Τι σηματοδοτεί η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακοεπιδημιολογίας

Παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, η έλλειψη πραγματικών δεδομένων (real-world data) που αφορούν τη χρήση φαρμάκου στην Ελλάδα, αποτελεί εμπόδιο για την ορθή διαμόρφωση θεραπευτικών πρωτοκόλλων και τη βελτιστοποίηση θεραπευτικών σχημάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σε αρκετές περιπτώσεις, τα φάρμακα από όπλο στα χέρια της επιστήμης, να φτάνουν ακόμα και στο να θέσουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές.

Τι μπορεί, όμως, να γίνει στην πράξη για τη διερεύνηση και εξασφάλιση της αποτελεσματικής και ασφαλούς χρήσης φαρμάκων; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνει η Φαρμακοεπιδημιολογία!

Η Φαρμακοεπιδημιολογία είναι μια επιστημονική ειδικότητα που εφαρμόζει επιδημιολογικές μεθόδους για τη μελέτη της χρήσης των φαρμάκων και των επιδράσεών τους, τόσο των ευεργετικών όσο και των επιβλαβών, σε μεγάλους πληθυσμούς. Συνδυάζει αρχές από τη φαρμακολογία (τη μελέτη των επιδράσεων των φαρμάκων) και την επιδημιολογία (τη μελέτη των προτύπων των ασθενειών στους πληθυσμούς) για να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της χρήσης των φαρμάκων, να παρακολουθήσει τυχόν ανεπιθύμητα συμβάντα και να κατανοήσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων στον γενικό πληθυσμό.

Ανάπτυξη της έρευνας

Η ανάπτυξη της φαρμακοεπιδημιολογικής έρευνας στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι μπορεί να αναδείξει κρίσιμα ζητήματα για τη δημόσια υγεία, όπως πρότυπα συνταγογράφησης, δεδομένα συμμόρφωσης ασθενών σε θεραπευτικά σχήματα, αλληλεπιδράσεις και ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, τον κίνδυνο πολυφαρμακίας των ασθενών κ.ο.κ.

Με τη συλλογή, αξιοποίηση και επεξεργασία real-world data για τη χρήση φαρμάκου, η Φαρμακοεπιδημιολογία παρέχει τεκμηριωμένη γνώση που μπορεί να υποστηρίξει την ορθή διαμόρφωση θεραπευτικών πρωτοκόλλων και τη βελτιστοποίηση θεραπευτικών σχημάτων, με σταθερό στόχο την ασφάλεια των ασθενών και την έγκαιρη λήψη αποφάσεων από ρυθμιστικούς φορείς.

Προφανώς, για την επίτευξη αυτών των στόχων απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια, με ισχυρή επιστημονική τεκμηρίωση. Αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει η Ελληνική Εταιρεία Φαρμακοεπιδημιολογίας (ΕΛΕΦΕΠ), η οποία ιδρύθηκε πρόσφατα.

Η ΕΛΕΦΕΠ αποτελεί ένα ισχυρό επιστημονικό δίκτυο από ειδικούς με πολυετή εμπειρία στον χώρο, που στοχεύει να δημιουργήσει γέφυρες συνεργασίας μεταξύ της φαρμακοβιομηχανίας, κλινικών ιατρών, ερευνητών και ρυθμιστικών φορέων, ενισχύοντας τη λήψη αποφάσεων, τη βέλτιστη διαμόρφωση θεραπευτικών πρωτοκόλλων, τον έγκαιρο εντοπισμό πιθανών αλληλεπιδράσεων φαρμάκων, ανεπιθύμητων ενεργειών και λανθασμένων τρόπων χορήγησης και χρήσης φαρμάκων.

Τα ιδρυτικά μέλη της ΕΛΕΦΕΠ χαρακτηρίζονται για την πολυετή τους πορεία στον ακαδημαϊκό και ερευνητικό χώρο του φαρμάκου, με ηγετικούς ρόλους στην έρευνα, στο χώρο της Φαρμακοεπιδημιολογίας.

Το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΛΕΦΕΠ, αποτελούν οι:
  • ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Παιδιατρικής Ιατρική Σχολή Ε.Κ.Π.Α.
  • ΑΝΤΙΠΡΌΕΔΡΟΣ: Χρήστος Κοντογιώργης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήμα Ιατρικής, Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης,
  • ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ελένη Δεληγιάννη, Φαρμακολόγος, Υπ. διδάκτωρ Ιατρικής ΑΠΘ & University of Hertfordshire UK,
  • ΕΙΔΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ιωάννης Φαρόπουλος, Φαρμακοποιός MBA,
  • ΤΑΜΙΑΣ: Ηλίας Κατσόγιαννης, Φαρμακοποιός, MSc, Υπ. Διδάκτωρ Ιατρικής ΔΠΘ,
  • ΜΕΛΟΣ: Παντελής Νατσιάβας, Ερευνητής Γ’, Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (Ε.Κ.Ε.ΤΑ),
  • ΜΕΛΟΣ: Παναγιώτης Πέτρου, Φαρμακοποιός, PhD, Διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Κύπρος

Ήδη, η ΕΛΕΦΕΠ έχει θεσπίσει συνεργασίες με αναγνωρισμένα ιδρύματα, ερευνητικούς και ρυθμιστικούς οργανισμούς παγκοσμίως [ΗΠΑ – Columbia University, University of Pennsylvania, Rutgers University, Ευρώπη – University of Utrecht, Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), University of Nicosiα], αλλά και με Ιδρύματα από Ελλάδα [Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Τμήμα Ιατρικής ΕΚΠΑ, ΕΚΕΤΑ κ.ά.].

Μέσω αυτών των συνεργασιών, η ΕΛΕΦΕΠ στοχεύει στην ανταλλαγή επιστημονικής γνώσης, στην ενίσχυση της ερευνητικής αριστείας και στην κινητικότητα του επιστημονικού δυναμικού, ώστε να εξασφαλιστεί συνεχής καινοτομία στον κλάδο της Φαρμακοεπιδημιολογίας στην Ελλάδα, ακολουθώντας προδιαγραφές διεθνούς επιστημονικού κύρους.

Αναγκαιότητα της φαρμακοεπιδημιολογικής έρευνας

Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της ΕΛΕΦΕΠ, Καθηγητής Θεοκλής Ζαούτης, δήλωσε: «Είμαστε ενθουσιασμένοι και υπερήφανοι για αυτήν την πρωτοβουλία. Ειδικά στην Ελλάδα, η αναγκαιότητα της φαρμακοεπιδημιολογικής έρευνας προκύπτει ως επιτακτική ανάγκη από όλα τα στοιχεία που διαθέτουμε και τις αρνητικές πρωτιές που διατηρεί η χώρα μας διεθνώς. Η ΕΛΕΦΕΠ, με εργαλεία την εκπαίδευση και την έρευνα, θα επικεντρωθεί στη διαμόρφωση καλών κλινικών πρακτικών, θεραπευτικών πρωτοκόλλων και πολιτικών φαρμάκου, έχοντας ως βασικό στόχο την ασφάλεια των ασθενών και την προαγωγή της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα. Παράλληλα, φιλοδοξούμε να ανοίξουμε νέους ορίζοντες στην ιατρική έρευνα μιας νέας εποχής ψηφιακών δεδομένων, ενισχύοντας το εθνικό σύστημα υγείας».

 

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr/

Μελέτη: Η καθυστέρηση της πρώτης μαστογραφίας αυξάνει το κίνδυνο θανάτου κατά 40%

Η απουσία από τον πρώτο έλεγχο μαστογραφίας συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο του μαστού.

Η μαστογραφία μπορεί να ανιχνεύσει τον καρκίνο του μαστού σε πρώιμο στάδιο, πριν ακόμη γίνει αντιληπτό κάποιο ογκίδιο, αυξάνοντας έτσι σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχούς θεραπείας και επιβίωσης.

Παρότι είναι γνωστό ότι οι γυναίκες που δεν πάνε σε τακτικούς ελέγχους κινδυνεύουν να διαγνωστούν σε πιο προχωρημένο στάδιο, μέχρι τώρα δεν ήταν ξεκάθαρο πόσο καθοριστική είναι η συμμετοχή στο πρώτο ραντεβού.

Σύμφωνα με μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από λίγες μέρες, στο The BMJ, οι γυναίκες που δεν προσέρχονται στο πρώτο τους ραντεβού για μαστογραφία έχουν 40% υψηλότερο μακροπρόθεσμο κίνδυνο θανάτου από καρκίνο του μαστού, κυρίως επειδή η διάγνωση καθυστερεί.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι η στοχευμένη παρέμβαση σε αυτές τις γυναίκες είναι κρίσιμη ευκαιρία για να μειωθούν οι θάνατοι από καρκίνο του μαστού σε επίπεδο πληθυσμού.

Τι ανακάλυψαν οι ερευνητές

Οι ερευνητές στη Σουηδία μελέτησαν στοιχεία από σχεδόν μισό εκατομμύριο γυναίκες που έλαβαν πρόσκληση για την πρώτη τους μαστογραφία την περίοδο 1991-2020 και παρακολουθήθηκαν για έως και 25 χρόνια. Ειδικότερα, στη Σουηδία, οι γυναίκες λαμβάνουν δωρεάν πρόσκληση από το κράτος για να κάνουν την πρώτη τους μαστογραφία στην ηλικία των 40 ετών.

Από τις γυναίκες που κλήθηκαν, σχεδόν το ένα τρίτο (32%) δεν προσήλθε. Εκείνες που δεν πήγαν στον πρώτο έλεγχο παρέμειναν λιγότερο συνεπείς και σε επόμενες μαστογραφίες και είχαν περισσότερες πιθανότητες να διαγνωστούν με καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο.

Ο κίνδυνος θανάτου από καρκίνο του μαστού ήταν επίσης σημαντικά υψηλότερος: 9,9 θάνατοι ανά 1.000 γυναίκες σε διάστημα 25 ετών, έναντι 7 θανάτων ανά 1.000 για όσες συμμετείχαν.

Τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες (7,8% έναντι 7,6%), κάτι που δείχνει ότι η διαφορά στη θνησιμότητα οφείλεται κυρίως στην καθυστερημένη διάγνωση και όχι σε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης.

Οι συγγραφείς της μελέτης σημειώνουν ότι πρόκειται για παρατηρητική έρευνα και δεν μπορούν να εξαχθούν απόλυτα συμπεράσματα αιτιότητας. Αναγνωρίζουν επίσης ότι τα αποτελέσματα μπορεί να μην ισχύουν το ίδιο σε χώρες με διαφορετικά συστήματα υγείας ή πολιτισμικές στάσεις απέναντι στην πρόληψη.

Ωστόσο, η χρήση εθνικών μητρώων και η μακροχρόνια παρακολούθηση δίνουν μεγάλη αξιοπιστία στα συμπεράσματα. Τα ευρήματα παρέμειναν σταθερά ακόμη και μετά από πρόσθετες αναλύσεις.

«Οι γυναίκες που δεν συμμετέχουν στον πρώτο έλεγχο αποτελούν μια μεγάλη ομάδα με αυξημένο κίνδυνο να χάσουν τη ζωή τους από καρκίνο του μαστού δεκαετίες αργότερα. Αυτή η αυξημένη θνησιμότητα μπορεί να αλλάξει, γιατί οφείλεται κυρίως στην καθυστερημένη διάγνωση», τονίζουν οι ερευνητές.

«Χρειάζονται στοχευμένες παρεμβάσεις για να ενισχυθεί η προσήλωση στη μαστογραφία και να μειωθεί ο κίνδυνος θανάτου σε όσες γυναίκες δεν πήγαν στον πρώτο έλεγχο», προσθέτουν.

Σε συνοδευτικό άρθρο, Αμερικανοί ερευνητές σχολιάζουν ότι η πρώτη μαστογραφία δεν είναι απλώς ένας τυπικός έλεγχος, αλλά μια μακροπρόθεσμη επένδυση στην υγεία και την επιβίωση.

Τα νέα δεδομένα μπορούν να βοηθήσουν τους γιατρούς να τονίσουν στις ασθενείς τον μακροχρόνιο αντίκτυπο της πρώτης συμμετοχής και να στηρίξουν τη συνέχιση της δημόσιας επένδυσης σε υποδομές μαστογραφίας.

«Η διασφάλιση ότι οι γυναίκες είναι ενημερωμένες, υποστηριζόμενες και ενδυναμωμένες ώστε να συμμετάσχουν στην πρώτη τους μαστογραφία πρέπει να είναι κοινός στόχος ολόκληρου του συστήματος υγείας», καταλήγουν.

 

 

Πηγη: https://www.healthstat.gr

Απεργία 1ης Οκτωβρίου: Συμμετέχουν οι γιατροί και οι εργαζόμενοι στα δημόσια νοσοκομεία

Η απεργία διοργανώνεται σε αντίδραση στο νέο εργασιακό νομοσχέδιο.

Εικοσιτετράωρη απεργία πραγματοποιούν την Τετάρτη 1η Οκτωβρίου 2025 οι γιατροί και οι εργαζόμενοι στα δημόσια νοσοκομεία και το ΕΚΑΒ όλης της χώρας. Οι γιατροί και οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία συμμετέχουν στην 24ωρη πανελλαδική απεργία που έχουν προκηρύξει η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ.

Η απεργία διοργανώνεται σε αντίδραση στο νέο εργασιακό νομοσχέδιο. Όπως αναφέρουν οι ομοσπονδίες των νοσοκομειακών γιατρών (ΟΕΝΓΕ) και των εργαζομένων (ΠΟΕΔΗΝ) το νομοσχέδιο προβλέπει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα 13ωρης εργασίας ημερησίως, στον ίδιο εργοδότη. Η πρόβλεψη αυτή «θα διαλύσει περαιτέρω τη ζωή των εργαζομένων», τονίζει η ΠΟΕΔΗΝ.

Η ΟΕΝΓΕ υποστηρίζει ακόμα πως το νομοσχέδιο αυξάνει τις ώρες της απλήρωτης εργασίας και επιτρέπει τις συμβάσεις 2 ημερών. Επιπλέον, ότι επιτρέπει τις προσλήψεις και τις απολύσεις με ένα γραπτό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο (sms), καθώς και κατακερματισμό της καλοκαιρινής άδειας.

«Το ΕΣΥ και το ΕΚΑΒ βρίσκονται στα όριά τους»

«Το Δημόσιο Σύστημα Υγείας-Πρόνοιας και το ΕΚΑΒ βρίσκεται στα όρια των αντοχών τους εξαιτίας των σοβαρών ελλείψεων προσωπικού. Οι ασθενείς ταλαιπωρούνται και το υγειονομικό προσωπικό, σε συνθήκες εργασιακής εξάντλησης, προσπαθεί να παρέχει ασφαλείς υπηρεσίες», υπογραμμίζει η ΠΟΕΔΗΝ.

Όπως εξηγεί, στα νοσοκομεία εργάζονται 45.000 μόνιμοι υπάλληλοι και 25.000 συμβασιούχοι, επί 90.000 οργανικών θέσεων. Επιπλέον, οι θέσεις αυτές προβλέπονται σε οργανισμούς του 2012, οι οποίοι δεν αποτυπώνουν το σύνολο των ανεπτυγμένων υπηρεσιών στα νοσοκομεία.

Οι εργαζόμενοι εξηγούν ότι στα νοσοκομεία εργάζονται 3.000 λιγότερα άτομα από το 2023 έως σήμερα. Και αυτό διότι οι προσλήψεις μόνιμων και επικουρικών υπαλλήλων δεν καλύπτουν το κύμα μαζικών αποχωρήσεων. Ούτε την ανακύκλωση του ιδίου προσωπικού, αφού συμβασιούχοι εργαζόμενοι συμμετέχουν σε νέους διαγωνισμούς και καταλαμβάνουν θέσεις μονίμων στα ίδια ή σε διαφορετικά νοσηλευτικά ιδρύματα.

Επιπλέον, υπάρχει αδιαφορία συμμετοχής νέων επαγγελμάτων υγείας για εργασία στο ΕΣΥ, το ΕΚΑΒ και την Πρόνοια. Κύρια αιτία γι’ αυτό είναι οι χαμηλές αμοιβές και οι δυσμενείς συνθήκες εργασίας.

Γιατροί και εργαζόμενοι στα νοσοκομεία ζητούν την άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου. Διεκδικούν επίσης, μεταξύ άλλων, προσλήψεις προσωπικού, αύξηση των μισθών, μονιμοποίηση των επικουρικών και συμβασιούχων και ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα (ΒΑΕ).

 

Πηγη: https://www.healthstat.gr

Κορωνοϊός: Το φθηνό φάρμακο που έδειξε ικανοποιητικά αποτελέσματα σε κλινική δοκιμή

Η νόσηση από κορωνοϊό μπορεί να αποβεί μοιραία για κάποια άτομα με υποκείμενα νοσήματα.

Μία «ασπίδα» για τους ασθενείς που νοσούν από κορωνοϊό και κινδυνεύουν να εμφανίσουν επιπλοκές λόγω υποκείμενων νοσημάτων φαίνεται ότι ανακάλυψαν επιστήμονες.

Πιο συγκεκριμένα, ένα ευρέως διαθέσιμο και οικονομικά προσιτό φάρμακο αποδείχθηκε αποτελεσματικό στη θεραπεία ασθενών με σοβαρή νόσηση από COVID-19, σύμφωνα με μια νέα διεθνή μελέτη με επικεφαλής ερευνητές του Εθνικού Πανεπιστημίου της Αυστραλίας (ANU) σε συνεργασία με το King’s College London.

Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από σχεδόν 500 ασθενείς που νοσηλεύονταν με COVID-19 σε έξι χώρες. Οι ασθενείς που εισέπνεαν ηπαρίνη είχαν τις μισές πιθανότητες να χρειαστούν αναπνευστική μηχανική υποστήριξη, ενώ είχαν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν τυπική φροντίδα.

Η ηπαρίνη, ένα φάρμακο που παραδοσιακά χορηγείται με ένεση για τη θεραπεία θρόμβων αίματος, δοκιμάστηκε σε αυτή τη μελέτη σε εισπνεόμενη μορφή, στοχεύοντας απευθείας στους πνεύμονες. Εκτός από το ότι δρα ως αντιπηκτικό, η ηπαρίνη έχει αντιφλεγμονώδεις και αντιιικές ιδιότητες.

Προηγούμενα ερευνητικά αποτελέσματα έδειξαν ότι τα επίπεδα αναπνοής και οξυγόνου βελτιώθηκαν σε ασθενείς με COVID-19 μετά την εισπνοή ηπαρίνης. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το φάρμακο θα μπορούσε επίσης να είναι χρήσιμο στην καταπολέμηση άλλων σοβαρών αναπνευστικών λοιμώξεων, όπως η πνευμονία.

Ο καθηγητής Clive Page, Ομότιμος Καθηγητής Φαρμακολογίας στο King’s College London, ο οποίος συν-ηγήθηκε της διεθνούς μελέτης με τον Καθηγητή Frank van Haren του ANU, δήλωσε: «Η εισπνεόμενη ηπαρίνη είναι αντιιική, αντιφλεγμονώδης και αντιπηκτική. Δεν υπάρχει άλλο φάρμακο που να έχει αυτόν τον μοναδικό συνδυασμό. Γνωρίζουμε ότι είναι μόνο θέμα χρόνου μέχρι την επόμενη πανδημία και εξακολουθούν να υπάρχουν ασθενείς με COVID-19 που αρρωσταίνουν πολύ. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό όπλο που πρέπει να έχουμε υπόψιν μας».

Αν και τα ευρήματα υπογραμμίζουν τις δυνατότητες της εισπνεόμενης ηπαρίνης, απαιτείται περαιτέρω ανάπτυξη πριν η θεραπεία υιοθετηθεί συστηματικά. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το φάρμακο θα μπορούσε επίσης να είναι χρήσιμο στην καταπολέμηση άλλων σοβαρών αναπνευστικών λοιμώξεων, όπως η πνευμονία, η οποία μπορεί να προκληθεί από μια σειρά ιών και βακτηρίων. Σύμφωνα με τον καθηγητή van Haren, το φάρμακο θα ήταν επίσης χρήσιμο για άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, όπως οι ασθενείς με καρκίνο, όταν εμφανίζουν αναπνευστική λοίμωξη.

Ο καθηγητής Frank van Haren, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και Διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο Νοσοκομείο St George στο Σίδνεϊ, τόνισε από την πλευρά του: «Δεν έχει σημασία τι είδους αναπνευστική λοίμωξη αντιμετωπίζει ο ασθενής, το φάρμακο — όταν εισπνέεται — θα αποτρέψει την μόλυνση και η βλάβη στους πνεύμονες. Στόχος μας είναι να διεξάγουμε μια ακόμη δοκιμή στην Ευρώπη για να επιβεβαιώσουμε την αποτελεσματικότητά του στην καταπολέμηση άλλων κοινών αναπνευστικών λοιμώξεων, όπως η γρίπη και ο RSV. Και επειδή είναι μία φθηνή επιλογή, είναι επίσης πολύ πιο προσιτό φάρμακο για όσους προέρχονται από χώρες χαμηλού εισοδήματος». Οι ερευνητές αναπτύσσουν επίσης μια βελτιωμένη σύνθεση ηπαρίνης, ειδικά σχεδιασμένη να χορηγείται ως εισπνεόμενο σκεύασμα.

 

 

Πηγη: https://www.healthstat.gr

COVID-19- Οι 7 στους 10 που την πέρασαν έχουν απώλεια όσφρησης χωρίς να το ξέρουν

Πόσο διαρκεί η μείωση της όσφρησης και γιατί προβληματίζει τους επιστήμονες. Τι λένε οι ερευνητές.

Η COVID-19 προκαλεί μείωση της όσφρησης πολύ συχνότερα απ’ ό,τι πίστευαν έως τώρα οι επιστήμονες. Επιπλέον, η μειωμένη όσφρηση μπορεί να επιμείνει επί χρόνια, ενώ πολύ συχνά δεν την αντιλαμβάνονται καν οι πάσχοντες.

Αυτά είναι τα κύρια ευρήματα μιας νέας μελέτης, στην οποία συμμετέχουν αρκετές εκατοντάδες ασθενείς που έχουν περάσει τη λοίμωξη.

Όπως γράφουν οι ερευνητές στην ιατρική επιθεώρηση JAMA Network Open, οι αλλαγές στην όσφρηση είναι συχνή εκδήλωση της COVID-19. Υπολογίζεται ότι  μερική ή πλήρη απώλειά της (υποσμία και ανοσμία, αντιστοίχως):

Είχε το 80% των ασθενών κατά την έναρξη της πανδημίας (αρχικός κορωνοϊός και στέλεχος Alpha)

Έχουν το 30% των ασθενών μετά από λοίμωξη με κάποιο από τα στελέχη Όμικρον που ακόμα και τώρα μας ταλαιπωρούν

Η μειωμένη όσφρηση (και γεύση) μπορεί να επιμείνει για μήνες και χρόνια. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες, από την ακούσια απώλεια βάρους έως την έκθεση σε κινδύνους αφού οι ασθενείς αδυνατούν π.χ. να αναγνωρίσουν τα χαλασμένα τρόφιμα ή μία φωτιά.

Στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες θέλησαν να εξακριβώσουν πόσο συχνή είναι πλέον η μακροχρόνια μείωση ή απώλεια της όσφρησης, δεδομένου ότι έχει περάσει μια πενταετία από τότε που μπήκε ο νέος κορωνοϊός SARS-CoV-2 στη ζωή μας.

Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικώς 3.525 εθελοντές. Οι 2.956 εξ αυτών είχαν περάσει την COVID-19. Οι υπόλοιποι 569 δεν είχαν νοσήσει ποτέ από τον κορωνοϊό. Από τους εθελοντές που είχαν περάσει την COVID, οι 1.393 ανέφεραν πως είχαν μειωμένη όσφρηση ή πλήρη απώλειά της.

Η μέση ηλικία των εθελοντών ήταν τα σχεδόν 48 έτη. Το 72% ήσαν γυναίκες. Οι ερευνητές τους υπέβαλλαν σε ειδική οσφρητική εξέταση, που συμπεριλάμβανε 40 διαφορετικές οσμές.

Τα ευρήματα

Όπως έδειξαν οι εξετάσεις, από τους 1.393 πρώην ασθενείς που ανέφεραν μειωμένη όσφρηση ή πλήρη απώλειά της, το σχεδόν 80% είχαν υποσμία. Από αυτούς, το 23% είχαν σοβαρή υποσμία ή ανοσμία.

Ωστόσο από τους 1.563 συμμετέχοντες που δεν ανέφεραν καμία αλλαγή στην όσφρησή τους από τότε που νόσησαν με κορωνοϊό, με μειωμένη όσφρηση διαγνώσθηκε το 66%! Μάλιστα το 8,2% είχαν σοβαρή υποσμία ή ακόμα και ανοσμία.

Με άλλα λόγια, σχεδόν επτά στους δέκα από τους ανθρώπους που είχε νοσήσει ο κορωνοϊός, αντιμετώπιζαν εν αγνοία τους πρόβλημα όσφρησης.

Επιπλέον, η μειωμένη αίσθηση της όσφρησης παρατηρήθηκε κατά μέσον όρο 1,8 χρόνια μετά την αρχική COVID-19.

Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές στο άρθρο τους, η απώλεια της όσφρησης δεν είναι αθώα κατάσταση. Εκτός από τους άμεσους κινδύνους (π.χ. να μην γίνει αντιληπτός ο καπνός μιας φωτιάς), σχετίζεται και με νευροεκφυλιστικές ασθένειες, όπως η νόσος Πάρκινσον και η νόσος Αλτσχάιμερ. Στην πραγματικότητα, οι νοητικές λειτουργίες είναι αλληλένδετες με τις οσφρητικές, γράφουν.

Επιπλέον, το οσφρητικό σύστημα συνδέεται στενά με περιοχές του εγκεφάλου που παίζουν ρόλο:

  • Στη μνήμη
  • Τα συναισθήματα
  • Τη λήψη αποφάσεων

Είναι, τέλος, πιθανό οι ιοί να φθάσουν απ’ ευθείας στον εγκέφαλο μέσω του επιθηλίου της μύτης. Εκεί μπορεί να προκαλέσουν φλεγμονή και μη φυσιολογική συσσώρευση πρωτεϊνών, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα.

Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν πως «ο έλεγχος της όσφρησης πρέπει να ενταχθεί στις εξετάσεις ρουτίνας μετά την COVID-19. Μπορεί οι ασθενείς να μην το αντιληφθούν αμέσως, αλλά η μειωμένη όσφρηση μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην νοητική και τη σωματική υγεία τους», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Dr. Leora Horwitz, καθηγήτρια Πληθυσμιακής Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

 

 

Πηγη: https://eportal.gr

Σημαντικό βήμα για τη βελτίωση της φροντίδας και της ποιότητας ζωής παιδιών και νέων με εμπειρία καρκίνου

Ο Σεπτέμβρης είναι μήνας αφιερωμένος στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση για τον καρκίνο στα παιδιά και τους εφήβους.


Καθιερώθηκε διεθνώς ως Χρυσός Σεπτέμβρης, με σκοπό την ενημέρωση της κοινωνίας για τις ανάγκες των παιδιών και εφήβων με εμπειρία καρκίνου για ποιοτική φροντίδα, πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες και για τη στήριξη των οικογενειών τους. Στο πλαίσιο του Χρυσού Σεπτέμβρη, η ομάδα εργασίας CAYAs της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου – ΕΛΛΟΚ παρουσιάζει ένα Κείμενο Θέσεων, το οποίο στοχεύει να αναδείξει τις ιδιαίτερες ιατρικές και κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες.

Στην Ελλάδα διαγιγνώσκονται ετησίως περίπου 300–350 νέα περιστατικά παιδιατρικού καρκίνου, με δείκτη επίπτωσης 14,1 ανά 100.000 παιδιά – ποσοστό που υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 13,7. Αν και η θνησιμότητα παραμένει σε παρόμοια επίπεδα με την υπόλοιπη Ευρώπη, εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές προκλήσεις τόσο στην οργάνωση της φροντίδας όσο και στη συστηματική στήριξη των ασθενών και των οικογενειών τους.

Το Κείμενο Θέσεων αποτελεί προϊόν συλλογικής εργασίας και είναι ένα σημαντικό βήμα προς μια διαφοροποιημένη, ολιστική προσέγγιση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις μοναδικές ανάγκες των παιδιών, των εφήβων και των νεαρών ενηλίκων, τόσο κατά τη διάρκεια της θεραπείας όσο και στη συνέχεια της ζωής τους.

Μεταξύ άλλων, η ομάδα CAYAs προτείνει:

  • Συμπερίληψη ειδικής ενότητας για τον καρκίνο σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς/νεαρές ενήλικες στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο
  • Ενίσχυση της καταγραφής και της επιδημιολογικής παρακολούθησης
  • Βελτίωση της φροντίδας και της ισότιμης πρόσβασης σε θεραπείες
  • Ενίσχυση της συνηγορίας και ενεργή συμμετοχή ασθενών και οικογενειών στη λήψη αποφάσεων
  • Ανάπτυξη δράσεων υποστήριξης για τους επιβιώσαντες

Η αναγνώριση του καρκίνου σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες ως ξεχωριστής και υψηλής προτεραιότητας πρόκλησης δημόσιας υγείας αποτελεί ζήτημα μεγάλης σημασίας. Η έλλειψη μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής οδηγεί σε άνισες ευκαιρίες πρόσβασης στη φροντίδα, καθυστερήσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία, χαμένες ευκαιρίες πρόληψης, αλλά και σε ουσιαστική επιβάρυνση της ποιότητας ζωής τόσο των ασθενών, όσο και των οικογενειών τους.

Η ενίσχυση της φροντίδας των παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων με καρκίνο αποτελεί συλλογική ευθύνη. Η Ελληνική Ομοσπονδία Καρκίνου, ως το δευτεροβάθμιο «Όργανο των Συλλόγων Ασθενών με καρκίνο στη χώρα μας» και όντας πλέον ο «Εθνικός Κόμβος της Αποστολής για τον Καρκίνο (National Cancer Mission Hub)», απευθύνει πρόσκληση σε δράση προς την Πολιτεία, την επιστημονική κοινότητα, τις οργανώσεις των ασθενών & γονέων παιδιών με καρκίνο και κάθε εμπλεκόμενο φορέα, να ενώσουν τις δυνάμεις για να γίνει πραγματικότητα ένα κοινό όραμα: όλα τα παιδιά, οι έφηβοι και οι νέοι που διαγιγνώσκονται με καρκίνο να έχουν ισότιμη πρόσβαση σε θεραπεία, βέλτιστη φροντίδα και υψηλής ποιότητας ζωή σε βάθος χρόνου μετά τη θεραπεία τους.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο θέσεων εδώ.

 

 

 

Πηγη: https://allabouthealth.gr/

ΥΠ.ΥΓΕΙΑΣ ΓΠ/31616/2025 (ΦΕΚ 5079 Β/25-09-2025) Τροποποίηση της υπό στοιχεία Γ3γ/Γ.Π. 58976/ 2.8.2017 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, «Κλιμακωτό ποσοστό εκπτώσεων (rebate) επί των μηνιαίων μη εκκαθαρισμένων υποβαλλόμενων δαπανών των οριζομένων στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ν. 4172/2013» (Β’ 2746) όπως έχει τροποποιηθεί με την υπό στοιχεία ΕΑΛΕ/Γ.Π. οικ. 65432/14.10.2020 απόφαση του Υπουργού Υγείας «Τροποποίηση της υπό στοιχεία Γ3γ/Γ.Π. 58976/2.2.2017 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, «Κλιμακωτό ποσοστό εκπτώσεων (rebate) επί των μηνιαίων μη εκκαθαρισμένων υποβαλλόμενων δαπανών των οριζομένων στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ν. 4172/2013» (Β’ 2746).» (Β’ 4583).

5079b-25 ΦΕΚ

 

 

..

Υπ. Υγείας: Νέοι οργανισμοί λειτουργίας στα νοσοκομεία – Νέα εποχή για το ΕΣΥ

Σε μία ακόμα μεταρρύθμιση προχωρά από σήμερα το Υπουργείο Υγείας. Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση, πρόκειται για την κατάρτιση νέων οργανισμών λειτουργίας για όλα τα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Πρόκειται για μια αλλαγή που μπαίνει σε εφαρμογή μετά από δεκαετίες συζητήσεων και η οποία θα θέσει τα θεμέλια ενός πιο σύγχρονου και αποτελεσματικού ΕΣΥ.

Οι οργανισμοί των νοσοκομείων καθορίζουν τη διοικητική τους διάρθρωση, τις οργανικές μονάδες, τις θέσεις προσωπικού και τον τρόπο λειτουργίας τους εν γένει, αποτελώντας το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να παρέχουν ολοκληρωμένη υγειονομική περίθαλψη στους πολίτες. Σημειώνεται πως το σύνολο των υφιστάμενων οργανισμών τον νοσοκομείων αποτελεί προϊόν των ασφυκτικών δημοσιονομικών απαιτήσεων και περιορισμών της προηγούμενης δεκαετίας, την περίοδο 2012-2013. Έκτοτε έχουν προκύψει σημαντικές αλλαγές, όπως η ψυχιατρική μεταρρύθμιση, νέες ειδικότητες προσωπικού, η σύσταση Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου και άλλες κρίσιμες παρεμβάσεις.

Με σαφές χρονοδιάγραμμα, έως τις 30 Νοεμβρίου 2025, οι διοικήσεις των νοσοκομείων καλούνται να υποβάλουν τις προτάσεις τους για τους νέους οργανισμούς, με πλήρη τεκμηρίωση και λαμβάνοντας υπόψη το δημοσιονομικό πλαίσιο.

Με την πρωτοβουλία αυτή, το ΕΣΥ αποκτά για πρώτη φορά οργανισμούς εναρμονισμένους με την πραγματικότητα, προσαρμοσμένους στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και των ασθενών. Το Υπουργείο Υγείας δημιουργεί ένα πιο λειτουργικό και ανθρώπινο πλαίσιο λειτουργίας για τα νοσοκομεία, που ενισχύει την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και βελτιώνει την καθημερινότητα του πολίτη.

Ο Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης δήλωσε: «Μετά από δεκαετίες συζητήσεων, το ΕΣΥ αποκτά πλέον ένα σύγχρονο και ολοκληρωμένο πλαίσιο οργάνωσης, που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και των ασθενών. Οι νέοι οργανισμοί θα περιλαμβάνουν κρίσιμες αλλαγές, καλύπτοντας κενά που μέχρι σήμερα προκαλούσαν δυσλειτουργίες. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πιο λειτουργικού και ανθρώπινου ΕΣΥ, που θα προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες υγείας σε όλους. Με αυτή την πρωτοβουλία, το Υπουργείο Υγείας δίνει νέα δυναμική στα δημόσια νοσοκομεία, βελτιώνοντας ουσιαστικά την καθημερινότητα του πολίτη».

Ο Υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους δήλωσε: «Η μεταρρύθμιση των οργανισμών των νοσοκομείων δεν είναι απλώς μια διοικητική αλλαγή. Σηματοδοτεί την εξέλιξη, τον συγχρονισμό και τον νέο τρόπο λειτουργίας του ΕΣΥ. Ένα τολμηρό βήμα, με πολλές ωφέλειες στην καθημερινότητα των ασθενών, που γίνεται για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες συζητήσεων. Επειδή αδιαπραγμάτευτος στόχος μας είναι ένας: Η ενίσχυση και ο εκσυγχρονισμός του ΕΣΥ. Με ρεαλιστικό σχέδιο και όραμα που αποτυπώνεται στην πράξη. Για να έχουμε νοσοκομεία που υπηρετούν τον πολίτη, με δομές που στηρίζουν το προσωπικό και με υπηρεσίες που σέβονται τον ασθενή. Το ΕΣΥ μπαίνει σε μια νέα εποχή».

 

 

 

Πηγη: https://www.insider.gr/

Η ινσουλινοαντίσταση συνδέεται με διαβήτη τύπου 2, καρδιοπάθειες και εγκεφαλικά

Όλοι έχουμε ακούσει ή έχουμε διαβάσει, έστω και σε πηχυαίους τίτλους την αντίσταση στην ινσουλίνη, αλλά λίγοι γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι. Η ομότιμη καθηγήτρια Παθολογίας Μεταβολικών Νοσημάτων του ΕΚΠΑ και καθηγήτρια Παθολογίας Μεταβολικών Νοσημάτων στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου Ερυφίλη Χατζηαγγελάκη εξηγεί στο Πρακτορείο FM και στην Τάνια Μαντουβάλου με απλά λόγια τι ακριβώς είναι η ινσουλινοαντίσταση, πώς την εντοπίζουμε και πώς την αντιμετωπίζουμε. «Η αντίσταση στην ινσουλίνη, ή ινσουλινοαντίσταση είναι μια κατάσταση κατά την οποία τα μυϊκά, λιπώδη και ηπατικά κύτταρα του σώματός μας δεν ανταποκρίνονται σωστά στη δράση της ινσουλίνης, η οποία είναι η ορμόνη που βοηθά τη μεταφορά της γλυκόζης από το αίμα στα κύτταρα του οργανισμού, προκειμένου να έχουμε ενέργεια.

Η ανεπαρκής μεταφορά της γλυκόζης στα κύτταρα μπορεί να προκαλέσει ένα αίσθημα κόπωσης, χωρίς απαραίτητα κάποιος να έχει κοπιαστική και πολυάσχολη καθημερινότητα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η ινσουλινοαντίσταση οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή ινσουλίνης και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποθήκευση μεγαλύτερης ποσότητας λίπους, ειδικά γύρω από την μέση, από ό,τι σε κανονικές συνθήκες και συνέπεια όλης αυτής της κατάστασης είναι η αύξηση του σωματικού βάρους.

Η αυξημένη περίμετρος μέσης είναι συχνά ενδεικτική της ύπαρξης αντίστασης στην ινσουλίνη. Επιπλέον, πόνοι στους μύες και στις αρθρώσεις, εναλλαγές στη διάθεση, διαταραχές στη λειτουργία του γαστρεντερικού και δερματικές αλλοιώσεις π.χ. σκουρόχρωμες περιοχές στον λαιμό, στις μασχάλες και στους βουβώνες, συνδέονται άμεσα με την αντίσταση στην ινσουλίνη, η οποία μπορεί επίσης να επηρεάσει την παραγωγή ορμονών και να προκαλέσει ακμή και αύξηση της τριχοφυΐας στο πρόσωπο και το σώμα». Αν κάποιος έχει αυτά τα συμπτώματα θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό και να κάνει ειδικές εξετάσεις, που είναι η καμπύλη γλυκόζης, αναφέρει η κ. Χατζηαγγελάκη και τονίζει ότι το πρόβλημα εάν εντοπιστεί θα πρέπει οπωσδήποτε να αντιμετωπιστεί.

Πρόληψη με υγιεινή διατροφή και άσκηση

«Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι μια σοβαρή μεταβολική διαταραχή και αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, όπως διαβήτης τύπου 2, καρδιακές παθήσεις και εγκεφαλικό επεισόδιο και να θέσει την υγεία μας σε κίνδυνο. Είναι σημαντικό λοιπόν τα άτομα που παρουσιάζουν αντίσταση στην ινσουλίνη να προχωρήσουν αρχικά σε γενικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους. Μια υγιεινή διατροφή σε συνδυασμό με τακτική άσκηση είναι απαραίτητα για την πρόληψη και τη διαχείριση της κατάστασης.

Όσον αφορά τη διατροφή προτείνεται αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών (προτιμούμε ολόκληρα φρούτα σε σύγκριση με τους χυμούς), κατανάλωση πρωτεϊνών για διατήρηση της μυϊκής μάζας, κατανάλωση υγιών λιπών, φυσικά ενυδάτωση, μικρά και συχνά γεύματα για να διατηρούμε σταθερά τα επίπεδα της γλυκόζης, και αποφυγή επεξεργασμένων τροφίμων. Ας θυμόμαστε πως κάθε βήμα προς μια υγιεινή διατροφή σε συνδυασμό με την άσκηση (ακόμα και 10 λεπτά περπάτημα μπορούν να βελτιώσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη) και τη διαχείριση του στρες (το στρες επηρεάζει την αντίσταση στην ινσουλίνη) είναι και ένα βήμα προς μια καλύτερη ποιότητα ζωής».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

 

Πηγη: https://www.insider.gr/

C.auris, ο πιο επικίνδυνος μύκητας στα νοσοκομεία – Ο Έλληνας λοιμωξιολόγος του ECDC που προσπαθεί να τον περιορίσει

Η επέλαση του μύκητα C.auris είναι ταχεία στην Ελλάδα και σε άλλες 3 ευρωπαϊκές χώρες – Έχουν περιγραφεί επιδημίες σε νοσοκομεία που ξεκίνησαν από αποικισμένο με C.auris θερμόμετρο, λέει  ο Δρ Πλαχούρας

 

Στη δύσκολη μάχη των ελληνικών νοσοκομείων ενάντια στα ανθεκτικά μικρόβια και στις σοβαρές, συχνά θανατηφόρες λοιμώξεις που προκαλούν, ένας ακόμη «εχθρός» μπήκε στο πεδίο, απειλώντας όσους νοσηλεύονται: ο μύκητας Candidozyma auris (πρώην Candida auris).

Η επέλασή του είναι γοργή φέρνοντας την Ελλάδα στη 2η θέση σε κρούσματα ασθενών πανευρωπαϊκά και κινητοποιώντας τις επιστημονικές και υγειονομικές αρχές. Μάλιστα, από μια ειρωνεία της τύχης η πορεία του μύκητα Candidozyma auris (C. auris) αποτυπώθηκε στην τελευταία δραματική έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (European Centre for Disease Prevention and Control, ECDC) από τον Έλληνα αναπληρωτή Διευθυντή του Τμήματος Μικροβιακής Αντοχής και Νοσοκομειακών Λοιμώξεων, Δρα Διαμαντή Πλαχούρα.

Ο απολογισμός για το διάστημα 2013 – 2023 περιλαμβάνει περισσότερα από 4.000 περιστατικά λοίμωξης λόγω του μύκητα, με δραστική αύξηση το 2023 που δηλώθηκαν 1.346 νέα περιστατικά από 18 χώρες. Ωστόσο, πέντε χώρες (Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ρουμανία, Γερμανία,) συγκεντρώνουν τα περισσότερα κρούσματα μέσα στη δεκαετία. Πρόσφατες επιδημίες έχουν αναφερθεί στην Κύπρο, τη Γαλλία και τη Γερμανία, ενώ σε Ελλάδα, Ιταλία, Ρουμανία και Ισπανία οι αρμόδιες αρχές δηλώνουν ότι δεν μπορούν πλέον να διακρίνουν συγκεκριμένες εστίες λόγω της εκτεταμένης περιφερειακής ή εθνικής διασποράς.

«Από το 2014 παρατηρήθηκαν οι πρώτες νοσοκομειακές επιδημίες στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα κατά την πανδημία κορωνοϊού, παρατηρήθηκε μεγάλη εξάπλωση σε συγκεκριμένες χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ρουμανία. Σε αυτές η εξάπλωση θεωρείται ενδημική, δηλαδή υπάρχει συνεχής διασπορά στα νοσοκομεία, καθιστώντας δύσκολο τον εντοπισμό μεμονωμένων νοσοκομειακών επιδημιών» λέει μιλώντας στο ΘΕΜΑ, ο Δρ Πλαχούρας.

Ο Έλληνας λοιμωξιολόγος – και πρώην επίκουρος καθηγητής Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών – βρίσκεται στο ECDC από το 2012. Το επιστημονικό ενδιαφέρον του για το δύσκολο πεδίο των ανθεκτικών παθογόνων αλλά και η πεποίθησή του πως μόνο η συνεργασία σε επίπεδο ακαδημαϊκό, υγειονομικό, ρυθμιστικό μπορεί να δώσει λύσεις και απαντήσεις στο μείζον θέμα της μικροβιακής αντοχής, τον οδήγησαν, από το νοσοκομείο Αττικόν όπου εργαζόταν, στον σημαντικότερο ευρωπαϊκό φορέα δημόσιας υγείας.

«Για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε ότι ο μύκητας C. auris προκαλεί λοίμωξη στον άνθρωπο το 2009. Θεωρείται ότι η κλιματική αλλαγή συνέβαλε στην εμφάνισή του, καθώς είναι ένα παθογόνο που μπορεί να επιβιώσει σε υψηλότερες θερμοκρασίες, τόσο στον ανθρώπινο οργανισμό όσο και στο περιβάλλον» σημειώνει.

Χρειάστηκε μια δεκαετία για να «εισβάλλει» ο μύκητας και σε ελληνικό νοσοκομείο, καθώς «καταγράφηκε στην Ελλάδα το 2019 πρώτη φορά, με την περίοδο της πανδημίας όμως να εκτοξεύονται τα περιστατικά». Κατά την τελευταία δεκαετία η χώρα μας κατέγραψε 852 περιστατικά, λίγα λιγότερα από εκείνα της Ισπανίας, που έχει την αρνητική πρωτιά στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με το ECDC, αν και ο αριθμός των λοιμώξεων από C.auris αυξάνεται σαφώς, εφόσον δεν υπάρχει συστηματική επιτήρηση και υποχρεωτική αναφορά, η πραγματική έκταση του προβλήματος πιθανόν υποεκτιμάται.

Εύκολος στόχος οι βαριά πάσχοντες

«Ο μύκητας προσβάλλει κυρίως βαριά πάσχοντες ασθενείς (νοσηλευόμενους σε ΜΕΘ, μετά από μεγάλες επεμβάσεις, με επεμβατικές συσκευές όπως καθετήρες, τραχειοστομία κα.). Προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις του αίματος με υψηλή θνητότητα (πάνω από 50%), αν και οι ασθενείς αυτοί είναι ήδη πολύ επιβαρυμένοι και με δύσκολη πρόγνωση. Και όπως συμβαίνει με πολλά παθογόνα ο μύκητας είναι ανθεκτικός στα αντιμυκητιασικά φάρμακα πρώτης γραμμής» εξηγεί ο Δρ Πλαχούρας τη συμπεριφορά του μύκητα.

Εξίσου μεγάλο πρόβλημα αποτελεί, όπως προσθέτει, ότι «πρώτα αποικίζει τον ασθενή, που σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να είναι φορέας του μύκητα C.auris χωρίς να έχει συμπτώματα. Και σε αυτήν την περίπτωση μεταδίδεται εύκολα μέσω του περιβάλλοντος σε άλλους ασθενείς. Επιβιώνει πχ στο κομοδίνο που είναι δίπλα στο νοσοκομειακό κρεβάτι ή στα κάγκελα του κρεβατιού και από εκεί μπορεί να μεταδίδεται σε άλλους ασθενείς. Αλλά και σε ιατρικό εξοπλισμό που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες υγείας, όπως πχ στα πιεσόμετρα και τα θερμόμετρα, από τα οποία είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί. Έχουν περιγραφεί επιδημίες σε νοσοκομεία που βρέθηκε ότι ξεκίνησαν από αποικισμένο με C.auris θερμόμετρο».

Ο αναπληρωτής Διευθυντής του Τμήματος Μικροβιακής Αντοχής και Νοσοκομειακών Λοιμώξεων του ECDC λέει χαρακτηριστικά πως «για την επιστημονική κοινότητα είναι πρωτοφανής η συμπεριφορά του συγκεκριμένου μύκητα σε σύγκριση με όσα γνωρίζει για τη συμπεριφορά μυκήτων της ίδιας οικογένειας. Η επιβίωση στο περιβάλλον και η μακροχρόνια φορεία είναι συμπεριφορές ασυνήθιστες για μύκητες της οικογένειας Candida καθιστώντας τον C. auris ιδιαίτερα ικανό να μεταδίδεται στο νοσοκομειακό περιβάλλον».

Υπάρχει, ωστόσο, ένα θετικό – τηρουμένων των αναλογιών- στοιχείο σε ό,τι αφορά τον νέο «εχθρό». Δεν προσβάλλει τον υγιή πληθυσμό και δεν υπάρχουν ενδείξεις στην εξέλιξή του τα τελευταία 14 χρόνια ότι μπορεί να το κάνει.

Τα κλειδιά για την αντιμετώπιση

Το ECDC αξιολογεί πλέον τακτικά την επιδημιολογική κατάσταση, την εργαστηριακή ικανότητα και την ετοιμότητα για την C. auris. Στόχος είναι να υποστηρίξει τα κράτη μέλη στη βελτίωση της ετοιμότητας και της ικανότητας έγκαιρης ανταπόκρισης, ώστε να προληφθούν ή να περιοριστούν επιδημίες C. auris και να αποφευχθεί περαιτέρω μετάδοση. Το γεγονός ότι η καταγραφή των περιστατικών λοίμωξης λόγω μύκητα C. Auris δεν είναι υποχρεωτική για όλες τις χώρες, με την Ελλάδα να υπάγεται στο ίδιο προαιρετικό καθεστώς, δεν συμβάλλει στη συνολική και βέλτιστη διαχείριση του προβλήματος.

«Η έγκαιρη ανίχνευση και ο ταχύς, συντονισμένος έλεγχος των λοιμώξεων μπορούν πάντα να αποτρέψουν την περαιτέρω μετάδοση» λέει ο Δρ Πλαχούρας. Σε κάθε περίπτωση, η καθαριότητα και η απολύμανση του εξοπλισμού αποτελούν κινήσεις – κλειδιά για τον έλεγχο της εξάπλωσης του μύκητα. Σημαντική είναι επίσης η καταγραφή της φορείας στο ιατρικό αρχείο του ασθενούς για τη λήψη μέτρων απομόνωσης και περιορισμού της μετάδοσης.

Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση με τον Έλληνα αξιωματούχο του ECDC – σημειωτέον έγινε στο περιθώριο της συμμετοχής του στο πρόσφατο Διεθνές Συνέδριο Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμώξεων στη Γενεύη-  δεν θα μπορούσε να λείψει η αναφορά στο μείζον ζήτημα της μικροβιακής αντοχής και στις επιδόσεις της χώρας μας.

«Η Ελλάδα έχει εξαιρετικό δυναμικό, γιατρούς και νοσηλευτές και επαγγελματίες υγείας που πραγματικά προσφέρουν ό,τι περισσότερο μπορούν. Είναι συστημικοί οι λόγοι που συμβάλλουν στο μέγεθος του μείζονος προβλήματος της μικροβιακής αντοχής, κάτι που καταγράφεται και στην έκθεση της τελευταίας επίσκεψης που κάναμε το 2024. Τα προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν από τη μία μέρα στην άλλη, γίνονται όμως σωστά βήματα» αναφέρει ο Έλληνας ειδικός, προσθέτοντας πώς δύο μέτρα έχει αποδειχθεί ότι δίνουν λύση: η υγιεινή των χεριών του υγειονομικού προσωπικού και η ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών.

Μάλιστα, παραλληλίζει τη μικροβιακή αντοχή με την κλιματική αλλαγή: «κάθε μικρή μας επιλογή φαίνεται ασήμαντη, αλλά όταν όλοι μαζί συμπεριφερόμαστε με τον ίδιο τρόπο, οι συνέπειες μας επηρεάζουν όλους. Πχ το να πάρει κάποιος το αυτοκίνητό του για μια μικρή διαδρομή φαίνεται ασήμαντο, αλλά όταν όλοι μαζί υιοθετούμε τέτοιες συμπεριφορές, το αποτέλεσμα φαίνεται στο περιβάλλον. Το ίδιο ισχύει και για τα αντιβιοτικά: όταν ο καθένας μας παίρνει ένα αντιβιοτικό χωρίς λόγο, φαίνεται κάτι μικρό. Όμως, όταν αυτό συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα, οι συνέπειες μας αφορούν όλους, η αντίσταση στα αντιβιοτικά είναι επίπτωση για όλους. Η απάντηση, λοιπόν, έρχεται μέσα από τη στάση και τη συμπεριφορά του καθενός ξεχωριστά».

Τα ανησυχητικά δεδομένα

  • 1.346 περιστατικά λοίμωξης με C. auris καταγράφηκαν σε 18 ευρωπαϊκές χώρες μόνο το 2023
  • 4.000 περιστατικά και πλέον έχουν καταγραφεί σε διάστημα δεκαετίας
  • 5 χώρες είναι αυτές με τα περισσότερα καταγεγραμμένα κρούσματα στην Ευρώπη, ανάμεσα στις οποίες 2η η Ελλάδα
  • 852 κρούσματα λοίμωξης με C. auris καταγράφηκαν τη δεκαετία 2013-2023 στην Ελλάδα
  • 15 χώρες στην Ευρώπη μόνο έχουν αναπτύξει ειδικές εθνικές οδηγίες για την πρόληψη λοιμώξεων στα νοσοκομεία.

 

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/