Αλτσχάιμερ: Βιοδείκτης στα ούρα θα μπορούσε να είναι ο πρώτος που θα αποκαλύψει τη νόσο σε πρώιμο στάδιο

Οι ερευνητές που βρίσκονται πίσω από τη νέα αυτή μελέτη έχουν προηγουμένως διερευνήσει μια οργανική ένωση που ονομάζεται φορμαλδεΰδη ως βιοδείκτης ούρων για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Ωστόσο, υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης στην ανίχνευση της νόσου σε πρώιμο στάδιο.

Αλτσχάιμερ: Η νόσος Αλτσχάιμερ μπορεί να παραμείνει απαρατήρητη μέχρι να είναι πολύ αργά για θεραπεία. Προγράμματα ελέγχου μεγάλης κλίμακας θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανίχνευση της νόσου σε πρώιμο στάδιο, αλλά οι τρέχουσες διαγνωστικές μέθοδοι είναι πολύ δύσκολες και δαπανηρές. Τώρα, μια νέα μελέτη είναι η πρώτη που προσδιορίζει το μυρμηκικό οξύ ως ευαίσθητο βιοδείκτη ούρων που μπορεί να αποκαλύψει τη νόσο Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο, ανοίγοντας ενδεχομένως τον δρόμο για φθηνό και βολικό έλεγχο της νόσου.

Θα μπορούσε μια απλή εξέταση ούρων να αποκαλύψει αν κάποιος πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο και θα μπορούσε αυτό να ανοίξει τον δρόμο για προγράμματα ελέγχου μεγάλης κλίμακας; Μια νέα μελέτη στην επιθεώρηση Frontiers in Aging Neuroscience σίγουρα υποδηλώνει κάτι τέτοιο. Οι ερευνητές εξέτασαν μια μεγάλη ομάδα ασθενών με νόσο Αλτσχάιμερ διαφόρων επιπέδων σοβαρότητας και υγιείς μάρτυρες με φυσιολογική νόηση για να εντοπίσουν διαφορές στους βιοδείκτες ούρων. Διαπίστωσαν ότι το μυρμηκικό οξύ στα ούρα είναι ένας ευαίσθητος δείκτης υποκειμενικής γνωστικής έκπτωσης που μπορεί να υποδεικνύει τα πολύ πρώιμα στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ. Οι τρέχουσες μέθοδοι διάγνωσης της νόσου Αλτσχάιμερ είναι δαπανηρές, άβολες και ακατάλληλες για έλεγχο ρουτίνας. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότεροι ασθενείς λαμβάνουν διάγνωση μόνον όταν είναι πολύ αργά για αποτελεσματική θεραπεία. Ωστόσο, μια μη επεμβατική, φθηνή και βολική εξέταση ούρων για μυρμηκικό οξύ θα μπορούσε να είναι ακριβώς αυτό που διέταξε ο γιατρός για την έγκαιρη διαλογή. “Η νόσος Αλτσχάιμερ είναι μια συνεχής και κρυφή χρόνια νόσος, που σημαίνει ότι μπορεί να αναπτυχθεί και να διαρκέσει πολλά χρόνια πριν εμφανιστεί εμφανής γνωστική εξασθένιση”, δήλωσαν οι συγγραφείς. “Τα πρώιμα στάδια της νόσου εμφανίζονται πριν από το στάδιο της μη αναστρέψιμης άνοιας και αυτό είναι το χρυσό παράθυρο για παρέμβαση και θεραπεία. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητος ο έλεγχος μεγάλης κλίμακας για τη νόσο Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο για τους ηλικιωμένους”.

Προγράμματα ελέγχου για τη νόσο Αλτσχάιμερ;

Αν λοιπόν η έγκαιρη παρέμβαση είναι σημαντική, γιατί δεν έχουμε ήδη προγράμματα ελέγχου ρουτίνας για τη νόσο Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο; Το ζήτημα έγκειται στις διαγνωστικές τεχνικές που χρησιμοποιούν σήμερα οι γιατροί. Αυτές περιλαμβάνουν τομογραφίες εγκεφάλου με εκπομπή ποζιτρονίων, οι οποίες είναι ακριβές και εκθέτουν τον ασθενή σε ακτινοβολία. Υπάρχουν επίσης εξετάσεις βιοδεικτών που μπορούν να αποκαλύψουν τη νόσο Αλτσχάιμερ, αλλά αυτές απαιτούν επεμβατικές αιμοληψίες ή οσφυονωτιαία παρακέντηση για τη λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού, κάτι που μπορεί να είναι απωθητικό για τους ασθενείς. Ωστόσο, μια εξέταση ούρων είναι μη επεμβατική και βολική και θα ήταν κατάλληλη για μεγάλης κλίμακας έλεγχο. Ενώ οι ερευνητές έχουν εντοπίσει βιοδείκτες ούρων για τη νόσο Αλτσχάιμερ στο παρελθόν, κανένας δεν ήταν κατάλληλος για να αποκαλύψει τα πρώιμα στάδια της νόσου, πράγμα που σημαίνει ότι το χρυσό παράθυρο για την έγκαιρη θεραπεία παραμένει άπιαστο.

Μυρμηκικό οξύ: Χρυσό κλειδί;

Οι ερευνητές που βρίσκονται πίσω από τη νέα αυτή μελέτη έχουν προηγουμένως διερευνήσει μια οργανική ένωση που ονομάζεται φορμαλδεΰδη ως βιοδείκτης ούρων για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Ωστόσο, υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης στην ανίχνευση της νόσου σε πρώιμο στάδιο. Σε αυτή την τελευταία μελέτη επικεντρώθηκαν κυρίως στο μυρμηκικό οξύ, ένα μεταβολικό προϊόν της φορμαλδεΰδης, για να δουν αν αυτό αποδίδει καλύτερα ως βιοδείκτης. Συνολικά 574 άτομα συμμετείχαν στη μελέτη και οι συμμετέχοντες ήταν είτε υγιείς εθελοντές με φυσιολογική νόηση, είτε είχαν διαφορετικούς βαθμούς εξέλιξης της νόσου, που κυμαίνονταν από υποκειμενική γνωστική έκπτωση έως πλήρως ανεπτυγμένη νόσο. Οι ερευνητές ανέλυσαν τα δείγματα ούρων και αίματος των συμμετεχόντων και πραγματοποίησαν ψυχολογικές αξιολογήσεις.

Αποκάλυψη της νόσου Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο

Η μελέτη διαπίστωσε ότι τα επίπεδα μυρμηκικού οξέος στα ούρα ήταν σημαντικά αυξημένα σε όλες τις ομάδες της νόσου Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας υποκειμενικής γνωστικής έκπτωσης αρχικού σταδίου, και συσχετίστηκαν με γνωστική έκπτωση. Αυτό υποδηλώνει ότι το μυρμηκικό οξύ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ευαίσθητος βιοδείκτης για τη νόσο Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο. Είναι ενδιαφέρον ότι όταν οι ερευνητές ανέλυσαν τα επίπεδα μυρμηκικού οξέος στα ούρα σε συνδυασμό με βιοδείκτες της νόσου Αλτσχάιμερ που βασίζονται στο αίμα, διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να προβλέψουν με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιο στάδιο της νόσου βίωνε ένας ασθενής. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να κατανοηθεί η σχέση μεταξύ της νόσου Αλτσχάιμερ και του μυρμηκικού οξέος. “Το μυρμηκικό οξύ στα ούρα έδειξε εξαιρετική ευαισθησία για την έγκαιρη διαλογή του Αλτσχάιμερ”, δήλωσαν οι συγγραφείς. “Η ανίχνευση βιοδεικτών ούρων για τη νόσο Αλτσχάιμερ είναι βολική και οικονομικά αποδοτική και θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια των φυσικών εξετάσεων ρουτίνας των ηλικιωμένων”.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Εξωσωματική Γονιμοποίηση: Προκαλούν καρκίνο τα φάρμακα για την υπογονιμότητα;

Χιλιάδες ζευγάρια αναρωτιούνται εάν οι θεραπείες για την υπογονιμότητα αυξάνουν τον κίνδυνο γυναικολογικών καρκίνων – Διαβάστε τι έδειξαν μεγάλες διεθνείς κλινικές μελέτες

Στο αγωνιώδες ερώτημα που διατυπώνουν πολλές γυναίκες «αν τα φάρμακα για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή προκαλούν καρκινογένεση» απάντησαν κορυφαίοι επιστήμονες μέσω των διαλέξεων τους στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα «Καρκίνος – Γονιμότητα & Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή. Μύθος και Πραγματικότητα», που πραγματοποιήθηκε στις 2-4 Δεκεμβρίου στην Αθήνα.

Σύμφωνα με επιδημιολογικά στοιχεία 1 στα 7 ζευγάρια παγκοσμίως αντιμετωπίζει προβλήματα υπογονιμότητας, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη έως ανέφικτη η φυσική σύλληψη. Έτσι χιλιάδες ζευγάρια ετησίως καταφεύγουν σε μεθόδους Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής προκειμένου να αποκτήσουν απογόνους. Ενδεικτικά στην Ελλάδα σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν από Μονάδες Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ΜΙΥΑ) στην Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής τη διετία 2018-2019 καταγράφηκαν 10.000 γεννήσεις με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Πρόκειται για ποσοστό περίπου 6% επί του συνόλου των γεννήσεων στη χώρα, κατά τη συγκεκριμένη διετία.

Ωστόσο μεταξύ των φόβων που διατυπώνουν πολλά ζευγάρια όταν πια καταλήγουν στην επιλογή της Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής προκειμένου να τεκνοποιήσουν, είναι αν φάρμακα, όπως η κιτρική κλομιφαίνη και οι γοναδοτροπίνες αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, του ενδομητρίου ή των ωοθηκών.

Φάρμακα και εξωσωματική γονιμοποίηση: Μύθοι και Αλήθειες

Ο Κωνσταντίνος Νταφόπουλος, καθηγητής Μαιευτικής & Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Διατήρησης Γονιμότητας στην ομιλία του με θέμα «Φάρμακα και εξωσωματική γονιμοποίηση: Μύθοι και Αλήθειες» παρουσιάζοντας μεταναλύσεις μελετών για το θέμα εξήγησε ότι «ένας κύκλος φαρμακευτικής διέγερσης των ωοθηκών για τη συλλογή ωαρίων για εξωσωματική γονιμοποίηση ισούται με δύο ετών φυσιολογικούς κύκλους. Αυτό από μόνο του αρκεί να δημιουργήσει τον φόβο σε πολλές γυναίκες ότι φάρμακα, όπως η κιτρική κλομιφαίνη και οι γοναδοτροπίνες, ίσως προκαλούν καρκινογένεση. Κατά το παρελθόν έχουν υπάρξει μελέτες που εντόπιζαν κάποια στοιχεία χωρίς όμως να φτάνουν σε καταληκτικά συμπεράσματα».

Ενδεικτικά μελέτη που είχε δημοσιευθεί το 1971 είχε υποστηρίζει ότι η ωοθυλακιορρηξία με τη φαρμακευτικούς παράγοντες ίσως αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου των ωοθηκών. Μια παλαιότερη έρευνα που είχε γίνει το 1944 σε πειραματόζωα είχε επίσης υπονοήσει ότι οι γοναδροτροπίνες ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο για τον συγκεκριμένο τύπο γυναικολογικού καρκίνου.

«Μεγάλη ανασκόπηση στοιχείων που δημοσιεύθηκε το 2021 και αφορούσε 245.000 υπογόνιμες γυναίκες οι οποίες συγκρίθηκαν με 5,5 εκατομμύρια γυναίκες χωρίς προβλήματα γονιμότητας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα φάρμακα για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή δεν αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου των ωοθηκών», σημείωσε ο κ. Νταφόπουλος.

Σε ανάλογη μελέτη για τη σχέση των φαρμάκων κατά της υπογονιμότητας με τον καρκίνο του ενδομητρίου – συγκρίθηκαν 165.000 υπογόνιμες γυναίκες με 3 εκατ. γυναίκες χωρίς προβλήματα γονιμότητας – διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει αιτιολογική συσχέτιση. «Μια γυναίκα έχει 3% δια βίου κίνδυνο για καρκίνο του ενδομητρίου. Από τις μέχρι τώρα αναλύσεις δεν προκύπτει σχέση μεταξύ των φαρμάκων για την υπογονιμότητα και του αυξημένου κινδύνου εκδήλωσης αυτού του τύπου καρκίνου. Αντιθέτως, παράγοντες όπως η ατοκία, ο σακχαρώδης διαβήτης και το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο καρκινογένεσης σε μια γυναίκα», σύμφωνα με τον καθηγητή Μαιευτικής & Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Σε ότι αφορά δε τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet και αφορούσε σε ανασκόπηση κλινικών δεδομένων της περιόδου 1989-2017 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα φάρμακα για την υπογονιμότητα μειώνουν κατά 30% τον κίνδυνο να νοσήσει μια γυναίκα. «Οι υπογόνιμες γυναίκες έχουν 41% αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, 33% μεγαλύτερες πιθανότητες καρκινικού θανάτου και 56% θανάτου από οποιαδήποτε αιτία. Ο κίνδυνος εξαλειφόταν αν πετύχαιναν κύηση έδειξε η έρευνα», ανέφερε ο κ. Κωνσταντίνος Νταφόπουλος.

Φάρμακα για την υπογονιμότητα και καρκίνος μαστού

Ο Ιπποκράτης Σαρρής, Σύμβουλος Αναπαραγωγικής Ιατρικής και Διευθυντής στο King’s Fertility του Νοσοκομείου του Βασιλικού Κολεγίου στο Λονδίνο στην ομιλία του με θέμα «Φάρμακα για την υπογονιμότητα και Καρκίνος Μαστού: Eπαγρύπνηση ή υπερβολική ανησυχία;» ξεκαθάρισε ότι «η έρευνα που κάναμε σε δείγμα 1,8 εκατ. γυναικών που είχαν υποβληθεί σε θεραπείες γονιμότητας – και είχαν τεθεί υπό ιατρική παρακολούθηση κατά μέσο όρο 27 χρόνια – δεν έδειξε καμιά αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης καρκίνου του μαστού».

Η συγκεκριμένη μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Fertility and Sterility και πρόκειται για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα έρευνα που αξιολογεί τη χρήση φαρμάκων για την υπογονιμότητα και τον κίνδυνο καρκινογένεσης στις γυναίκες.

Ο Δρ Σαρρής και οι συνεργάτες του αξιολόγησαν κλινικά δεδομένα από μελέτες που είχαν γίνει από το 1990 έως τον Ιανουάριο του 2020. Στο δείγμα είχαν ενταχθεί γυναίκες κάθε αναπαραγωγικής ηλικίας και είχαν τεθεί υπό ιατρική παρακολούθηση μετά την υποβολή τους σε θεραπεία γονιμότητας. «Δεν προέκυψε καμιά σημαντική αύξηση του κινδύνου των γυναικών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία συγκριτικά με εκείνες που δεν είχαν κάνει θεραπεία, καθώς και των γυναικών που παρέμεναν υπογόνιμες», εξήγησε ο Σύμβουλος Αναπαραγωγικής Ιατρικής στο King’s Fertility του Λονδίνου.

Και πρόσθεσε πως «μέχρι πρότινος δεν ήταν σαφές εάν τα φάρμακα για την υπογονιμότητα σχετίζονται με την εμφάνιση του καρκίνου μαστού και πολλές γυναίκες μας εξέφραζαν την ανησυχία ότι ο καρκίνος μαστού τους έχει προκληθεί από τέτοια θεραπεία. Όμως από τις δημοσιευμένες μελέτες προκύπτει η διαβεβαίωση ότι τα φάρμακα για την υπογονιμότητα είναι απίθανο να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού».

Εστιάζοντας στο ίδιο θέμα ο Κωνσταντίνος Πάντος, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Γενικός Γραμματέας Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής, επισήμανε ότι, «αν και η ορμονική θεραπεία στις γυναίκες είναι ακόμα υπό διερεύνηση ως προς τον μηχανισμό δράσης τους στην καρκινογένεση, εκείνο στο οποίο καταλήγουν οι περισσότερες από τις μεγάλες κλινικές μελέτες παγκοσμίως είναι ότι δεν φαίνεται επιδημιολογικά κάποια συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη γυναικολογικού ή και άλλων μορφών καρκίνου σε γυναίκες που λαμβάνουν φαρμακευτική θεραπεία για την υπογονιμότητά τους».

Και πρόσθεσε ότι «αποφεύγοντας την υπέρμετρη χρήση θεραπειών και τεχνολογιών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αλλά πολύ δε περισσότερο ενημερώνοντας τις γυναίκες για την πρόληψη της γονιμότητάς τους όταν βρίσκονται στην νεαρή τους ηλικία, έτσι ώστε να συλλάβουν φυσιολογικά ή με τη ελάχιστη βοήθεια, δεν θα βρίσκονται αργότερα εγκλωβισμένες στην υπογονιμότητά τους, στις σκέψεις για ενδεχόμενο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου και στο ενοχικό κλίμα που συνειδησιακά διαμορφώνεται γύρω τους».

Αξίζει να σημειωθεί ότι, έρευνα που εκπονήθηκε το 2021 από την Ελληνική Εταιρεία Αναπαραγωγικής Ιατρικής αποκαλύπτει σημαντικό έλλειμμα ενημέρωσης αναφορικά με τα θέματα γονιμότητας. Ενδεικτικά, 1 στους 3 ερωτηθέντες πιστεύει λανθασμένα ότι η γυναικεία γονιμότητα αρχίζει να μειώνεται συνήθως στην ηλικιακή φάση 46-55 ετών. Επίσης, σχεδόν 1 στους 2 δηλώνει ότι οι πιθανότητες εγκυμοσύνης στην ηλικία των 40 ετών κυμαίνονται από 30-50%.

«Μετά τα 40 έτη η πιθανότητα επίτευξης φυσικής σύλληψης σε κάθε κύκλο είναι σημαντικά μειωμένη σε ποσοστό που υπολογίζεται να είναι μικρότερο του 5% ανά μήνα. Επιπρόσθετα, και η επιτυχία της εξωσωματικής γονιμοποίησης μειώνεται σημαντικά μετά τα 40 έτη, με το ποσοστό επιτυχίας να είναι μικρότερο του 10%. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως οι μέθοδοι εξωσωματικής γονιμοποίησης δεν μπορούν να ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια που θέτει η προχωρημένη αναπαραγωγική ηλικία. Τα εμπόδια αυτά σχετίζονται με μείωση του αριθμού και της ποιότητα των ωαρίων, αλλά και με σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας και της γονιμοποιητικής ικανότητας του σπέρματος», υπενθύμισε ο κ. Πάντος.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Πόσο στρεσαρισμένοι είστε; Το νέο e-tattoo στην παλάμη ανιχνεύει το άγχος

Οι παλάμες μας λένε πολλά για τη συναισθηματική μας κατάσταση, καθώς συνήθως ιδρώνουν όταν οι άνθρωποι είναι ενθουσιασμένοι ή νευρικοί. Αυτή η αντίδραση χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του συναισθηματικού στρες και τη βοήθεια ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας.

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν και στο Πανεπιστήμιο του Τέξας A&M εφάρμοσαν την αναδυόμενη τεχνολογία ηλεκτρονικού τατουάζ (e-tattoo) σε αυτόν τον τύπο παρακολούθησης, γνωστό και ως ηλεκτροδερμική δραστηριότητα ή ανίχνευση EDA.

Σε μια πρόσφατη εργασία που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications, οι ερευνητές δημιούργησαν ένα e-tattoo με βάση το γραφένιο που προσκολλάται στην παλάμη, είναι σχεδόν αόρατο και συνδέεται με ένα έξυπνο ρολόι. «Δεν εμποδίζει καθόλου, σε σημείο που οι άνθρωποι ξεχνούν μερικές φορές ότι το φορούν. Παράλληλα, μειώνει το κοινωνικό στίγμα της χρήσης αυτών των συσκευών σε τόσο εμφανή σημεία στο σώμα», δηλώνει ο Nanshu Lu, καθηγητής στο Τμήμα Μηχανικής Αεροδιαστημικής και Μηχανικής Μηχανικής και επικεφαλής της εργασίας.

Ο Lu και οι συνεργάτες τουπροχωρούν εδώ και πολλά χρόνια την τεχνολογία wearable e-tattoo. Το γραφένιο ήταν ένα αγαπημένο υλικό λόγω του πόσο λεπτό είναι και πόσο καλά μετρά το ηλεκτρικό δυναμικό από το ανθρώπινο σώμα, οδηγώντας σε πολύ ακριβείς μετρήσεις.

Όμως, τέτοια εξαιρετικά λεπτά υλικά δεν μπορούν να αντέξουν πολύ γιαυτό και η εφαρμογή τους σε σημεία του σώματος με κίνηση, όπως η παλάμη, είναι δύσκολη.  Όμως, το μυστικό αυτής της ανακάλυψης είναι πώς το e-tattoo στην παλάμη μπορεί να μεταφέρει με επιτυχία δεδομένα σε ένα άκαμπτο κύκλωμα—σε αυτήν την περίπτωση ένα έξυπνο ρολόι που διατίθεται στο εμπόριο, σε περιβάλλοντα εκτός εργαστηρίου.

Η τρέχουσα τεχνολογία παρακολούθησης παλάμης χρησιμοποιεί ογκώδη ηλεκτρόδια που πέφτουν και είναι πολύ ορατά ή αισθητήρες EDA που εφαρμόζονται σε άλλα μέρη του σώματος, γεγονός που παρέχει λιγότερο ακριβή ένδειξη.

 

Άλλοι ερευνητές έχουν δοκιμάσει παρόμοιες μεθόδους χρησιμοποιώντας κορδέλες ίσιας γραμμής πάχους νανομέτρων για να συνδέσουν το τατουάζ με έναν αναγνώστη, αλλά δεν κατάφεραν να διαχειριστούν την πίεση της συνεχούς κίνησης.

Ο Lu είπε ότι οι ερευνητές εμπνεύστηκαν από την εικονική πραγματικότητα (VR), το gaming και το εισερχόμενο μετασύμπαν για αυτήν την έρευνα. Το VR χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις για τη θεραπεία ψυχικών ασθενειών. Ωστόσο, η ικανότητα της ανθρώπινης επίγνωσης στο VR εξακολουθεί να λείπει από πολλές απόψεις.

«Θέλετε να μάθετε αν οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε αυτή τη θεραπεία», είπε ο Lu. “Τους βοηθάει; Αυτή τη στιγμή, είναι δύσκολο να το πω.”

Άλλα μέλη της ομάδας περιλαμβάνουν τους Hongwoo Jang και Eunbin Kim από το Texas Materials Institute. Sangjun Kim και Kyoung-Ho Ha από το Walker Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών. Xiangxing Yang από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών της Οικογένειας Chandra. και οι Kaan Sel και Roozbeh Jafari από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Texas A&M.

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/

Μελέτη: Μερικές γυναίκες με καρκίνο του μαστού μπορεί να αποφύγουν τη μαστεκτομή

Ελπιδοφόρα είναι τα αποτελέσματα μελέτης που κατέδειξε ότι ορισμένες γυναίκες με καρκίνο του μαστού μπορεί να είναι σε θέση να παραλείψουν τη χειρουργική επέμβαση. Η μελέτη  δημοσιεύθηκε στο Lancet Oncology.

Το εύρημα βασίζονται σε 31 γυναίκες με πρώιμο τριπλά αρνητικό ή HER2-θετικό καρκίνο του μαστού που είχαν παθολογική πλήρη ανταπόκριση (pCR) σε νεοεπικουρική συστηματική θεραπεία. Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση. Ωστόσο  οι γυναίκες υποβλήθηκαν κατευθείαν στην τυπική ακτινοθεραπεία ολόκληρου του μαστού. Η παράλειψη της χειρουργικής επέμβασης φάνηκε να είναι ασφαλής. Μετά από διάμεση παρακολούθηση 26,4 μηνών, δεν υπήρξε ούτε μία τοπική-περιφερειακή ή απομακρυσμένη υποτροπή, όπως ανέφεραν οι ερευνητές.

Τα αποτελέσματα είναι «αξιοσημείωτα και αρκετά ελπιδοφόρα… αυτή είναι η απαρχή ενός νέου τύπου θεραπείας για επιλεγμένους ασθενείς», σχολίασε ο επικεφαλής ερευνητής Henry Kuerer, MD, PhD, χειρουργός για τον καρκίνο του μαστού στο Κέντρο Καρκίνου MD Anderson στο Χιούστον του Τέξας.  Ωστόσο, ο Kuerer πρόσθεσε ότι «θα χρειαστούν πολύ μεγαλύτερη παρακολούθηση και περαιτέρω μελέτες προτού αυτή η προσέγγιση ενσωματωθεί στη συνήθη φροντίδα του καρκίνου του μαστού».

Οι ειδικοί που δεν συμμετείχαν στη μελέτη ήταν ομοίως επιφυλακτικοί, θέτοντας βασικά ερωτήματα σχετικά με τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και την εφαρμογή σε διάφορα θεραπευτικά περιβάλλοντα.Η μελέτη βασίζεται στην ολοένα βελτιούμενη αποτελεσματικότητα της νεοεπικουρικής θεραπείας για τον πρώιμο καρκίνο του μαστού, η οποία έχει πλέον ποσοστά πλήρους παθολογικής ανταπόκρισης 60%-80% για τον τριπλά αρνητικό και τον HER2-θετικό καρκίνο του μαστού.

Η ομάδα συμπεριέλαβε 50 γυναίκες ηλικίας κατά μέσο όρο 62 ετών με μονοκεντρικό cT1-2N0-1M0 τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (21 ασθενείς) ή HER2-θετικό καρκίνο του μαστού (29 ασθενείς). Οι υπολειπόμενες βλάβες του μαστού έπρεπε να είναι μικρότερες από 2 cm στην απεικόνιση μετά από νεοεπικουρική θεραπεία, η οποία περιελάμβανε χημειοθεραπεία συν/πλην στοχευμένων παραγόντων, όπως καθορίστηκε από τον θεράποντα ιατρικό ογκολόγο.

Η ανταπόκριση στην προγενέστερη θεραπεία αξιολογήθηκε με υπερσύγχρονη, καθοδηγούμενη από εικόνα βιοψία πυρήνα με υποβοήθηση κενού (VACB) από την κοίτη του όγκου, με λήψη τουλάχιστον 12 πυρήνων και κατά μέσο όρο 15,2 πυρήνες ανά ασθενή. Μετά την ακτινοβολία, το 62% των γυναικών (31/50) που είχαν πλήρη ανταπόκριση παρακολουθήθηκαν στενά για υποτροπή, συμπεριλαμβανομένων μαστογραφιών κάθε 6 μήνες. Εννέα ασθενείς υποβλήθηκαν στη συνέχεια σε πρόσθετες βιοψίες.

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι οι περισσότερες από τις γυναίκες με πλήρη ανταπόκριση με τη VACB δεν είχαν πλήρη ανταπόκριση με την ακτινολογία, γεγονός που επισημαίνει «τη θεμελιώδη αναγκαιότητα της βιοψίας με καθοδήγηση εικόνας για τη διασφάλιση της επιλογής κατάλληλων ασθενών για μελλοντικές δοκιμές παράλειψης της χειρουργικής επέμβασης του μαστού».

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Ατμοσφαιρική ρύπανση και πολυνοσηρότητα: Τι έδειξε η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα μελέτη του είδους

Η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση που σχετίζεται με την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα ταυτόχρονης εμφάνισης πολλών μακροχρόνιων παθήσεων της σωματικής και ψυχικής υγείας, σύμφωνα με νέα μελέτη σε πάνω από 364.000 ανθρώπους στην Αγγλία.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα μελέτη παγκοσμίως για τις πολλαπλές μακροχρόνιες επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην υγεία.

Η πολυνοσηρότητα ορίζεται ως η παρουσία δύο ή περισσότερων προβλημάτων σωματικής ή ψυχικής υγείας και επηρεάζει το 27% των ενηλίκων στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αυξάνει τη χρήση των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης και το κόστος της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης, αλλά η συσχέτισή της με την ατμοσφαιρική ρύπανση δεν είχε μελετηθεί μέχρι τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η μελέτη, με επικεφαλής τους ερευνητές στο Ινστιτούτο Ψυχιατρικής, Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης του King’s College του Λονδίνου, έδειξε ότι τα υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης λόγω της κυκλοφορίας των οχημάτων -λεπτά σωματίδια 2,5 (PM2,5) και διοξείδιο του αζώτου (NO2)- συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τουλάχιστον δύο μακροπρόθεσμων προβλημάτων υγείας. Οι ισχυρότερες συσχετίσεις παρατηρήθηκαν για συνυπάρχουσες νευρολογικές, αναπνευστικές, καρδιαγγειακές και κοινές παθήσεις ψυχικής υγείας όπως η κατάθλιψη και το άγχος.

Σύμφωνα με την Amy Ronaldson, συνεργάτιδα του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής, Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης στο King’s College του Λονδίνου και πρώτη συγγραφέα της μελέτης, «τα άτομα με περισσότερα από ένα μακροχρόνια προβλήματα υγείας, έχουν χαμηλότερη ποιότητα ζωής και μεγαλύτερη εξάρτηση από το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Η έρευνά μας έχει δείξει ότι οι άνθρωποι που ζουν σε περιοχές με υψηλότερη ατμοσφαιρική ρύπανση που σχετίζεται με τις εκπομπές ρύπων αυτοκινήτων, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν πολλαπλά προβλήματα υγείας. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση προκαλεί πολυνοσηρότητα, αλλά δικαιολογεί περαιτέρω έρευνα σε αυτόν τον τομέα. Δείχνει ότι απλά μέτρα για τη μείωση των επιπέδων κυκλοφορίας, θα μπορούσαν να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής και να μειώσουν την πίεση στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης».

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από την UK Biobank -μια μεγάλης κλίμακας βιοϊατρική βάση δεδομένων που περιέχει ανώνυμες πληροφορίες γενετικής, τρόπου ζωής και υγείας για μισό εκατομμύριο ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο, ηλικίας μεταξύ 40 και 69 ετών. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν για 36 χρόνιες παθήσεις σωματικής και πέντε ψυχικής υγείας. Ως πολυνοσηρότητα ορίστηκε η παρουσία δύο ή περισσότερων από αυτές τις παθήσεις.

Τα δεδομένα σωματικής και ψυχικής υγείας από την UK Biobank το 2010 συνδέθηκαν με την εκτιμώμενη συγκέντρωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη διεύθυνση κατοικίας των συμμετεχόντων.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι οι συμμετέχοντες που εκτέθηκαν σε υψηλότερες συγκεντρώσεις (πάνω από 10 μg/m3) λεπτών σωματιδίων είχαν 21% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δύο ή περισσότερων προβλημάτων υγείας σε σύγκριση με εκείνους που εκτέθηκαν σε συγκεντρώσεις κάτω των 10 μg/m3.

Για τους συμμετέχοντες που εκτέθηκαν σε πάνω από 30 μg/m3 NO2, η έρευνα έδειξε 20% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης δύο ή περισσότερων προβλημάτων υγείας σε σύγκριση με όσους εκτέθηκαν σε συγκεντρώσεις NO2 κάτω από 20 μg/m3.

Μεταξύ αυτών με πολλαπλές παθήσεις, η αυξημένη έκθεση τόσο στα PM2,5 όσο και στο NO2 συνδέθηκε με μεγαλύτερη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.

Το πώς επηρεάζει πολλά όργανα και συστήματα ταυτόχρονα η ατμοσφαιρική ρύπανση, δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητό, υπάρχουν όμως κάποιες ενδείξεις ότι μηχανισμοί όπως η φλεγμονή , το οξειδωτικό στρες και η ανοσολογική ενεργοποίηση θα μπορούσαν να προκληθούν από σωματίδια του αέρα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν βλάβες στον εγκέφαλο, την καρδιά, το αίμα, τους πνεύμονες και το έντερο, τονίζει ο Δρ. Ιωάννης Μπακόλης από το King’s College.

Οι ερευνητές εντόπισαν πολλά μοτίβα στις συσχετίσεις: Οι ισχυρότερες συνδέσεις ήταν κυρίως μεταξύ παθήσεων που σχετίζονται με το αναπνευστικό (άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια), με το καρδιαγγειακό σύστημα (κολπική μαρμαρυγή, στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια) αλλά και με νευρολογικές και κοινές ψυχικές παθήσεις (εγκεφαλικό επεισόδιο, κατάχρηση ουσιών, κατάθλιψη, άγχος).

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό έντυπο Frontiers in Public Health.

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Μετά-οξύ Covid-19 σύνδρομο: Οι επιπτώσεις στην ούρηση

Στο μετα-οξύ Covid-19 σύνδρομο (post acute COVID syndrome – PACS), οι νοσήσαντες με Covid δεν επανέρχονται στον φυσιολογικό τρόπο ζωής, όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των ασθενών.

Μετά την οξεία φάση της λοίμωξης, σε κάποια άτομα τα συμπτώματα παρατείνονται σε τέτοιο βαθμό -ακόμη και για μήνες μετά την έξοδο από το νοσοκομείο- που καθιστούν αδύνατη την επάνοδό τους σε μια ομαλή καθημερινότητα.

Τα συμπτώματα αφορούν συγκεκριμένα οργανικά συστήματα, ιδίως τους πνεύμονες και το καρδιαγγειακό.

Νέα έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύνδρομο επηρεάζει και το ουροποιητικό αυξάνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης συνδρόμου υπερδραστήριας κύστης.

Η υπερδραστήρια κύστη αφορά στην επείγουσα ανάγκη για ούρηση, συνήθως με αυξημένη ημερήσια συχνότητα ούρησης και νυκτουρία. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας που απασχολεί εκατομμύρια ανθρώπους ανά την υφήλιο, με τις γυναίκες να υποφέρουν συχνότερα.

Συγκριτικά δε, με άλλες χρόνιες παθήσεις, η συχνότητα εμφάνισης της συγκεκριμένης είναι υψηλότερη από εκείνη του διαβήτη, του άσθματος και του εκζέματος.

Ο Αθανάσιος Ζαχαρίου από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και οι συνεργάτες του, εξέτασαν τις επιπτώσεις στη λειτουργία της κύστης σε ασθενείς που πάσχουν από μετα-οξύ Covid-19 σύνδρομο.

Στη μελέτη συμμετείχαν 147 ασθενείς, οι 66 από τους οποίους ανέφεραν ότι εμφάνισαν «ξαφνική, ανεξέλεγκτη ανάγκη για ούρηση και μερικές φορές διαρροή ούρων» μετά την ανάρρωσή τους από την οξεία φάση της Covid-19.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι 44 ασθενείς είχαν πρόσφατα διαγνωστεί με σύνδρομο υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης (ομάδα Α) και 22 εμφάνισαν επιδείνωση των συμπτωμάτων του συνδρόμου(ομάδα Β).

Η ομάδα Α είχε μέση βαθμολογία συμπτωμάτων 18,25 με βάση το Σύστημα Αξιολόγησης Υπερδραστήριας Ουροδόχου Κύστης της Αμερικανικής Ουρολογικής Εταιρείας, ενώ η μέση βαθμολογία αυξήθηκε στην ομάδα Β από 10,43 πριν από τον Covid-19 σε 17,87 μετά.

«Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης υπογραμμίζουν τα συμπτώματα του συνδρόμου υπερδραστήριας κύστης και τη μειωμένη ποιότητα ζωής σε ασθενείς που αναρρώνουν από τον Covid», γράφουν οι συγγραφείς.

«Η παρουσία υπερδραστήριας κύστης ήταν ένα σημαντικό ζήτημα το οποίο αναδείξαμε μέσω σχετικού ερωτηματολογίου. Στη μελέτη μας, τα χρονολογικά χαρακτηριστικά των αλλοιώσεων της λειτουργίας του ουροποιητικού, υποδηλώνουν ότι ο Covid-19 επηρεάζει το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα και ότι το μετά-οξύ Covid-19 σύνδρομο μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης» τονίζουν οι ερευνητές.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό έντυπο Journal of Multidisciplinary Healthcare.

 

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Μεταμόσχευση κοπράνων – Rebyota: Πράσινο φως από τον FDA

Έγκριση από την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) λαμβάνει η πρώτη τυποποιημένη θεραπεία μεταμόσχευσης κοπράνων Rebyota, υποψήφια λύση για δύσκολες λοιμώξεις του εντέρου.

Η θεραπεία Rebyota της ελβετικής Ferring Pharmaceuticals χορηγείται με κλύσμα για να επαναφέρει τα «καλά» βακτήρια του παχέος εντέρου, τα οποία απομονώνονται από κόπρανα υγιών εθελοντών.

Ο FDA έδωσε το πράσινο φως για χρήση του Rebyota σε ενήλικες με επίμονη λοίμωξη από το διαβόητο βακτήριο Clostridium difficile (Κλωστρήδιο το δύσκολο), το οποίο προκαλεί ναυτία και διάρροια και συχνά είναι ανθεκτικό στα αντιβιοτικά.

To Clostridium defficile ζει στο έντερο των περισσότερων ανθρώπων, προκαλεί όμως σοβαρή κολίτιδα σε εξασθενημένους οργανισμούς

Στις ΗΠΑ, το βακτήριο συνδέεται με 15 έως 30 χιλιάδες θανάτους το χρόνο, κυρίως μεταξύ ηλικιωμένων και ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.

Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε άλλη εγκεκριμένη θεραπεία για την αντιμετώπιση του C.difficile, ωστόσο εδώ και μια δεκαετία η μεταμόσχευση κοπράνων εφαρμόζεται ανεπίσημα στις ΗΠΑ, όπου έχουν ιδρυθεί μάλιστα και τράπεζες κοπράνων.

Η θεραπεία Rebyota παρασκευάζεται σε εργαστήριο της Ferring στη Μινεσότα από κόπρανα δωρητών που ελέγχονται για δεκάδες μικρόβια και ιούς.

Υποχώρηση συμπτωμάτων

Ο FDA έδωσε το πράσινο φως βάσει δύο κλινικών μελετών στην οποία το 70% των ληπτών εμφάνισε υποχώρηση των συμπτωμάτων εντός οκτώ εβδομάδων, συγκριτικά με 58% στην ομάδα του placebo.

H θεραπεία προορίζεται μόνο για ενήλικες που δεν εμφάνισαν βελτίωση έπειτα από αγωγή με αντιβιοτικά.

Παρόμοιες θεραπείες αναπτύσσονται και από άλλες εταιρείες όπως η Seres Therapeutics, η οποία ανακοίνωσε ενθαρρυντικά δεδομένα για χάπι που παράγεται με επεξεργασία ανθρώπινων κοπράνων.

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr/

Κι όμως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να προκαλείται από τη… βαρύτητα

Μια νέα θεωρία προτείνει ότι το ευρέως διαδεδομένο σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου, η συχνότερη γαστρεντερική διαταραχή παγκοσμίως, μπορεί να προκαλείται από κάτι απρόσμενο: τη βαρύτητα ή, καλύτερα, από την ανικανότητα του σώματος να διαχειριστεί καλά τη φυσική δύναμη της βαρύτητας του πλανήτη.

Τα έντερα, η σπονδυλική στήλη, η καρδιά, τα νεύρα και ο εγκέφαλος του ανθρώπου εξελίχτηκαν για να “διαχειριστούν” τη βαρύτητα, αλλά μερικές φορές αποτυγχάνουν, σύμφωνα με τη νέα υπόθεση που παρουσίασε ο δρ Μπρέναν Σπίγκελ του Ιατρικού Κέντρου Cedars-Sinai στο αμερικανικό περιοδικό γαστρεντερολογίας “American Journal of Gastroenterology”.

Όπως δήλωσε ο ίδιος, “όσο υπάρχει ζωή στη Γη, από τους αρχικούς οργανισμούς μέχρι τον Homo sapiens, η βαρύτητα έχει διαμορφώσει ασταμάτητα τα πάντα πάνω στον πλανήτη μας. Τα σώματα μας επηρεάζονται από τη βαρύτητα από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι τη μέρα που πεθαίνουμε. Είναι μια δύναμη τόσο θεμελιώδης που σπάνια προσέχουμε τη συνεχή επιρροή της πάνω στην υγεία μας”.

“Τα συστήματα του σώματος μας συνεχώς έλκονται προς τα κάτω. Αν αυτά δεν καταφέρουν να διαχειριστούν σωστά την έλξη της βαρύτητας, τότε μπορεί να προκληθούν ζητήματα όπως πόνοι, κράμπες, ζαλάδα, εφίδρωση, ταχυπαλμία, προβλήματα στη μέση – όλα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου. Μπορεί ακόμη να δοθεί ώθηση στην υπερανάπτυξη βακτηρίων στον έντερο, ένα πρόβλημα που επίσης συνδέεται με το εν λόγω σύνδρομο”, πρόσθεσε.

Ο υποκείμενος παθολογικός μηχανισμός του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου διαφεύγει των επιστημόνων εδώ και τουλάχιστον έναν αιώνα. Μολονότι από αυτό πάσχει έως το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, οι ειδικοί δεν είναι ακόμη βέβαιοι πώς ή γιατί εμφανίζεται.

Διάφορες θεωρίες έχουν αναπτυχθεί σχετικά με τις πιθανές αιτίες του συνδρόμου. Μεταξύ άλλων, έχει προταθεί ότι αποτελεί μια διαταραχή αλληλεπίδρασης μεταξύ εντέρου-εγκεφάλου ή ότι οφείλεται σε ανωμαλίες στο εντερικό μικροβίωμα ή στην υπερευαισθησία του εντέρου μερικών ανθρώπων ή στα αφύσικα επίπεδα της σεροτονίνης τους ή σε δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος.

“Υπάρχει μια τέτοια ποικιλία εξηγήσεων που αναρωτιόμουν αν μπορεί όλες να είναι ταυτόχρονα αληθινές. Τελικά συνειδητοποίησα ότι μπορεί όλες να παραπέμπουν στη βαρύτητα ως ενοποιητικό παράγοντα τους. Σε πρώτη φάση φαίνεται μια παράξενη θεωρία, χωρίς αμφιβολία, αλλά τελικά αρχίζει να έχει νόημα”, δήλωσε ο Σπίγκελ.

Η βαρύτητα μπορεί να συμπιέσει τη σπονδυλική στήλη και να μειώσει την ευκαμψία της, καθώς επίσης μπορεί να ωθήσει τα όργανα να κινηθούν προς τα κάτω μέσα στο σώμα, φεύγοντας από την αρχική θέση τους. Κάποια στιγμή είναι πιθανό να εμφανιστούν συμπτώματα του συνδρόμου μαζί με μυοσκελετικά προβλήματα.

Μερικοί άνθρωποι έχουν σώματα πιο ικανά να μεταφέρουν το βαρύ φορτίο από ό,τι άλλοι. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η σωματική άσκηση και η φυσικοθεραπεία επιδρούν θετικά στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, επειδή ενισχύουν τα μυικά και άλλα συστήματα υποστήριξης του σώματος και των οργάνων του.

Ο νευροδιαβιβαστής σεροτονίνη, που εμπλέκεται στη ρύθμιση της ψυχικής διάθεσης, πιθανώς παίζει ρόλο και στη διαχείριση της βαρύτητας από τα συστήματα του σώματος, σύμφωνα με τη νέα θεωρία. Όταν η σεροτονίνη είναι απορρυθμισμένη, είναι πιθανότερη η αρνητική επίπτωση της βαρύτητας στο σώμα.

“Όταν η βιολογία της σεροτονίνης είναι αφύσικη, οι άνθρωποι μπορεί να αναπτύξουν σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, άγχος, κατάθλιψη, ινομυαλγία και χρόνια κόπωση. Όλα αυτά μπορεί να είναι μορφές δυσανεξίας απέναντι στη βαρύτητα”, σύμφωνα με τον δρα Σπίγκελ, ο οποίος είναι διευθυντής του τομέα Health Services Research στο κέντρο Sedars-Sinai.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://journals.lww.com/ajg/Fulltext/2022/12000/Gravity_and_the_Gut__A_Hypothesis_of_Irritable.15.aspx

 

 

Πηγη: https://www.dikaiologitika.gr/

Ο κρίσιμος ρόλος της πρωτεΐνης SATB1 των Τ λεμφοκυττάρων στην αυτοανοσία

Η ερευνητική ομάδα του ΙΤΕ ανακάλυψε ότι η πρωτεΐνη SATB1 ρυθμίζει την τρισδιάστατη οργάνωση του DNA των λεμφοκυττάρων.

Ερευνητές του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) αποκαλύπτουν τον κρίσιμο ρόλο της πρωτεΐνης SATB1 στη λειτουργικότητα των Τ λεμφοκυττάρων και την ανοσία του οργανισμού. Τα Τ λεμφοκύτταρα, είναι τα λευκά αιμοσφαίρια – φονείς των μολυσμένων κυττάρων. Η ερευνητική ομάδα του ΙΤΕ ανακάλυψε ότι η πρωτεΐνη SATB1 ρυθμίζει την τρισδιάστατη οργάνωση του DNA των λεμφοκυττάρων ενώ η απαλοιφή της επιφέρει εκτεταμένη αυτοανοσία δημιουργώντας φλεγμονή σε ιστούς και όργανα του ανοσοποιητικού συστήματος (θύμο αδένα και σπλήνα).

Χρησιμοποιώντας πληθώρα γονιδιωματικών πειραματικών προσεγγίσεων, συμπεριλαμβανομένων τεχνικών που μόνο η ερευνητική ομάδα της Κρήτης χρησιμοποιεί πανελλαδικά και λίγα εργαστήρια πανευρωπαϊκά, οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες κατάφεραν να δείξουν ότι η πρωτεΐνη SATB1 ουσιαστικά δημιουργεί στον τρισδιάστατο χώρο του Τ λεμφοκυττάρου, δίκτυα ικανά να ρυθμίσουν με τεράστια ακρίβεια την έκφραση γονιδίων του ανοσοποιητικού συστήματος.

Έλλειψη της προαναφερθείσας πρωτεΐνης, οργανωτή του DNA του Τ λεμφοκυττάρου, οδηγεί σε απορρύθμιση της έκφρασης των γονιδίων του ανοσοποιητικού συστήματος και επομένως οδηγεί στην πρόκληση εκτεταμένης φλεγμονής και αυτοανοσίας.

Tο επόμενο βήμα της ερευνητικής ομάδας, στο πεδίο της έρευνας για την αυτοανοσία, περιλαμβάνει τον  σχεδιασμό μικρών μορίων προκειμένου να ελεγχθούν για την ικανότητά τους να αναστέλλουν τη φλεγμονή και την  αυτοανοσία, αρχικά σε ζωικά μοντέλα και σε επόμενη φάση στον άνθρωπο.

Την έρευνα διεξήγαγε η ερευνητική ομάδα του Αναπληρωτή Καθηγητή Χαράλαμπου Γ. Σπηλιανάκη, συνεργαζόμενου ερευνητή του ΙΜΒΒ-ΙΤΕ. Στην προσπάθεια αυτή ουσιαστική ήταν η συμβολή των εργαστηρίων του Χριστόφορου Νικολάου (Τμήμα Βιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, ΙΜΒΒ-ΙΤΕ, Ίδρυμα Αλ.Φλέμινγκ), του Sören Franzenburg (Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Schleswing Holstein, Κίελο, Γερμανία) και του Dariusz Plewczynski (Πανεπιστήμιο Βαρσοβίας, Πολωνία).

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο υψηλού κύρους επιστημονικό περιοδικό Nature Communications στις 14 Νοεμβρίου 2022:

Zelenka, T., Klonizakis, A., Tsoukatou, D. et al. The 3D enhancer network of the developing T cell genome is shaped by SATB1. Nature Communications 13, 6954 (2022). https://doi.org/10.1038/s41467-022-34345-y

Και https://www.nature.com/articles/s41467-022-34345-y.pdf

Τα μέλη του εργαστηρίου του Χαράλαμπου Σπηλιανάκη, το οποίο εδράζεται στο ΙΜΒΒ-ΙΤΕ και συμμετείχαν στην έρευνα, περιλαμβάνουν τους:

  • Tomas Zelenka, Υπότροφο Marie Currie στο ΙΜΒΒ-ΙΤΕ & Υποψήφιο Διδάκτορα Τμήματος Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,
  • Δέσποινα Τσουκάτου, Ειδική Τεχνική Επιστήμονα ΙΜΒΒ-ΙΤΕ,
  • Διονύσιο-Αλέξανδρο Παπαματθαιάκη, υπότροφο ΕΛΙΔΕΚ & Υποψήφιο Διδάκτορα Τμήματος Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,
  • Πέτρο Τζέρπο, Υποψήφιο Διδάκτορα Τμήματος Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,
  • Ιωάννη-Ραφαήλ Τζονευράκη, Πτυχιακό φοιτητή Τμήματος Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,
  • Τζώρτζη Παπαδόγκονα, Υπότροφο MarieCurie στο ΙΜΒΒ-ΙΤΕ & Υποψήφιο Διδάκτορα Τμήματος Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,
  • Μανουέλα Καψετάκη, Ειδική Τεχνική Επιστήμονα ΙΜΒΒ-ΙΤΕ.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Νέα μελέτη: Το στρες της πανδημίας φαίνεται να γέρασε πρόωρα τους εγκεφάλους των εφήβων

Το στρες της πανδημίας φαίνεται να επέφερε οργανικές αλλαγές στους εγκεφάλους ορισμένων τουλάχιστον εφήβων, κάνοντας μερικά χαρακτηριστικά τους να φαίνονται πιο γερασμένα σε σχέση με τους εγκεφάλους των συνομηλίκων τους προ Covid-19, δείχνει μια νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη.

Προηγούμενες έρευνες έχουν βρει ότι το άγχος και η κατάθλιψη αυξήθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας στους ενήλικες σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.

Τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι οι νευρολογικές και ψυχικές επιπτώσεις της πανδημίας στους εφήβους μπορεί να είναι ακόμη χειρότερες.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Ίαν Γκότλιμπ του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνιας, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιολογικής ψυχιατρικής «Biological Psychiatry: Global Open Science», μελέτησαν με μαγνητική απεικόνιση τους εγκεφάλους 163 παιδιών πριν (2016-19) και στη διάρκεια της πανδημίας (2020-22).

«Ξέραμε ήδη από άλλες μελέτες ότι η πανδημία έχει επηρεάσει αρνητικά την ψυχική υγεία των νέων, αλλά δεν γνωρίζαμε κατά πόσο έχει επηρεαστεί και οργανικά ο εγκέφαλός τους», ανέφερε ο δρ Γκότλιμπ.

Αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου συμβαίνουν με φυσικό τρόπο καθώς γερνάμε. Κατά την εφηβεία τα σώματα των παιδιών βιώνουν αυξημένη ανάπτυξη τόσο του ιπποκάμπου όσο και της αμυγδαλής του εγκεφάλου τους, ενώ παράλληλα οι ιστοί στον εγκεφαλικό φλοιό τους γίνονται πιο λεπτοί.

Η νέα έρευνα βρήκε ότι επί πανδημίας η παραπάνω αναπτυξιακή διαδικασία επιταχύνθηκε στους εφήβους, ιδίως κατά την περίοδο των «λοκντάουν», με αποτέλεσμα η βιολογική ηλικία του εγκεφάλου να εμφανίζει πιο γερασμένη εικόνα, όντας σχετικά αναντίστοιχη της πραγματικής ηλικίας των εφήβων.

Προ πανδημίας κάτι τέτοιο είχε παρατηρηθεί μόνο σε παιδιά που είχαν βιώσει χρόνια προβλήματα βίας, παραμέλησης από γονείς, οικογενειακής δυσλειτουργίας ή άλλων αρνητικών παραγόντων.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι, σε σύγκριση με τους εφήβους προ πανδημίας, οι έφηβοι που εξετάστηκαν στη διάρκεια της Covid-19, όχι μόνο είχαν περισσότερα προβλήματα ψυχικής υγείας, αλλά επίσης μικρότερο πάχος του εγκεφαλικού φλοιού, μεγαλύτερο όγκο ιπποκάμπου και αμυγδαλής και γενικότερα μεγαλύτερη βιολογική ηλικία του εγκεφάλου, κατά περίπου τρία χρόνια σε σύγκριση με τη χρονολογική ηλικία τους.

«Δεν είναι ακόμη σαφές κατά πόσο αυτές οι αλλαγές στον εγκέφαλο είναι μόνιμες. Τελικά η χρονολογική ηλικία τους θα “πιάσει” την ηλικία του εγκεφάλου τους; Αν ο εγκέφαλός τους παραμείνει μόνιμα πιο γερασμένος σε σχέση με την χρονολογική ηλικία τους, είναι ασαφές ποιές θα είναι οι επιπτώσεις στο μέλλον.

Για έναν 70χρονο ή 80χρονο θα περίμενε κανείς να εμφανίζει ορισμένα γνωστικά και μνημονικά προβλήματα με βάση τις αλλαγές στον εγκέφαλό του, αλλά τι άραγε σημαίνει για έναν 16χρονο ο εγκέφαλός του να εμφανίζει πρόωρη γήρανση;», αναρωτήθηκε ο Αμερικανός ψυχολόγος.

Από την άλλη, ο καθηγητής γνωστικής νευροεπιστήμης Μάικλ Τόμας του Πανεπιστημίου Μπίρκμπεκ του Λονδίνου, δήλωσε στη «Γκάρντιαν» ότι μέχρι στιγμής είναι δύσκολο να ξέρει κανείς αν οι διαφορές στη δομή του εγκεφάλου σημαίνουν κάτι για την τωρινή ή για τη μελλοντική συμπεριφορά των εφήβων.

Επίσης χαρακτήρισε «πολύ υποθετικό ότι μπορεί να υπάρξουν κάποιες συνέπειες σε βάθος χρόνου και κατά πόσο αυτές οι εγκεφαλικές αλλαγές θα διαρκέσουν ή θα σβηστούν σταδιακά».

Ακόμη, δεν απέκλεισε ότι μπορεί να υπάρξουν και θετικές επιπτώσεις, καθώς μερικές από τις μεταβολές που βρήκε η αμερικανική μελέτη στον εγκέφαλο των εφήβων επί πανδημίας, σχετίζονται επίσης με υψηλότερες επιδόσεις, π.χ. στα τεστ νοημοσύνης.

Όπως είπε, «τέτοια δεδομένα (σ.σ. της αμερικανικής μελέτης) δεν μπορούν να μας πουν αν οι αρνητικές μακροχρόνιες επιπτώσεις είναι αναπόφευκτες ή αν η πλαστικότητα του εγκεφάλου θα επιτρέψει σε αυτή τη γενιά να ανακάμψει».

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://www.bpsgos.org/article/S2667-1743(22)00142-2/fulltext

 

 

Πηγη: https://www.dikaiologitika.gr/