν, κυρίως γιατί δεν συνθέτουν ένα συνολικό σχέδιο ανασυγκρότησης του συστήματος υγείας.
Γράφει o Γιάννης Τούντας
Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής ΕΚΠΑ, Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής
Στον τομέα της υγείας, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει περισσότερα, πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά. Τα νοσοκομεία του ΕΣΥ παραμένουν σε προβληματική κατάσταση, η οργανωμένη Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) δεν υφίσταται ακόμα, παρά τη θεσμοθέτηση του προσωπικού γιατρού, και ο υποβαθμισμένος τομέας της δημόσιας υγείας – πρόληψης μόλις πρόσφατα άρχισε να αναβαθμίζεται.
Τα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων και οι περισσότερες από τις σχετικές εξαγγελίες κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν επαρκούν, όχι μόνο γιατί οι προεκλογικές εξαγγελίες συχνά δεν υλοποιούνται, αλλά κυρίως γιατί είναι αποσπασματικές και δεν συνθέτουν ένα συνολικό σχέδιο ανασυγκρότησης ή καλύτερα «επανίδρυσης» του ΕΣΥ. Για την αντιμετώπιση των διαχρονικών παθογενειών του ΕΣΥ και για τη μετατροπή του από προβληματική κρατική υπηρεσία σε σύγχρονο δημόσιο οργανισμό, η χώρα χρειάζεται ένα «νέο ΕΣΥ».
Πρώτα απ’ όλα ο κρατισμός, ο συγκεντρωτισμός, η κομματοκρατία και το πελατειακό κράτος, τα οποία σφράγισαν τη φυσιογνωμία του ΕΣΥ από την ίδρυσή του, πρέπει να αποτελέσουν παρελθόν. Το «νέο ΕΣΥ» θα πρέπει να μπορεί να υπηρετήσει, εκτός από τις διαχρονικές αξίες της δωρεάν και ισότιμης περίθαλψης, τις σύγχρονες αξίες και αντιλήψεις της αποκέντρωσης, της διαφάνειας, της λογοδοσίας, του σχεδιασμού, της αξιολόγησης, της συνέργειας του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, της ελευθερίας επιλογής, της συμμετοχής των ασθενών στα κέντρα αποφάσεων, της δημιουργίας συνθηκών ελεγχόμενου ανταγωνισμού -που θα μειώνουν το κόστος και θα βελτιώνουν την ποιότητα- και, κυρίως, της σύγχρονης διοίκησης. Το ΕΣΥ δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να διοικείται από το γραφείο του εκάστοτε υπουργού Υγείας, αλλά από αξιοκρατικά όργανα με την αναγκαία τεχνοκρατική υποστήριξη, στην κορυφή, στις Υγειονομικές Περιφέρειες, στα νοσοκομεία, στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ).
Δεύτερη σημαντική προτεραιότητα αποτελεί ο επανασχεδιασμός του νοσοκομειακού χάρτη (νοσοκομεία, κλινικές, εργαστήρια) με βάση τον χάρτη υγείας που θα πρέπει επιτέλους να ολοκληρωθεί, προκειμένου οι οργάνωση του «νέου ΕΣΥ» να αντιστοιχεί στις ανάγκες υγείας του πληθυσμού κάθε περιφέρειας. Για τον σκοπό αυτό θα απαιτηθούν συγχωνεύσεις, αλλαγές χρήσης, δημιουργία νοσοκομειακών συμπλεγμάτων και δικτύων συνεργαζόμενων νοσοκομείων, καθώς και ανακατανομή κλινών, κλινικών και εργαστηρίων με ορθολογικά κριτήρια αντί με πελατειακά. Τα νοσοκομεία του ΕΣΥ θα πρέπει να μετατραπούν σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), για να αποκτήσουν διαχειριστική αποτελεσματικότητα, απαλλαγμένα από τις χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), διατηρώντας, όμως, παράλληλα τον δημόσιο χαρακτήρα τους ως θυγατρικές εταιρείες των Υγειονομικών Περιφερειών – ΥΠΕ (ΝΠΔΔ).
Ιδιαίτερη προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που αποτελεί τον αδύναμο κρίκο του συστήματος και όχι τη ραχοκοκαλιά του όπως θα έπρεπε. Η θεσμοθέτηση του προσωπικού γιατρού και η αναμενόμενη εφαρμογή του Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας (ΗΦΥ) είναι θετικά βήματα, αλλά δεν αρκούν. Η ολοκληρωμένη ΠΦΥ θα πρέπει να βασίζεται στον θεσμό της οικογενειακής ιατρικής με επίκεντρο την οικογένεια -και όχι το άτομο- και να παρέχεται από τις δομές του ΕΣΥ (Κέντρα Υγείας, Τοπικές Ομάδες Υγείας – ΤΟΜΥ, Περιφερειακά Ιατρεία), της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του συμβεβλημένου ιδιωτικού τομέα, οργανωμένα σε τοπικά δίκτυα ΠΦΥ, σε στενή συνεργασία με τον προσωπικό γιατρό.
Εκτός, όμως, από οργανωμένη ΠΦΥ, η χώρα έχει ανάγκη και από ισχυρό τομέα δημόσιας υγείας σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, που να μην περιορίζεται μόνο στην πρόληψη -στην οποία υλοποιούνται πρόσφατα σημαντικά προγράμματα- αλλά να περιλαμβάνει την προστασία και την προαγωγή της υγείας του πληθυσμού, κάτι που δεν κατοχυρώνει ο νόμος του 2020 για τη Δημόσια Υγεία.
Για την επαρκή στελέχωση του ΕΣΥ, εκτός από την αύξηση των απολαβών, θα πρέπει να συνδεθεί ο μισθός με το προσφερόμενο έργο και η υιοθέτηση ποικίλων μορφών απασχόλησης, ανάλογα με τις μόνιμες ή έκτακτες ανάγκες κάθε μονάδας, αλλά και με τις επιλογές του ενδιαφερόμενου προσωπικού, καθώς και να διευρυνθεί η δυνατότητα επιπρόσθετου αμειβόμενου έργου από ιδιωτικούς πόρους εντός των μονάδων του ΕΣΥ.
Τέλος, στο κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης, εκτός από την αυτονόητη αύξηση της δημόσιας δαπάνης υγείας από 5% στο 6% του ΑΕΠ, θα πρέπει ο ΕΟΠΥΥ να μετατραπεί σε ενιαίο μοναδικό αγοραστή-πληρωτή με αποκλειστική διαχείριση της εθνικής χρηματοδότησης υγείας, να ενσωματωθούν οι ιδιωτικές πληρωμές και παραπληρωμές (τα φακελάκια της ντροπής) στην επίσημη χρηματοδοτική διαδικασία με τη μορφή συνασφάλισης ή συμπληρωματικής ασφάλισης, καθώς και να διαμορφωθεί ένα δομικά σταθερό και λειτουργικό πλαίσιο τιμών. Μόνο έτσι θα αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο των υψηλότερων ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρώπη, το οποίο καθιστά το σύστημα υγείας στη χώρα μας ένα από τα πιο ιδιωτικοποιημένα και, συνακόλουθα, πιο κοινωνικά άδικα συστήματα διεθνώς.
Πηγη: https://www.iatronet.gr/
Προτεραιότητες και προκλήσεις για τον ΕΟΠΥΥ του μέλλοντος
Σε ποια σημεία πρέπει να μετασχηματιστεί ο Οργανισμός, για να ανταποκρίνεται στον μέγιστο βαθμό στην αποστολή του.
Γράφει η Θεανώ Καρποδίνη
Διοικήτρια του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)
Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), με την ίδρυσή του το 2011, αποτέλεσε τη δεύτερη σημαντικότερη μεταρρύθμιση στην υγεία μετά τη δημιουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ). Οι βασικοί στόχοι του Οργανισμού για το μέλλον είναι η διασφάλιση: α) της καθολικής και ισότιμης πρόσβασης όλων των δικαιούχων των ασφαλιστικών φορέων της χώρας σε όλες τις αναγκαίες υπηρεσίες και παροχές υγείας, και β) της αποδοτικότερης διαχείρισης όλων των διαθέσιμων πόρων, με έμφαση στην ποιοτικότερη πρόσβαση όλων των πολιτών στις αναγκαίες υπηρεσίες υγείας, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας. Επομένως βασική επιδίωξη ήταν και παραμένει ο πλήρης μετασχηματισμός του Οργανισμού σε στρατηγικό αγοραστή υπηρεσιών υγείας, που θα εξασφαλίζει την ποιότητα, την ανταγωνιστικότητα και την αποδοτικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας προς τους ασφαλισμένους πολίτες όλης της χώρας.
Στο πλαίσιο της ευρύτερης μεταρρύθμισης στην υγεία, που στοχεύει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της δευτεροβάθμιας φροντίδας υγείας και την οργάνωση και ενδυνάμωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ο ΕΟΠΥΥ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, καθώς ως αποκλειστικός σχεδόν αγοραστής υπηρεσιών υγείας μπορεί -και πρέπει- να διασφαλίζει στους ασφαλισμένους του την παροχή των ποιοτικότερων υπηρεσιών υγείας, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα της υγείας. Κρίσιμοι παράγοντες και στόχοι του Οργανισμού για το άμεσο μέλλον, για την ολοκλήρωση του πλήρη μετασχηματισμού του σε στρατηγικό αγοραστή υπηρεσιών υγείας, είναι:
- Η αποκλειστική διαχείριση και κατανομή του συνόλου των εθνικών πόρων για την υγεία (Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Φροντίδα Υγείας).
- Η πλήρης χαρτογράφηση τόσο των συνολικών αναγκών σε υπηρεσίες υγείας πανελλαδικά όσο και των υπηρεσιών υγείας που καλύπτονται από το ΕΣΥ, προκειμένου να εντοπιστούν οι υπηρεσίες υγείας που δεν καλύπτονται ή δεν επαρκούν στο δημόσιο σύστημα και πρέπει να καλυφθούν από τον ιδιωτικό τομέα. Ειδικότερα, οι ανάγκες του δημόσιου συστήματος υγείας θα πρέπει πρώτα να καταγραφούν σε ενιαίο πληροφοριακό σύστημα, να αναλυθούν με δείκτες παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας σε συνάρτηση με το ανθρώπινο προσωπικό του συστήματος υγείας (ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπά επαγγέλματα υγείας).
- Η αγορά από τον ιδιωτικό τομέα των υπηρεσιών υγείας που είτε δεν είναι διαθέσιμες στον δημόσιο τομέα είτε δεν επαρκούν, στη βάση ποιοτικών κριτηρίων και διαπραγμάτευσης τιμών, βάσει των αποτελεσμάτων της πανελλαδικής χαρτογράφησης των αναγκών.
- Η εξωστρέφεια και η ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών σε συνεργασία με επιστημονικές εταιρείες, ενώσεις ασθενών και κοινωνικούς φορείς, με σκοπό την πρόσβαση των ασφαλισμένων σε καινοτόμες και αναγκαίες υπηρεσίες υγείας, καθώς και η εξάλειψη της ανισότητας πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείες.
- Ο ψηφιακός μετασχηματισμός του συνόλου των διαδικασιών και εφαρμογών του ΕΟΠΥΥ με κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και σε συνεργασία με το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
- Ο έλεγχος των δαπανών υγείας στα πρότυπα των ιδιωτικών ασφαλιστικών, με τη συνδρομή εξωτερικών ελεγκτών με εξειδίκευση στον έλεγχο ιατρικών δαπανών.
Η ενίσχυση της αυτοτέλειας του Οργανισμού σε συνδυασμό με την αύξηση της λογοδοσίας και την αποζημίωση των πάσης φύσεως παροχών υγείας από τον ΕΟΠΥΥ βάσει αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας με ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους, θα εξασφαλίσει την αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Ο Οργανισμός συνεχίζει με στόχο την αγορά ανταγωνιστικών και αναγκαίων για τους ασφαλισμένους υπηρεσιών υγείας, ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις και τον εκσυγχρονισμό των δομών υγείας και στηρίζοντας όλες τις υγειονομικές περιφέρειες και δομές με τις αναγκαίες συνεργασίες και συμπράξεις, με στόχο την καθολική και ισότιμη πρόσβαση σε όλους τους πολίτες.
Ο ΕΟΠΥΥ μετασχηματίζεται, εκπαιδεύεται, αναπτύσσεται και προσαρμόζεται, ώστε να υπηρετεί με επιτυχία και συνέπεια τον στρατηγικό του ρόλο στην παροχή υπηρεσιών υγείας. Θωρακίζεται ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει γρήγορα τυχόν μελλοντικές προκλήσεις και αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς. Διατηρεί πάντα στο επίκεντρο τον πολίτη και θέλει να εξασφαλίζει έγκαιρα και ισότιμα την πρόσβαση σε καινοτόμες υπηρεσίες υγείας.
Πηγη: https://www.iatronet.gr/
Εθνική Ατζέντα για το φάρμακο με ορίζοντα το 2030
Οι άμεσες και επείγουσες προκλήσεις δεν πρέπει να μας κρατούν καθηλωμένους σε μια αποσπασματική μικροδιαχείριση της επόμενης μέρας
Γράφει η Ελισάβετ Προδρόμου
Γενική Διευθύντρια Bristol Myers Squibb
Η δημόσια υγεία αποκτά σταδιακά τη θέση που δικαιούται στην πολιτική ατζέντα. Ορθά τα περισσότερα κόμματα θέτουν για πρώτη φορά το θέμα αυτό στην κορυφή των προτεραιοτήτων της κυβερνητικής τους ατζέντας με στόχο μια “επανάσταση” στην αναμόρφωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας την επόμενη τετραετία και με το βλέμμα στο 2030. Η αύξηση των δημόσιων δαπανών υγείας, η έμφαση στην πρόληψη, η ψηφιοποίηση, η αναδιαμόρφωση του νοσοκομειακού χάρτη, οι μετρήσιμοι δείκτες ποιότητας αποτελούν θέματα στα οποία επιχειρούνται βήματα προόδου και εμφανίζονται ως προσωπικές δεσμεύσεις των αρχηγών των τριών μεγαλύτερων κομμάτων.
Ωστόσο, ο τομέας που υποεκπροσωπείται σε αυτήν την ατζέντα είναι η φαρμακευτική πολιτική και η πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες, αν και συνιστά αναπόσπαστο κρίκο της αλυσίδας της δημόσιας υγείας, με την Έρευνα και Ανάπτυξη νέων καινοτόμων θεραπειών να επιταχύνει εντυπωσιακά τον ρυθμό και αριθμό των επιτευγμάτων της στην ανοσοθεραπεία, την ιατρική ακριβείας, τις κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες.
Με το βλέμμα σε αυτό τον ορίζοντα, οφείλουμε όλοι οι εμπλεκόμενοι εταίροι -η πολιτεία, η επιστημονική και η ιατρική κοινότητα, οι ενώσεις ασθενών, αλλά και οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις- να συνδιαμορφώσουμε την εθνική φαρμακευτική στρατηγική μέχρι το 2030. Οι άμεσες και επείγουσες προκλήσεις δεν πρέπει να μας κρατούν καθηλωμένους σε μια αποσπασματική μικροδιαχείριση της επόμενης μέρας. Αντίθετα, συνιστούν απτά επιχειρήματα υπέρ μίας ολικής επανεκκίνησης της πολιτικής φαρμάκου.
Η ανάγκη χρηματοδότησης του φαρμάκου με βάση τις πραγματικές ανάγκες υγείας του πληθυσμού, ο στρατηγικός έλεγχος της κατανάλωσης (και συνεπώς της δαπάνης), η κινητροδότηση των κλινικών μελετών, η συλλογή και αξιοποίηση big data που θα μετρούν και θα τεκμηριώνουν το πραγματικό όφελος των καινοτόμων θεραπειών, το προβλέψιμο επενδυτικό περιβάλλον, δεν αποτελούν “συντεχνιακά αιτήματα’ των φαρμακευτικών εταιρειών.
Είναι η βάση μίας εθνικής φαρμακευτικής πολιτικής με επίκεντρο τον ασθενή, στην οποία οφείλει η επόμενη κυβέρνηση να ενσκήψει με συστηματικό τρόπο και να ενσωματώσει ισότιμα τις προτεραιότητες αυτές στη μεταρρύθμιση του τομέα της υγείας την επόμενη τετραετία. Με τον τρόπο αυτό θα δώσουμε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας τα εργαλεία να ανταποκριθεί πλέον συντεταγμένα στις σύγχρονες προκλήσεις της προσβασιμότητας, της διαθεσιμότητας και της προσιτής τιμής των φαρμάκων.
Πηγη: https://www.iatronet.gr/

