Θεμιστοκλέους: Σε 3 έως 4 ημέρες τα ραντεβού με παθολόγο-ογκολόγο στο ΕΣΥ – Σε ποιο νοσοκομείο υπάρχει μεγαλύτερη αναμονή

Ο Μάριος Θεμιστοκλέους αναφέρθηκε επίσης στην έξαρση της γρίπης, την επάρκεια εμβολίων και σε 5.000 προσλήψεις μέχρι το τέλος του χρόνου στο ΕΣΥ

Σημαντικές βελτιώσεις στη λειτουργία του ΕΣΥ και την ανταπόκριση των νοσοκομείων παρουσίασε σε σημερινή του συνέντευξη ο Υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους. Στην κορυφή της ατζέντας του βρέθηκε η δραστική μείωση των χρόνων αναμονής, με ιδιαίτερη αναφορά στις ογκολογικές εξετάσεις και θεραπείες, όπου οι καθυστερήσεις έχουν περιοριστεί σημαντικά, προσφέροντας άμεση ανακούφιση σε μια από τις πιο ευάλωτες ομάδες ασθενών.

 

Αναφέρθηκε στην έξαρση της γρίπης και την πίεση στα νοσοκομεία, στον εμβολιασμό και τη διαθεσιμότητα εμβολίων, στη σύγκριση γρίπης και κορωνοϊού ειδικά ως προς τα παιδιά.

Αναφορικά με τη γρίπη και την πίεση στα νοσοκομεία

Ο κ. Θεμιστοκλέους τόνισε, στη σημερινή του παρουσία στην τηλεόραση του MEGA,  ότι δεν χρειάζεται πανικός, επισημαίνοντας ότι «δεν πρέπει να τρομάζουμε καθώς η γρίπη είναι κάθε χρόνο εδώ. Η γρίπη εμφανίζεται κάθε χρόνο τον χειμώνα και αυτή είναι η περίοδος που αναμένεται η κορύφωσή της». Ανέφερε ότι στα νοσοκομεία υπάρχει αυξημένη προσέλευση και πίεση, κάτι που αναμένεται και παρακολουθείται.

Όπως ανέφερε, «την τρέχουσα εβδομάδα παρατηρείται μικρότερη προσέλευση σε σχέση με την προηγούμενη, όμως αυτό δεν αποτελεί ένδειξη αποκλιμάκωσης, καθώς ενδεχόμενη πτώση της θερμοκρασίας μπορεί να οδηγήσει σε νέα κορύφωση».

 Αναφορικά με τον εμβολιασμό και τη διαθεσιμότητα εμβολίων

Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε: «Έχουν εμβολιαστεί περίπου 2,8 εκατομμύρια πολίτες και το επίπεδο εμβολιασμού είναι λίγο υψηλότερο από προηγούμενες χρονιές». Αναφερόμενος στη διαθεσιμότητα, σημείωσε ότι «Υπάρχει διαθεσιμότητα εμβολίων στα φαρμακεία». Διευκρίνισε ότι ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει τόσο σε φαρμακείο όσο και σε Κέντρο Υγείας.

Αναφορικά με τους χρόνους αναμονής των ΤΕΠ

Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε ότι «οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί πολύ στα τμήματα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ)» και έφερε στοιχεία για τους χρόνους αναμονής. Όπως ανέφερε, «πριν από έναν χρόνο είχαν καταγραφεί αναμονές που έφταναν 9 ώρες, ενώ αυτή τη στιγμή είμαστε στις 4,5 ώρες στα τμήματα κατά μέσο όρο», διευκρινίζοντας ότι τα επείγοντα περιστατικά εξυπηρετούνται άμεσα. Πρόσθεσε ότι «η βελτίωση συνδέεται με το ότι έχουμε περισσότερο προσωπικό, υπάρχει το «βραχιολάκι» και υπάρχουν πλέον καλύτεροι χώροι στα νοσοκομεία».

Αναφορικά με τη μεταρρύθμιση που διευκολύνει την πρόσβαση των ασθενών στο ΕΣΥ

Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε ότι υπήρξε συνάντηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους εμπλεκόμενους φορείς της ογκολογίας, παραθέτοντας ότι «αυτή τη στιγμή ραντεβού με παθολόγο-ογκολόγο μπορεί να κλείσει ο πολίτης μέσα σε τρεις έως τέσσερις ημέρες». Ανέφερε ότι, από τα στοιχεία που παρουσίασε, το πιο μακρινό ραντεβού που εντόπισε ήταν στην παθολογική ογκολογία του «Αττικόν», με ημερομηνία 8 Φεβρουαρίου. Υπενθύμισε επίσης ότι οι πολίτες μπορούν να κλείνουν ραντεβού μέσω της εφαρμογής MyHealth App, τηλεφωνικά στο 1566, καθώς και μέσω της πλατφόρμας findoctors.gov.gr.

Αναφορικά με την Ανατολική Αττική

Ο κ. Θεμιστοκλέους τόνισε ότι «όλα τα Κέντρα Υγείας της Ανατολικής Αττικής ανακαινίζονται αυτή τη στιγμή». Πρόσθεσε ότι την προηγούμενη εβδομάδα εγκαινιάστηκε το Κέντρο Υγείας Βάρης, ενώ αναφέρθηκε και στα Κέντρα Υγείας Κορωπίου και Μαρκοπούλου, σημειώνοντας ότι «πρόκειται για δομές που χτίστηκαν τη δεκαετία του 1980 και δεν είχε ανακαινιστεί ούτε καρφί εδώ και 40 έως 45 χρόνια και πλέον παραδίδονται πλήρως αναβαθμισμένα και ανακαινισμένα».

Επιπροσθέτως, ανέφερε ότι «υπάρχει πλέον περισσότερο προσωπικό σε σχέση με πριν». Ακόμα, στάθηκε στο ζήτημα των ασθενοφόρων, λέγοντας ότι «έχει αυξηθεί ο αριθμός των ασθενοφόρων στην Ανατολική Αττική σε σχέση με όσα επιχειρούσαν τα προηγούμενα χρόνια και τους επόμενους δύο μήνες θα προκηρυχθούν 3.000 θέσεις επικουρικού προσωπικού πανελλαδικά, ενώ μέσα στη χρονιά θα προκηρυχθούν και 5.000 μόνιμες θέσεις, μεταξύ άλλων για νοσηλευτικό προσωπικό και διασώστες ΕΚΑΒ».

Παράλληλα σημείωσε τη σημασία της ενίσχυσης των Κέντρων Υγείας, επισημαίνοντας ότι μέσω της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας μπορεί να βοηθηθεί κάποιος και να αποφύγει την επιβάρυνση των νοσοκομείων.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Οι αναδυόμενοι βιοδείκτες στη διάγνωση της Νόσου Αλτσχάιμερ

Η νόσος Αλτσχάιμερ και οι σχετικές μορφές άνοιας επηρεάζουν περισσότερα από 55 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, αριθμός που αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2050 καθώς ο πληθυσμός γερνάει. Πέρα από το καταστροφικό προσωπικό κόστος, η άνοια κοστίζει στην παγκόσμια οικονομία περισσότερα από 1,3 τρισ. δολ. ετησίως.

Θεραπείες τροποποίησης ασθενειών, όπως το Leqembi και το Kisunla, έχουν πρόσφατα αναδειχθεί ως θεραπευτικές επιλογές. Αυτές λειτουργούν συνδεόμενες με τοξικά μόρια που σχετίζονται με την ασθένεια, ενεργοποιώντας το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού για την εξάλειψή τους. Παρόλο που έχει αποδειχθεί ότι επιβραδύνουν μέτρια την εξέλιξη της νόσου, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την έγκαιρη και ακριβή διάγνωση. Η νόσος Αλτσχάιμερ, ωστόσο, εξακολουθεί να διαγιγνώσκεται εσφαλμένα ή να διαγιγνώσκεται πολύ αργά, συχνά μετά από μη αναστρέψιμη εγκεφαλική βλάβη.

Αυτό θα μπορούσε σύντομα να αλλάξει. Οι πρόσφατες ανακαλύψεις στους βιοδείκτες που βασίζονται στο αίμα, μαζί με τις εξελίξεις στα ψηφιακά εργαλεία, τη μοριακή ανάλυση προφίλ και τις πολυτροπικές προσεγγίσεις, θα μπορούσαν να επιτρέψουν έγκαιρες και ακριβέστερες διαγνώσεις.

Ξεπερασμένα Παραδοσιακά Εργαλεία, Καθυστερημένη Θεραπεία

Η παραδοσιακή διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ βασίζεται σε έναν συνδυασμό μεθόδων : γνωστικές εξετάσεις, ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης και απεικόνιση εγκεφάλου, όπως τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) ή μαγνητική τομογραφία (MRI). Παρά την αποτελεσματικότητά τους σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα, αυτά τα εργαλεία έχουν σημαντικούς περιορισμούς, με αποτέλεσμα περίπου το 75% των περιπτώσεων άνοιας να μη διαγιγνώσκονται παγκοσμίως.

Η πρωτοποριακή μέθοδος βιοδεικτών αίματος

Τον Μάιο του 2025, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε την πρώτη εξέταση αίματος που βοηθά στη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ, ένα ορόσημο που θα μπορούσε να μεταμορφώσει το διαγνωστικό τοπίο.

Το τεστ Elecsys της Roche αποτελεί μια ακόμη σημαντική πρόοδο στους βιοδείκτες αίματος. Τον Οκτώβριο του 2025, ο FDA ενέκρινε αυτήν τη δοκιμασία για χρήση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, με σκοπό τον αποκλεισμό της νόσου Αλτσχάιμερ. Επεκτείνοντας τη χρήση της από την ειδικότητα στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, η δοκιμασία έχει τη δυνατότητα να διευρύνει περαιτέρω την πρόσβαση.

Οι βιοδείκτες που βασίζονται στο αίμα παρουσιάζουν ισχυρό δυναμικό απλοποίησης και επιτάχυνσης της διάγνωσης, ενδεχομένως να αποτελέσουν ακρογωνιαίο λίθο της φροντίδας της νόσου Αλτσχάιμερ την επόμενη δεκαετία.

Ψηφιακοί βιοδείκτες για έγκαιρη ανίχνευση

Πέρα από τους βιοδείκτες αίματος, οι ψηφιακοί βιοδείκτες —δεδομένα που προέρχονται από καθημερινές αλληλεπιδράσεις με smartphones, wearables και άλλες συσκευές— προσφέρουν πρωτοφανείς ευκαιρίες για την έγκαιρη ανίχνευση ανεπαίσθητων αλλαγών στην παθολογία της νόσου Αλτσχάιμερ.

Δοκιμές που βασίζονται σε εφαρμογές

Οι εφαρμογές που παρέχουν ψηφιοποιημένα γνωστικά τεστ κερδίζουν έδαφος, επιτρέποντας επαναλαμβανόμενες, χαμηλού κόστους αξιολογήσεις με την πάροδο του χρόνου. Αυτά τα εργαλεία προσφέρουν σύντομες εργασίες που μπορούν να μετρήσουν τη μνήμη, την προσοχή, την εκτελεστική λειτουργία και την ταχύτητα επεξεργασίας — βασικούς τομείς που επηρεάζονται από τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές εξετάσεις σε χαρτί, οι ψηφιακές αξιολογήσεις μπορούν να διεξαχθούν εξ αποστάσεως και να βαθμολογηθούν άμεσα.

Παθητική παρακολούθηση

Η καθημερινή συμπεριφορά μπορεί επίσης να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη γνωστική λειτουργία. Οι φορητές συσκευές και τα smartphones χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την παρακολούθηση των προτύπων ύπνου, της κίνησης και της μεταβλητότητας της τοποθεσίας, τα οποία μπορεί να συσχετίζονται με γνωστικές αλλαγές.

Η ομιλία ειδικότερα αναδεικνύεται ως ένας ισχυρός παθητικός βιοδείκτης της πρώιμης νόσου Αλτσχάιμερ. Οι αλλαγές στην επιλογή λέξεων, το νόημα και τη δομή των προτάσεων μπορούν να προηγηθούν της αισθητής γνωστικής εξασθένησης. Σε πρόσφατες μελέτες, οι ψηφιακοί βιοδείκτες που προέρχονται από την ομιλία μπόρεσαν να διακρίνουν με επιτυχία μεταξύ γνωστικά υγιών ατόμων και ατόμων με ήπια γνωστική εξασθένηση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% του χρόνου.

Μοριακοί βιοδείκτες για ακριβή διάγνωση

Η ανάγκη καλύτερης κατανόησης της ετερογενούς φύσης της νόσου Αλτσχάιμερ είναι επίσης επείγουσα. Η γνωστική εξασθένηση στους ασθενείς με Αλτσχάιμερ ποικίλλει σημαντικά, διαφοροποιούμενη ως προς το πότε εμφανίζονται τα συμπτώματα και την ταχύτητα εξέλιξής τους. Αυτή η διακύμανση συχνά αντανακλά την παρουσία άλλων εγκεφαλικών παθολογιών πέρα από την κλασική νόσο Αλτσχάιμερ. Αναδυόμενα εργαλεία αρχίζουν να είναι σε θέση να εντοπίσουν αυτούς τους υποτύπους, ανοίγοντας το δρόμο για μια βαθύτερη κατανόηση της νόσου και μια πιο στοχευμένη φροντίδα για τους ασθενείς.

Προσεγγίσεις Omics

Ένας τρόπος για να ανακαλύψουμε αυτούς τους ποικίλους παράγοντες που προκαλούν τη νόσο Αλτσχάιμερ είναι η ανάλυση μεγάλης κλίμακας γονιδίων, RNA ή πρωτεϊνών, ένας όρος που ονομάζεται ευρέως omics. Μετρώντας χιλιάδες μόρια ταυτόχρονα, αυτά τα εργαλεία επιτρέπουν στους ερευνητές να εντοπίσουν νέους βιοδείκτες που αποκαλύπτουν μηχανισμούς που συχνά παραβλέπονται στις παραδοσιακές μελέτες ενός μορίου.

Μια συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η GNPC δημιούργησε το μεγαλύτερο ενοποιημένο σύνολο πρωτεωμικών δεδομένων στον κόσμο, το οποίο επικεντρώνεται σε νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η νόσος Αλτσχάιμερ. Περιλαμβάνει σχεδόν 300 εκατομμύρια μετρήσεις πρωτεϊνών, συνδεδεμένες, όπου είναι δυνατόν, με κλινικά αρχεία, ιατρική απεικόνιση και γενετικά δεδομένα.

Πολυτροπική Προσέγγιση: Συνδυασμός Ψηφιακών και Μοριακών Βιοδεικτών

Κανένας μεμονωμένος βιοδείκτης δεν μπορεί να αποτυπώσει την πλήρη πολυπλοκότητα της νόσου Αλτσχάιμερ. Το μέλλον της διάγνωσης της νόσου Αλτσχάιμερ μπορεί να έγκειται σε πολυτροπικές (πολύπλευρες) προσεγγίσεις που συνδυάζουν βιοδείκτες αίματος, ψηφιακά δεδομένα, απεικόνιση, γενετική και κλινικό ιστορικό για να παρέχουν ολοκληρωμένες αξιολογήσεις.

Καθώς αυτές οι συναρπαστικές τεχνολογίες ωριμάζουν, μία πρόκληση παραμένει: η μεταφορά τους στην πραγματική, παγκόσμια πρακτική.

Τα διαγνωστικά είναι αποτελεσματικά μόνο εάν είναι προσβάσιμα. Πολλές από αυτές τις καινοτομίες, ωστόσο, αναπτύσσονται και επικυρώνονται σε ομοιογενείς πληθυσμούς υψηλού εισοδήματος. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι, από τις 12.000 δημοσιευμένες μελέτες νευροαπεικόνισης, το 84% έως 87% των συμμετεχόντων στη μελέτη είναι μη ισπανόφωνοι λευκοί. Αυτή η απόκλιση έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα πραγματικά περιβάλλοντα, όπου τα έγχρωμα ή ισπανόφωνα άτομα εκτιμάται ότι έχουν 1,5 έως 2 φορές αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Η ενσωμάτωση σε υπάρχουσες κλινικές ροές εργασίας παρουσιάζει επίσης προκλήσεις. Για παράδειγμα, επειδή οι βιοδείκτες που βασίζονται στο αίμα είναι καινούργιοι, πολλοί κλινικοί γιατροί έχουν περιορισμένη εμπειρία στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων και στην ενσωμάτωσή τους σε υπάρχοντα διαγνωστικά πλαίσια.

Το κόστος είναι ένας άλλος παράγοντας: Οι εξετάσεις αίματος είναι γενικά πιο προσιτές από τις σαρώσεις PET, με τις τρέχουσες τιμές να κυμαίνονται συνήθως από μερικές εκατοντάδες δολάρια έως 1.200 δολάρια. Ωστόσο, τα μοντέλα αποζημίωσης για την υποστήριξη της ευρείας χρήσης εξακολουθούν να εξελίσσονται και απαιτούν περαιτέρω παραγωγή πραγματικών δεδομένων.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Ο πρόεδρος της ομάδας εργασίας για το σχέδιο δράσης κατά του καρκίνου

Τον πρόεδρο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου, Γιώργο Καπετανάκη, πρότεινε ο Υπουργός Υγείας κ. Α. Γεωργιάδης να είναι ο πρόεδρος της ομάδας εργασίας για τη δημιουργία του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο.

Το οποίο, όπως αποκάλυψε ο Υπουργός στην πρόσφατη συνέντευξη τύπου που πραγματοποίησε ο ΣΦΕΕ με θέμα την Εθνική Πολιτική για το Σχέδιο δράσης θα ενταχθεί στο ΕΣΠΑ του Υπουργείου Υγείας εντός του 2026.

Ο κ. Γ. Καπετανάκης αποδέχθηκε αυτή την πρόταση τονίζοντας ότι είναι τιμητική.
Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Πρώτη θεραπεία για σοβαρές σπάνιες νόσους των νεφρών, με ελληνική “σφραγίδα”

Το pegcetacoplan βασίζεται στο μόριο της κομπστατίνης που ανακάλυψε ο καθηγητής Ι. Λάμπρης. Μιλούν στο iatronet.gr ο ίδιος και η καθηγήτρια Παιδιατρικής Νεφρολογίας, Σ. Σταμπουλή.

 

Δύο σπάνιες, σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή νόσοι των νεφρών με κακή πρόγνωση, βρίσκουν για πρώτη φορά στοχευμένη θεραπεία. Μερικούς μήνες μετά τις ΗΠΑ, τo pegcetacoplan (πεγκσετακοπλάνη) εξασφάλισε και ευρωπαϊκή έγκριση για την πρωτοπαθή σπειραματοπάθεια C3 (C3G) και την πρωτοπαθή μεμβρανοϋπερπλαστική σπειραματονεφρίτιδα (IC-MPGN), δίνοντας ελπίδα σε περίπου 8.000 ασθενείς στην Ευρώπη, μεταξύ αυτών και έφηβοι, ηλικίας 12 ως 17 ετών.

Πρόκειται για έναν στοχευμένο αναστολέα της πρωτεΐνης του συμπληρώματος C3, που έχει σχεδιαστεί για να ρυθμίζει την ανεξέλεγκτη ενεργοποίηση του συμπληρώματος, η οποία αποτελεί τον βασικό μηχανισμό προοδευτικής νεφρικής βλάβης στις δύο αυτές παθήσεις. Το φάρμακο βασίζεται στο μόριο κομπστατίνη (compstatin) που έχει αναπτύξει η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, Ιωάννη Λάμπρη (φωτογραφία πάνω).

Μιλώντας στο iatronet.gr, ο διακεκριμένος Έλληνας ερευνητής του συμπληρώματος (ενός αρχέγονου τμήματος του ανοσοποιητικού συστήματος) επισημαίνει μέσα από τη βασική έρευνα και τη μελέτη της εξέλιξης αυτού του δικτύου πρωτεϊνών της έμφυτης ανοσίας αναδείχθηκαν θεραπευτικοί στόχοι και φαρμακευτικά μόρια που πλέον αποτελούν πραγματικές λύσεις για ασθενείς που δεν είχαν άλλες επιλογές.

Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Παιδιατρικής Νεφρολογίας στο ΑΠΘ, Στέλλα Σταμπουλή, (φωτογραφία), περιγράφει τα χαρακτηριστικά των δύο σοβαρών νόσων και μιλά για τη σημασία της ένταξης της πρώτης θεραπείας για τους ασθενείς.

Οι δύο παθήσεις

Όπως εξηγεί η κ. Σταμπουλή, η νόσος C3G και η πρωτοπαθής IC-MPGN είναι σπάνιες αυτοάνοσες νεφρικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από δυσλειτουργία της ανοσολογικής οδού του συμπληρώματος με αποτέλεσμα εναποθέσεις της πρωτεΐνης C3 στους νεφρούς με επιπρόσθετες εναποθέσεις ανοσοσφαιρινών στην περίπτωση της πρωτοπαθούς IC-MPGN. Η πρόγνωση είναι δυσμενής με εξέλιξη σε νεφρική ανεπάρκεια σε ποσοστό έως και 50% των ασθενών εντός 10 ετών. Οι υποτροπές μετά από μεταμόσχευση νεφρού ξεπερνούν το 60% και σχετίζονται με την απώλεια του μοσχεύματος και την επιστροφή του ασθενή σε εξωνεφρική κάθαρση.

Και οι 2 παθήσεις μπορούν να εμφανιστούν σε οποιονδήποτε ηλικία, αλλά διαγιγνώσκονται συχνότερα στην παιδική ηλικία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Η C3G θεωρείται πολύ σπάνια, καθώς προσβάλλει 1-2 στο ένα εκατομμύριο άτομα ετησίως και είναι πιο συχνή στα παιδιά, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε ενήλικες. Η IC-MPGN είναι επίσης σπάνια, αν και είναι κάπως πιο συχνή από την C3G. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά διαγιγνώσκεται συχνότερα σε ενήλικες.

Η έγκαιρη διάγνωση και των δύο ασθενειών επιτρέπει την έγκαιρη θεραπεία, η οποία μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της πρωτεϊνουρίας, στην προστασία της νεφρικής λειτουργίας και στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου.

Θεραπεία

Μέχρι πρόσφατα, συνεχίζει η καθηγήτρια, οι συνήθεις προσεγγίσεις για τη θεραπεία περιλάμβαναν υποστηρικτικά μέτρα κοινά για πολλές νεφρικές παθήσεις, όπως η βελτιστοποίηση της αρτηριακής πίεσης και ο έλεγχος της πρωτεϊνουρίας, και ανοσοκαταστολή για τον μετριασμό της φλεγμονής, παρά ειδικές θεραπείες που αντιμετωπίζουν την υποκείμενη δυσλειτουργία του C3. Οι κατευθυντήριες γραμμές συνιστούσαν εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση, με ανοσοκατασταλτική θεραπεία με μυκοφαινολική μοφετίλη και γλυκοκορτικοειδή  σε ασθενείς με προοδευτική έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή επίμονη πρωτεϊνουρία, αν και η αποτελεσματικότητά της ήταν συχνά φτωχή ή υψηλό ποσοστό υποτροπής μετά τη διακοπή της θεραπείας.

“Ωστόσο, χάρη στις πρόσφατες εξελίξεις στη στοχευμένη θεραπεία με αναστολείς του συμπληρώματος σε αυτές τις νόσους με θετικά αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές φάσης 3 φαίνεται να αλλάζει ευμενώς το θεραπευτικό τοπίο των παθήσεων αυτών”, σημειώνει η κ. Σταμπουλή και προσθέτει: “Τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές με το φάρμακο Pegcetacoplan έδειξαν εξαιρετικά ενθαρρυντικές αναφορές πρώιμης αποτελεσματικότητας και ασφάλειας, ενώ το φάρμακο φαίνεται να μπορεί να αποτρέψει την υπερβολική εναπόθεση προϊόντων διάσπασης C3 και  επομένως τη νεφρική βλάβη”.

Πιο συγκεκριμένα, στη μελέτη φάσης 3 VALIANT, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη που αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του pegcetacoplan σε 124 ασθενείς, ηλικίας 12 ετών και άνω, με C3G ή πρωτοπαθή IC-MPGN, οι ασθενείς που έλαβαν pegcetacoplan παρουσίασαν σημαντική μείωση της πρωτεϊνουρίας που κυμαινόταν από 62,5% έως 74,5% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε όλες τις υποομάδες συμπεριλαμβανομένων των εφήβων. Οι ασθενείς που έλαβαν ταυτόχρονα ανοσοκατασταλτικά είχαν μείωση της πρωτεϊνουρίας κατά 70,3% με το pegcetacoplan σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο και σχετική βελτίωση της νεφρικής λειτουργίας βάση του eGFR (κατά +6,8 ml/min ανά 1,73 m2) στις 26 εβδομάδες.

Το φάρμακο κυκλοφορεί ήδη στην Ελλάδα και μπορεί να συνταγογραφηθεί ως εντός ένδειξης μη αποζημιούμενο από τον ΕΟΠΥΥ, ενώ εντός του 2026 αναμένεται να ενταχθεί στη λίστα. Χορηγείται ως υποδόρια ένεση δύο φορές την εβδομάδα σε ενήλικες με τη χρήση εμπορικά διαθέσιμης αντλίας έγχυσης ή συσκευής έγχυσης επί του σώματος, ενώ για τους παιδιατρικούς ασθενείς συνιστάται δοσολογία με βάση το βάρος.

Ι. Λάμπρης: Από τη βασική έρευνα σε θεραπεία που σώζει ζωές

“Ως ο επιστήμονας που καθοδήγησε την ομάδα που ανακάλυψε το μόριο στο οποίο βασίζεται το εγκεκριμένο φάρμακο νιώθω βαθιά συγκίνηση βλέποντας αυτή την ανακάλυψη να μετατρέπεται σε θεραπεία που σώζει και βελτιώνει ζωές”, αναφέρει o καθηγητής Ιωάννης Λάμπρης, προσθέτοντας: “Αυτό που ξεκίνησε ως βασική έρευνα πάνω στο συμπλήρωμα και τη βιολογία του C3, και ως μια ιδέα που πολλοί θεωρούσαν αδύνατη, εξελίχθηκε – μέσα από επιμονή, συνεργασίες και επιστημονική καινοτομία – σε ένα εγκεκριμένο φάρμακο για σπάνιες και σοβαρές ασθένειες”.

Ο διακεκριμένος καθηγητής ευχαριστεί όλους τους φοιτητές, ακαδημαϊκούς και κλινικούς συνεργάτες, τις φαρμακευτικές εταιρείες και οργανισμούς που πίστεψαν σε αυτό το όραμα και συνέβαλαν στο να γίνει πραγματικότητα, καταλήγοντας πως “το μεγαλύτερο βραβείο, όμως, είναι να γνωρίζω ότι η δουλειά μας προσφέρει ελπίδα και προοπτική σε ανθρώπους που το έχουν πραγματικά ανάγκη”.

Κομπστατίνη

Η κομπστατίνη είναι ο πρώτος μικρού μεγέθους πεπτιδικός αναστολέας της πρωτεϊνης C3 του συμπληρώματος. Ανακαλύφθηκε το 1996 στο εργαστήριο που διευθύνει ο Ι. Λάμπρης στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και έκτοτε έχει αναδειχτεί σε κλινικές μελέτες ως αποτελεσματικό θεραπευτικό μέσο για διάφορες ασθένειες που σχετίζονται με την ανεξέλεγκτη ενεργοποίηση του συμπληρώματος.

Το 2021 ο δεύτερης γενιάς αναστολέας C3 που βασίζεται στην κομπστατίνη έλαβε κλινική έγκριση ως νέα θεραπεία για την παροξυσμική νυχτερινή αιμοσφαιρινουρία. Το 2023 αποτέλεσε τη βάση σκευάσματος που εγκρίθηκε από τον FDA για την θεραπεία της Γεωγραφικής Ατροφίας. Ακολούθησε το 2025 η έγκριση για τις δύο σπάνιες νεφρικές νόσους, ενώ τρίτης και τέταρτης γενιάς αναστολείς με βάση την κομπστατίνη βρίσκονται σε στάδιο κλινικών δοκιμών για άλλες ασθένειες.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Έρευνα 2025: Η ψυχική υγεία των φοιτητών σε κρίση – Οι γυναίκες πλήττονται περισσότερο

Σε ανησυχητικά επίπεδα παραμένει η ψυχική υγεία των φοιτητών, σύμφωνα με το Mental-Health-Barometer 2025, έρευνα των πλατφορμών Instahelp και Studo. Πάνω από τους μισούς φοιτητές δηλώνουν ότι τις τελευταίες δύο εβδομάδες ένιωθαν “λιγότερο καλά” ή “άσχημα” ψυχολογικά, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο από την έναρξη της έρευνας το 2021.

Η έρευνα διεξάγεται ετησίως από το 2021 σε Αυστρία και Γερμανία, με στόχο την παροχή αξιόπιστων δεδομένων σε φορείς εκπαίδευσης, υγείας και χάραξης πολιτικής για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας των φοιτητών.

Συγκεκριμένα, το 56,7% των 6.080 φοιτητών που συμμετείχαν στην έρευνα αξιολογεί αρνητικά την ψυχική του κατάσταση, ενώ καταγράφεται και πτώση στη συνολική ποιότητα ζωής.

Παράλληλα, αν και το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία μειώνεται σταδιακά, μόνο ένας στους τρεις αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει ανοιχτά για τα ψυχολογικά του προβλήματα.

Παρότι το επίπεδο στρες εμφανίζεται ελαφρώς μειωμένο σε σύγκριση με προηγούμενα έτη, παραμένει υψηλό: 67,1% των φοιτητών δηλώνουν ότι αισθάνονται έντονα ή πολύ έντονα πιεσμένοι από τις σπουδές τους.

Κύριες αιτίες αποτελούν ο φόρτος εργασίας, οι εξετάσεις, οι ψυχολογικές πιέσεις και οι οικονομικές δυσκολίες. Περισσότεροι από τους μισούς αναφέρουν ότι παγκόσμιες εξελίξεις, όπως ο πληθωρισμός και οι γεωπολιτικές κρίσεις, επηρεάζουν αρνητικά την ψυχική τους υγεία.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι έντονες έμφυλες ανισότητες που καταγράφει η έρευνα. Οι γυναίκες φοιτήτριες δηλώνουν σημαντικά χειρότερη ψυχική και σωματική υγεία σε σύγκριση με τους άνδρες, υψηλότερα επίπεδα στρες και χαμηλότερο αίσθημα ασφάλειας στους πανεπιστημιακούς χώρους.

“Το γεγονός ότι οι γυναίκες φοιτήτριες αισθάνονται λιγότερο ασφαλείς στο campus είναι ένα σαφές προειδοποιητικό σημάδι”, επισημαίνει ο Maximilian Ritter, υπεύθυνος συνεργασιών της Studo, τονίζοντας τη σημασία άμεσων μηχανισμών ειδοποίησης έκτακτης ανάγκης στα πανεπιστήμια.

Παρά το γεγονός ότι το 71,4% των φοιτητών θεωρεί την ψυχική και σωματική υγεία εξίσου σημαντικές, η καθημερινή φροντίδα παραμένει περιορισμένη. Τα δύο τρίτα αφιερώνουν το πολύ μία ώρα την εβδομάδα σε δραστηριότητες ενίσχυσης της ψυχικής υγείας, όπως διαλογισμό, αυτοπαρατήρηση ή συμβουλευτική.

“Δεν λείπει η πρόθεση, αλλά οι δομές και η οικονομικά προσιτή πρόσβαση”, σημειώνει η Dr. Bernadette Frech, διευθύνουσα σύμβουλος της Instahelp.

Όπως τονίζει, η κάλυψη της κλινικής ψυχολογικής θεραπείας από τα ασφαλιστικά ταμεία στην Αυστρία από το 2026 αποτελεί θετικό βήμα, “αλλά δεν αρκεί από μόνη της”.

Το 86,3% των φοιτητών δηλώνει ότι θα επιθυμούσε επαγγελματική υποστήριξη σε περίπτωση ψυχικών δυσκολιών, ωστόσο μόλις το 47,7% θεωρεί ρεαλιστικό να την αναζητήσει στην πράξη. Το κόστος αναδεικνύεται ως βασικό εμπόδιο, οδηγώντας πολλούς στη λύση της αυτοβοήθειας και της διαδικτυακής αναζήτησης πληροφοριών.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Προληπτική Ιατρική: Τρεις έρευνες του 2025 που έκαναν τη διαφορά

Η προληπτική ιατρική βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της παγκόσμιας επιστημονικής έρευνας, καθώς οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν τη ραγδαία αύξηση των χρόνιων νοσημάτων και της πρόωρης θνησιμότητας. Το 2025 υπήρξε μια ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά στον τομέα αυτό, με μελέτες που ανέδειξαν με σαφήνεια τον ρόλο του τρόπου ζωής στη μακροζωία και στην ποιότητα ζωής. Τρεις μεγάλες έρευνες, δημοσιευμένες σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά, έφεραν στο προσκήνιο κρίσιμα ευρήματα σχετικά με τη σωματική άσκηση, τη διατροφή και τον ύπνο, επιβεβαιώνοντας ότι οι καθημερινές μας επιλογές έχουν άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο στην υγεία.

Η πρώτη έρευνα, που δημοσιεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2025 στο British Journal of Sports Medicine από τους Nathan R. Weeldreyer και  συνεργάτες, βασίστηκε σε συστηματική ανάλυση και ανασκόπηση 20 επιστημονικών άρθρων. Το βασικό της συμπέρασμα ανέτρεψε μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη: ότι το υπερβολικό βάρος οδηγεί αναπόφευκτα σε μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το αυξημένο σωματικό βάρος δεν συσχετίζεται απαραίτητα με μειωμένη μακροζωία, εφόσον το άτομο ασκείται συστηματικά και διατηρεί καλή φυσική κατάσταση. Με άλλα λόγια, η καρδιοαναπνευστική αντοχή και η γενική φυσική κατάσταση φαίνεται να παίζουν σημαντικότερο ρόλο από τον δείκτη μάζας σώματος (BMI) από μόνος του. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η σωματική δραστηριότητα μπορεί να αντισταθμίσει σε μεγάλο βαθμό τους κινδύνους που παραδοσιακά αποδίδονται στο υπερβολικό βάρος, μειώνοντας τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δημόσια υγεία, καθώς μετατοπίζει την έμφαση από την απλή απώλεια βάρους στη συνολική βελτίωση της φυσικής κατάστασης μέσω τακτικής άσκησης. Link https://bjsm.bmj.com/content/59/5/339

Η δεύτερη έρευνα, που δημοσιεύτηκε στις 3 Μαρτίου 2025 στο περιοδικό Systematic Review Update από τους Shuming Liang και συν., επικεντρώθηκε στη διατροφή και συγκεκριμένα στην κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων (Link https://systematicreviewsjournal.biomedcentral.com/articles/10.1186/s13643-025-02800-8). Η μετάβαση από τα μη επεξεργασμένα στα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, βαίνει αυξανόμενη και είναι απότοκος σύνθετων κοινωνικοοικονομικών μεταβολών. Σήμερα πάνω από 40% των πολιτών στις ΗΠΑ έχουν ως βασική πηγή θερμιδικής πρόσληψης το fast food και τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, διατροφικό πρότυπο που εξάγεται με ταχείς ρυθμούς λόγω τηλεόρασης και internet σε όλες τις χώρες. Η μελέτη περιέλαβε περισσότερους από 1.000.000 συμμετέχοντες και κατέληξε στο ανησυχητικό συμπέρασμα ότι για κάθε 10% αύξηση στην κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, παρατηρείται κατά μέσο όρο 10% αύξηση στον κίνδυνο θνησιμότητας από κάθε αιτία, ανεξαρτήτως ηλικίας. Τα ευρήματα αυτά δεν προέκυψαν σε επιστημονικό κενό, αλλά επιβεβαίωσαν και ενίσχυσαν τα πορίσματα μιας προηγούμενης μεγάλης μελέτης του 2024, της μετα-ανάλυσης των Lane και συν., που περιέλαβε σχεδόν 10 εκατομμύρια συμμετέχοντες. Εκείνη η έρευνα είχε δείξει ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα συνδέονται με αυξημένη καρδιαγγειακή θνησιμότητα, υψηλότερο κίνδυνο για διαβήτη, μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης ψυχικών διαταραχών και αυξημένο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία. Μαζί, οι δύο αυτές μελέτες ενισχύουν το μήνυμα ότι η ποιότητα της διατροφής είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντική από την ποσότητα. Τρόφιμα πλούσια σε ζάχαρη, αλάτι, κορεσμένα λιπαρά και τεχνητά πρόσθετα φαίνεται να επιβαρύνουν σοβαρά την υγεία, ενώ η στροφή προς πιο φυσικές, λιγότερο επεξεργασμένες επιλογές μπορεί να αποτελέσει βασικό πυλώνα πρόληψης.

Η τρίτη έρευνα του 2025, που δημοσιεύτηκε στις 27 Μαΐου στο American Journal of Lifestyle Medicine από τους Shah A. S. και τους συνεργάτες του, εστίασε στον ύπνο, έναν παράγοντα που συχνά υποτιμάται στον σύγχρονο τρόπο ζωής (Linkhttps://journals.sagepub.com/doi/10.1177/15598276251346752). Πρόκειται για ανασκόπηση 29 επιστημονικών άρθρων, η οποία κατέδειξε ότι τα άτομα που κοιμούνται λιγότερο από 7 ώρες ανά 24ωρο εμφανίζουν αυξημένη θνησιμότητα κατά 6% έως 15%, ανεξαρτήτως ηλικίας. Επιπλέον, ο ανεπαρκής ύπνος αναδείχθηκε ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για υπέρταση, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία νόσο, μεταβολικό σύνδρομο, παχυσαρκία και ψυχολογικά προβλήματα. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι ο ύπνος δεν αποτελεί απλώς περίοδο ξεκούρασης, αλλά θεμελιώδη βιολογική ανάγκη, απαραίτητη για τη ρύθμιση ορμονών, την αποκατάσταση των ιστών και τη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού και του νευρικού συστήματος.

Συνολικά, οι τρεις αυτές έρευνες του 2025 συνθέτουν ένα σαφές και ισχυρό μήνυμα: η προληπτική ιατρική δεν βασίζεται σε μεμονωμένες παρεμβάσεις, αλλά σε έναν ολιστικό τρόπο ζωής που περιλαμβάνει τακτική σωματική άσκηση, υγιεινή διατροφή και επαρκή ύπνο. Το βάρος από μόνο του δεν είναι ο απόλυτος δείκτης υγείας, αν δεν λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο φυσικής κατάστασης. Η ποιότητα των τροφίμων που καταναλώνουμε μπορεί να επηρεάσει άμεσα τον κίνδυνο χρόνιων παθήσεων και πρόωρου θανάτου. Και ο ύπνος, που θυσιάζεται συχνά στον βωμό της παραγωγικότητας, αποδεικνύεται κρίσιμος παράγοντας επιβίωσης και ευεξίας.

Η πρακτική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι τεράστια. Σε ατομικό επίπεδο, ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να επενδύσουν στη φυσική τους κατάσταση, να περιορίσουν τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα και να δώσουν προτεραιότητα στον ποιοτικό ύπνο. Σε κοινωνικό επίπεδο, αναδεικνύουν την ανάγκη της σωστής εκπαίδευσης. Η προληπτική ιατρική, όπως αναδεικνύεται από τις έρευνες του 2025, δεν είναι πλέον μια θεωρητική προσέγγιση, αλλά ένα πρακτικό, επιστημονικά τεκμηριωμένο εργαλείο για τη βελτίωση της υγείας και της μακροζωίας του πληθυσμού.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

‘Eνας στους πέντε θα έχει νεφρική πάθηση έως το 2040

Η κλινική του Ίνσμπρουκ είναι ηγέτιδα στην Αυστρία σε μεταμοσχεύσεις νεφρών και σπάνιες νεφρικές παθήσεις.

Ο νέος διευθυντής της Πανεπιστημιακής Κλινικής Νεφρολογίας και Υπέρτασης στο Ίνσμπρουκ, Andreas Kronbichler, προειδοποιεί ότι έως το 2040 περίπου το 20% των ανθρώπων στην Αυστρία και παγκοσμίως θα υποφέρει από νεφρικές παθήσεις.

Σήμερα, το ποσοστό στην Αυστρία φτάνει το 10% και διεθνώς το 13%.

Σημαντικοί παράγοντες για την αύξηση αυτή θεωρούνται η κακή διατροφή, η έλλειψη άσκησης, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και η υπέρταση.

Όπως επισημαίνει ο Kronbichler, η σχέση μεταξύ υπέρτασης και νεφρικής νόσου είναι αμφίδρομη: η μία μπορεί να προκαλέσει την άλλη.

Ο ειδικός τονίζει ότι υπάρχουν τρόποι πρόληψης: σωματική άσκηση, μεσογειακή ή χαμηλή σε πρωτεΐνες διατροφή, καθώς και τακτικοί έλεγχοι, όπως η ανίχνευση πρωτεΐνης στα ούρα.

Πρόβλημα παραμένει η έλλειψη ιδιωτών νεφρολόγων που μπορούν να πραγματοποιήσουν τέτοιους ελέγχους, ενώ η μετεγχειρητική παρακολούθηση μετά από μεταμοσχεύσεις θα μπορούσε να μεταφερθεί στον ιδιωτικό τομέα.

Η κλινική του Ίνσμπρουκ είναι ηγέτιδα στην Αυστρία σε μεταμοσχεύσεις νεφρών και σπάνιες νεφρικές παθήσεις, ενώ ο Kronbichler υπογραμμίζει τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ έρευνας, κλινικών κέντρων και ιδιωτών γιατρών για διάγνωση, θεραπεία και μετεγχειρητική φροντίδα.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά :Η σιωπηλή πανδημία που κανείς δεν θέλει να δει

Ενώ στο Νταβός συζητήθηκαν οι μεγάλες προκλήσεις του πλανήτη, μια εξελισσόμενη απειλή με επιβεβαιωμένες καταστροφικές συνέπειες πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.

Η μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά, γνωστή ως antimicrobial resistance (AMR), εξελίσσεται σε μια σιωπηλή πανδημία που, σύμφωνα με κορυφαίους επιστήμονες, ως το 2050, θα σκοτώνει περισσότερους ανθρώπους ακόμη και από τον καρκίνο. Κι όμως, όπως ειπώθηκε ανοιχτά στο Frontiers Science House στο Νταβός, ελάχιστοι μιλούν γι’ αυτήν στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Στο Frontiers Science House, σε έναν χώρο που σχεδιάστηκε από την Frontiers, έναν παγκόσμιο ηγέτη στις δημοσιεύσεις ανοιχτής επιστήμης και βρίσκεται στην καρδιά του Νταβός, η Vanina Laurent Ledru, Chief Public Health and Government Affairs Officer του Institut Merieux και της bioMerieux, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου χρησιμοποιώντας λόγια που δεν άφησαν περιθώρια παρερμηνείας.
Χαρακτήρισε τη μικροβιακή αντοχή ως την «επόμενη πανδημία», παρόμοια με την COVID-19, επισημαίνοντας ότι η δημόσια δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη λειτουργεί ως καταλύτης για την εξάπλωσή της. Όπως τόνισε, οι λοιμώξεις που δεν ανταποκρίνονται πλέον στα φάρμακα θα προκαλούν μέχρι το 2050 περισσότερους θανάτους από τον καρκίνο, θέτοντας το εύλογο ερώτημα: «Μιλάει κανείς γι’ αυτό στο Νταβός;» δίνοντας ταυτόχρονα η ίδια την απάντηση: « Όχι, κανείς!».

Οι δηλώσεις της έγιναν μετά τη συνεδρία με τίτλο: «The science trust dividend: enabling innovation and adoption» (Το μέρισμα της επιστημονικής εμπιστοσύνης: επιτρέποντας την καινοτομία και την υιοθέτηση), όπου οι ομιλητές εξέφρασαν έντονη ανησυχία για την έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού στα δεδομένα και στην επιστήμη. Η δυσπιστία αυτή, όπως υπογραμμίστηκε, καθυστερεί τη χάραξη πολιτικής και την εφαρμογή λύσεων, περιορίζοντας την ικανότητα των κοινωνιών να ανταποκριθούν σε παγκόσμιες κρίσεις, όπως φάνηκε και με την COVID-19.

Στη συζήτηση αναδείχθηκε ο καθοριστικός ρόλος του ιδιωτικού τομέα, των υπευθύνων χάραξης πολιτικής και των διεθνών οργανισμών στη δημιουργία ενός αξιόπιστου και ηθικού διεθνούς ερευνητικού οικοσυστήματος, βασισμένου στην ισότητα, τη διαφάνεια και την προσβασιμότητα. Μεταξύ των ομιλητών ήταν προσωπικότητες όπως ο Alexandre Cabaret της Devex, ο Ángel Cabrera, πρόεδρος του Georgia Institute of Technology, η Deborah Prentice από το Πανεπιστήμιο του Cambridge, ο Josef Aschbacher του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος, ο Khaled El-Enany της UNESCO, ο Juan Lavista της Microsoft, η Lene Oddershede του Novo Nordisk Foundation, ο Michael Hengartner του ETH Zurich, κ.ά.

Η αίσθηση του επείγοντος εντάθηκε στη συνεδρία με τίτλο: «Championing One Sustainable Health for global resilience» (Υποστηρίζοντας τη Βιώσιμη Υγεία για την παγκόσμια ανθεκτικότητα), όπου ο Peter Sands, Εκτελεστικός Διευθυντής του Global Fund to Fight AIDS, Tuberculosis and Malaria (Παγκόσμιο Ταμείο για την καταπολέμηση του AIDS, της φυματίωσης και της ελονοσίας) προειδοποίησε ότι η μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά δεν είναι απλώς μια πιθανή απειλή αλλά μια πανδημία με «100% πιθανότητα εκδήλωσης».
Όπως είπε χαρακτηριστικά, η κρίση ήδη εξελίσσεται, ωστόσο η διεθνής κοινότητα έχει αποτύχει να κινητοποιήσει τους απαραίτητους πόρους για να τη μετριάσει. Κοινό συμπέρασμα ήταν ότι απαιτείται ένα μοντέλο διακυβέρνησης «One Sustainable Health» (Ενιαίας Υγείας), το οποίο θα ενισχύει την ανθεκτικότητα ανθρώπινων, ζωικών και περιβαλλοντικών συστημάτων και θα αποσυμπιέζει τους αλληλένδετους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας βιοποικιλότητας και της δημόσιας υγείας.

Άλλοι ομιλητές επικεντρώθηκαν τόσο στην απειλή όσο και στις λύσεις. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα φαρμακευτικά σκευάσματα που βασίζονται σε βακτηριοφάγους, φυσικούς θηρευτές των βακτηρίων, τα οποία αναδεικνύονται σε μια πολλά υποσχόμενη και προσαρμόσιμη θεραπεία για λοιμώξεις που δεν ανταποκρίνονται πλέον στα αντιβιοτικά. Ωστόσο, υπογραμμίστηκε ότι τα φάρμακα από μόνα τους δεν αρκούν. Η μικροβιακή αντοχή είναι ένα φαινόμενο που απαιτεί διαχρονική διαχείριση, με έμφαση στη διατροφή, την υγιεινή και τις καθημερινές συμπεριφορές που μειώνουν τη μετάδοση και την άσκοπη χρήση αντιβιοτικών.

Το πόσοι άνθρωποι θα χαθούν στο μέλλον, ειπώθηκε ξεκάθαρα, θα εξαρτηθεί από το πώς τα συστήματα υγείας, οι κυβερνήσεις και οι κοινωνίες θα αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο σήμερα.

 

Πηγη: https://www.dnews.gr/

Νέο πλαίσιο για την Ψυχική Υγεία: Ρυθμίσεις που αλλάζουν τον χάρτη εποπτείας και ποιότητας

Η αναβάθμιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας αποτελεί κρίσιμο στοίχημα για το σύστημα υγείας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που οι ανάγκες των πολιτών αυξάνονται και η απαίτηση για διαφάνεια και ποιότητα γίνεται πιο επιτακτική. Στο Υπουργικό Συμβούλιο παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο πακέτο ρυθμίσεων που στοχεύει στη θωράκιση του πλαισίου λειτουργίας και στην ενίσχυση της εποπτείας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Στο Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας αναφέρθηκε σε ανάρτησή του ο υφυπουργός Υγείας  Δ. Βαρτζόπουλος, σε ανάρτησ’ή του.  Στο επίκεντρο των νέων ρυθμίσεων βρίσκεται η θεσμοθέτηση του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας, όπως ανακοίνωσε στο Υπουργικό Συμβούλειο ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης. Συγκεκριμένα, το νέο όργανο θα καθορίζει ενιαίες προδιαγραφές για τα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης των επαγγελματιών, ενώ θα δημιουργήσει σαφές πλαίσιο αξιολόγησης και πιστοποίησης. Παράλληλα, θα ρυθμίζει την εξειδίκευση στην ψυχοθεραπεία και το επαγγελματικό πεδίο της συμβουλευτικής, διασφαλίζοντας ότι οι υπηρεσίες παρέχονται από κατάλληλα καταρτισμένους επαγγελματίες.

Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχιατροδικαστικής

Μια δεύτερη σημαντική παρέμβαση αφορά τη δημιουργία του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής. Στόχος του είναι η οργάνωση και εποπτεία της εξειδίκευσης στον τομέα της ψυχιατροδικαστικής, καθώς και ο σχεδιασμός ενός συνεκτικού δικτύου δομών και υπηρεσιών. Η νέα αυτή δομή φιλοδοξεί να εξασφαλίσει υψηλή ποιότητα υπηρεσιών, ενισχύοντας την επιστημονική εγκυρότητα και την ασφάλεια σε έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα.

Νέο πλαίσιο για την ακούσια νοσηλεία
Μετά από πολλά χρόνια, προχωρά και η τροποποίηση του νόμου για την ακούσια νοσηλεία. Η επιχειρησιακή ευθύνη μεταφέρεται από την Ελληνική Αστυνομία στο Ειδικό Τμήμα Διαχείρισης Ψυχικά Ασθενών του ΕΚΑΒ. Η αλλαγή αυτή στοχεύει στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ασθενών, απομακρύνοντας την αστυνομική διάσταση από μια καθαρά υγειονομική διαδικασία.

Οι νέες ρυθμίσεις αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς ένα πιο σύγχρονο, διαφανές και ανθρωποκεντρικό σύστημα ψυχικής υγείας, με στόχο την ενίσχυση της ποιότητας των υπηρεσιών και την προστασία των πολιτών.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Συνάντηση ΕΚΕΤΑ – Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης για την αξιοποίηση καινοτόμων εφαρμογών υγείας

Η ενίσχυση της εγχώριας τεχνογνωσίας και η αξιοποίηση της έρευνας προς όφελος του συστήματος υγείας αποτέλεσαν τον πυρήνα της πρόσφατης συνάντησης εργασίας μεταξύ στελεχών του ΕΚΕΤΑ και του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Η συνεργασία αυτή στοχεύει στη μεταφορά και εφαρμογή καινοτόμων λύσεων σε κρίσιμους τομείς της ιατρικής πράξης.

Στη συνάντηση συμμετείχαν ο πρόεδρος του ΕΚΕΤΑ, Δρ. Ευάγγλος Μπεκιάρης , η Διευθύντρια του INAB – Institute of Applied Biosciences, Δρ. Αναστασία Χατζηδημητρίου , καθώς και ο πρώην πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου κσι  τέως πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Dr Αθανάσιος Εξαδάκτυλος.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης παρουσιάστηκε το σύνολο της ερευνητικής δραστηριότητας του ΕΚΕΤΑ, με ιδιαίτερη έμφαση στις ιατρικές και φαρμακευτικές εφαρμογές που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. Οι εκπρόσωποι του Κέντρου ανέλυσαν τις τεχνολογικές δυνατότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα από τον ιατρικό κόσμο, προσφέροντας λύσεις σε διαγνωστικές, θεραπευτικές και υποστηρικτικές διαδικασίες.

Διερεύνηση συνεργασιών και εφαρμογών σε ιατρικές ειδικότητες

Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν ιδιαίτερα εποικοδομητική, καθώς εξετάστηκαν συγκεκριμένες δυνατότητες εφαρμογής της τεχνογνωσίας του ΕΚΕΤΑ σε επιμέρους ιατρικές ειδικότητες. Στόχος είναι η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής καινοτομίας, η ανάπτυξη νέων εργαλείων για τους επαγγελματίες υγείας και η δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου συνεργασίας μεταξύ ερευνητικών φορέων και ιατρικών συλλόγων.
Παράλληλα, συμφωνήθηκε η συμμετοχή του ΕΚΕΤΑ στο προσεχές Διοικητικό Συμβούλιο του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, που θα παρουσιαστεί αναλυτικά το ερευνητικό έργο του Κέντρου και οι δυνατότητες αξιοποίησής του σε εθνικό επίπεδο.

Στόχος η ενίσχυση του συστήματος υγείας και η κάλυψη απομακρυσμένων περιοχών

Κεντρικός στόχος των επαφών είναι η ανάπτυξη εργαλείων και εφαρμογών που θα ενισχύσουν ουσιαστικά το έργο των γιατρών και θα συμβάλουν στη βελτίωση του συστήματος υγείας. Η αξιοποίηση της υπάρχουσας αλλά και της νέας τεχνογνωσίας του ΕΚΕΤΑ αναμένεται να προσφέρει σημαντικά οφέλη, ιδιαίτερα σε τομείς όπου η τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις ανάγκες των νησιωτικών και απομακρυσμένων ορεινών περιοχών, που η πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας παραμένει πρόκληση. Οι εφαρμογές του ΕΚΕΤΑ μπορούν να συμβάλουν στη γεφύρωση αυτών των ανισοτήτων, αναδεικνύοντας τον ρόλο της καινοτομίας ως μοχλού βελτίωσης της υγειονομικής κάλυψης.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/