Ροή

26 Σεπτεμβρίου – Παγκόσμια Ημέρα Μεσοθηλιώματος: Κρίσιμη η αποφυγή έκθεσης στον αμίαντο

Η Παγκόσμια Ημέρα Μεσοθηλιώματος, που τιμάται κάθε χρόνο στις 26 Σεπτεμβρίου, μας υπενθυμίζει την ανάγκη για ενημέρωση και ευαισθητοποίηση γύρω από μια σπάνια αλλά ιδιαίτερα σοβαρή μορφή καρκίνου.

Το μεσοθηλίωμα είναι ένας καρκίνος που αναπτύσσεται στο λεπτό περίβλημα που καλύπτει τα όργανα του θώρακα και της κοιλιάς. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οφείλεται στην εισπνοή ινών αμιάντου, ενός υλικού που χρησιμοποιήθηκε σε οικοδομές, στην ναυτιλία και πολλές βιομηχανίες λόγω της αντοχής του στη θερμότητα και τη φωτιά.

Παρά τη σπανιότητα του, είναι ο δεύτερος σε συχνότητα καρκίνος που οφείλεται σε επαγγελματική έκθεση στην Ευρώπη. Η ασθένεια εμφανίζεται συνήθως πολλά χρόνια μετά την επαγγελματική ή περιβαλλοντική έκθεση σε αμίαντο, συχνά 20–50 χρόνια αργότερα. Αυτό καθιστά δύσκολη την έγκαιρη διάγνωση ακόμα και επί γνωστής έκθεσης. Τα πιο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν δύσπνοια ή/και πόνο στο στήθος που συνοδεύονται συνήθως από παθολογική συλλογή υγρού στη θωρακική κοιλότητα. 

Η πρόληψη μέσω αποφυγής της έκθεσης στον αμίαντο αποτελεί το σημαντικότερο μέτρο προστασίας από τη νόσο. Από την 1η Ιανουαρίου 2005 απαγορεύτηκε στις χώρες της ΕΕ η παραγωγή, διάθεση και χρήση όλων των μορφών αμιάντου. Ωστόσο, η χρήση του συνεχίζεται σε άλλες αναπτυσσόμενες πολυπληθείς χώρες.

Στη χώρα μας, πλέον, η έκθεση σε αμίαντο μπορεί να συμβεί κυρίως σε εργαζόμενους στην οικοδομή, κατά την κατεδάφιση ή επισκευή παλαιών κτιρίων, διάλυση πολύ παλαιών πλοίων, εγκαταστάσεων ή υποδομών (πχ σωλήνες ύδρευσης) που περιέχουν αμίαντο. Για τον λόγο αυτό, η πιθανότητα παρουσίας αμιάντου πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν όταν προγραμματίζονται τέτοιες εργασίες και να τηρούνται οι κανονισμοί που προβλέπουν μέτρα υψηλής προστασίας κατά την αφαίρεση και απομάκρυνση υλικών που περιέχουν αμίαντο

Σήμερα, η ιατρική έρευνα προχωρά με νέες θεραπείες και συνδυασμούς φαρμάκων, που στοχεύουν να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής και την επιβίωση των ασθενών. Παράλληλα, οι οργανώσεις ασθενών σε όλο τον κόσμο αγωνίζονται για καλύτερη πρόσβαση στη φροντίδα, ανάπτυξη νέων θεραπειών και για αυστηρότερους κανονισμούς που περιορίζουν την έκθεση στον αμίαντο. Επιπλέον, σε αρκετές χώρες, ασθενείς με μεσοθηλίωμα έχουν λάβει αποζημιώσεις λόγω επαγγελματικής έκθεσης.

Η ημέρα αυτή δεν είναι απλώς μια υπενθύμιση για μια δύσκολη ασθένεια· είναι και μια ευκαιρία να σταθούμε δίπλα σε όσους νοσούν, να στηρίξουμε τις οικογένειές τους και να απαιτήσουμε ένα ασφαλέστερο περιβάλλον για όλους. Η γνώση και η πρόληψη σώζουν ζωές.

Ομάδα Εργασίας «Νοσήματα Υπεζωκότα»

Υπεύθυνοι: Καλομενίδης Ιωάννης – Σκούρας Βασίλειος

Early Career Member: Παππάς Απόστολος,

Συντονιστής: Μόσχος Χ.

 

 

Πηγη: https://www.healthupdate.gr/

Μακροζωία: Επιστήμονες μελέτησαν το DNA μιας 117χρονης – Τι ανακάλυψαν

Ποιοι είναι οι παράγοντες που οδηγούν σε μακροζωία.

Η Ισπανίδα Maria Branyas πέθανε το καλοκαίρι του 2024 σε ηλικία 117 ετών. Ήταν μία από τους γηραιότερους ανθρώπους παγκοσμίως. Επιστήμονες στην Ισπανία θέλησαν να μελετήσουν την περίπτωσή της και να εντοπίσουν τι ήταν αυτό που της χάρισε μακροζωία.

Μετά από ενδελεχείς αναλύσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ένας από τους λόγους που η Maria Branyas έζησε μέχρι τα 117 ήταν ότι διέθετε ένα εξαιρετικά νεαρό γονιδίωμα. Ορισμένες σπάνιες γενετικές παραλλαγές, που εντοπίστηκαν στο DNA της συνδέονται με τη μακροζωία, την ανοσολογική λειτουργία, την υγιή καρδιά και τον εγκέφαλο.

Οι επιστήμονες στην Ισπανία χρησιμοποιούν τώρα αυτά τα ευρήματα για να δώσουν μια νέα ματιά στη βιολογία της γήρανσης του ανθρώπου, προτείνοντας βιοδείκτες για υγιή γήρανση και πιθανές στρατηγικές για την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Τα συμπεράσματά τους δημοσιεύονται στο Cell Reports Medicine.

Τα αποτελέσματα βασίζονται σε δείγματα αίματος, σάλιου, ούρων και κοπράνων, τα οποία η Branyas προσέφερε εθελοντικά πριν από τον θάνατό της το 2024, όταν ήταν ο γηραιότερος εν ζωή άνθρωπος στον κόσμο.

Σύμφωνα με μια ερευνητική ομάδα με επικεφαλής επιστήμονες στο Ινστιτούτο Έρευνας Λευχαιμίας Josep Carreras στη Βαρκελώνη, η Branyas είχε κύτταρα που «ένιωθαν» ή «συμπεριφέρονταν» σαν να ήταν πολύ νεότερα από τη χρονολογική της ηλικία. Ξεπέρασε το μέσο προσδόκιμο ζωής των γυναικών στην πατρίδα της, την Καταλονία, κατά περισσότερα από 30 χρόνια.

Παρά τα πολλά της χρόνια, η Branyas είχε γενικά καλή υγεία, εξαιρετική καρδιαγγειακή υγεία και πολύ χαμηλά επίπεδα φλεγμονής. Επίσης, σύμφωνα με τους επιστήμονες το ανοσοποιητικό της σύστημα και το μικροβίωμα του εντέρου της είχαν δείκτες που ταίριαζαν με πολύ νεότερες ομάδες.

Παράλληλα, είχε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα «κακής» χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων, και πολύ υψηλά επίπεδα «καλής» χοληστερόλης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν να εξηγήσουν την εξαιρετική υγεία και την εντυπωσιακή μακροζωία της.

Η Branyas έζησε μια ψυχικά, κοινωνικά και σωματικά ενεργή ζωή, αλλά ήταν επίσης τυχερή όσον αφορά το γενετικό της κώδικα. Αν και η κατανάλωση μεσογειακής διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε γιαούρτι μπορεί να έπαιξε ρόλο στη μακρά ζωή της, η εντυπωσιακή μακροζωία πιθανότατα επηρεάστηκε από ένα ευρύ φάσμα γενετικών και περιβαλλοντικών μεταβλητών. Είναι ενδιαφέρον ότι οι επιστήμονες παρατήρησαν μια «τεράστια διάβρωση» στα τελομερή της Branyas.

Τα τελομερή προστατεύουν το γενετικό μας υλικό. Τα μικρότερα συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου. Πρόσφατες μελέτες, ωστόσο, υποδηλώνουν ότι, τα τελομερή δεν αποτελούν στην πραγματικότητα έναν χρήσιμο βιοδείκτη γήρανσης. Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη πολύ μικρών τελομερών μπορεί να παρείχε στην Branyas ένα πλεονέκτημα.

Υποθετικά μιλώντας, γράφουν οι συγγραφείς, η σύντομη διάρκεια ζωής των κυττάρων του σώματός της μπορεί να εμπόδισε τον καρκίνο από τον πολλαπλασιασμό. «Η εικόνα που προκύπτει από τη μελέτη μας, δείχνει ότι η εξαιρετικά προχωρημένη ηλικία και η κακή υγεία δεν συνδέονται εγγενώς», γράφουν οι ερευνητές, με επικεφαλής τους επιγενετιστές Eloy Santos-Pujol και Aleix Noguera-Castells.

Η έρευνα σε ένα μόνο άτομο, ειδικά σε μία τόσο αξιοσημείωτη περίπτωση όσο αυτή της Branyas, είναι περιορισμένη και δεν μπορεί να γενικευθεί. Οι Santos και Noguera-Castells και οι συνάδελφοί τους στην Ισπανία αναγνωρίζουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες ομάδες ατόμων για μελέτη ώστε να εξάγουν ασφαλή συμπεράσματα.

 

 

Πηγη: https://www.healthstat.gr/

NHS: Ριζική αλλαγή για τους γενικούς γιατρούς

Τι είναι η οδηγία «Jess’s Rule» που ανακοίνωσε το NHS.

Μια νέα οδηγία ανακοίνωσε το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Αγγλίας (NHS), καλώντας τους γιατρούς να είναι πολύ προσεκτικοί εάν δουν έναν ασθενή 3 φορές, χωρίς να καταλήξουν σε διάγνωση ή εάν τα συμπτώματα του συνεχίζουν να χειροτερεύουν, σύμφωνα με το BBC.

Η νέα πρωτοβουλία του NHS, που ονομάζεται Jess’s Rule, πήρε το όνομά της από την Jessica Brady, η οποία μέσα στο καλοκαίρι του 2020 επικοινώνησε περισσότερες από 20 φορές με τον γιατρό της επειδή δεν ένιωθε καλά.

Οι γιατροί της είπαν ότι τα συμπτώματά της σχετίζονταν με long Covid και ότι ήταν «πολύ νέα για καρκίνο». Λίγους μήνες αργότερα, σε ηλικία 27 ετών, πέθανε από καρκίνο στο τέταρτο στάδιο.

Ο Βρετανός υπουργός Υγείας, Wes Streeting, χαρακτήρισε τον θάνατό της «προλαμβανόμενη και περιττή τραγωδία» και τόνισε ότι το Jess’s Rule θα ενισχύσει την ασφάλεια των ασθενών, βοηθώντας τους γιατρούς να «εντοπίζουν εγκαίρως πιθανώς θανατηφόρες ασθένειες».

Η ιστορία της Jess

Η Jessica Brady, από το Stevenage, εργαζόταν ως μηχανικός στην Airbus, στον σχεδιασμό δορυφόρων. Η μητέρα της, Andrea, είπε στο Radio 4 ότι η Jess ήταν απολύτως υγιής όταν ξέσπασε η πανδημία.

Τον Ιούλιο του 2020 άρχισε να μην αισθάνεται καλά και μέσα στους επόμενους πέντε μήνες απευθύνθηκε επανειλημμένα στο ιατρείο της. Με τον καιρό τα συμπτώματά της έγιναν «όλο και πιο εξουθενωτικά».

«Είχε χάσει πολύ βάρος χωρίς να το επιδιώξει, είχε νυχτερινές εφιδρώσεις, χρόνια κόπωση, επίμονο βήχα και πολύ διογκωμένους λεμφαδένες. Όμως λόγω της ηλικίας της θεωρήθηκε ότι δεν είχε κάτι σοβαρό», είπε η μητέρα της.

Η Jess είχε δει έξι διαφορετικούς γιατρούς στο ιατρείο και τρεις φορές δια ζώσης οικογενειακό γιατρό, αλλά δεν έγινε ποτέ παραπομπή σε ειδικό.

«Το σώμα της κατέρρεε», λέει η Andrea. «Ήταν δύσκολο για τη Jess να επιμείνει για τον εαυτό της. Έλεγε ‘Ποιο το νόημα; Δεν θα αλλάξει τίποτα’».

Όταν η οικογένεια αποφάσισε να κανονίσει ιδιωτικό ραντεβού, η Jess παραπέμφθηκε σε ειδικό, αλλά ήταν πια αργά. Τον Νοέμβριο διαγνώστηκε με αδενοκαρκίνωμα σε τελικό στάδιο και πέθανε τρεις εβδομάδες αργότερα, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα.

Η οικογένεια ελπίζει ότι το Jess’s Rule θα ευαισθητοποιήσει τους γιατρούς ώστε να δρουν γρήγορα όταν ένας ασθενής επιδεινώνεται σταδιακά.

«Ήθελε να κάνει τη διαφορά. Η Jess ήξερε ότι η καθυστερημένη διάγνωση σήμαινε ότι δεν είχε πια θεραπευτικές επιλογές. Δεν ήθελε να συμβεί το ίδιο σε άλλους», είπε η μητέρα της.

Το Jess’s Rule δεν είναι νόμος, αλλά μια ισχυρή υπενθύμιση στους γιατρούς να ακολουθούν την προσέγγιση «τρεις φορές και ξανασκέψου». Μετά από τρία ραντεβού για τα ίδια συμπτώματα, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε να αποφεύγονται θάνατοι που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί.

Αυτό μπορεί να σημαίνει δια ζώσης ραντεβού με έναν ασθενή που μέχρι τότε έβλεπαν μόνο τηλεφωνικά, παραγγελία επιπλέον εξετάσεων ή δεύτερη γνώμη από συνάδελφο. Οι γιατροί πρέπει επίσης να εξετάζουν την παραπομπή σε ειδικό.

Το Βασιλικό Κολλέγιο Γενικών Ιατρών (RCGP), που συμμετείχε στη διαμόρφωση των οδηγιών, δήλωσε ότι κανένας γιατρός δεν θέλει να χάσει ενδείξεις σοβαρής ασθένειας, όπως ο καρκίνος.

«Πολλές παθήσεις, συμπεριλαμβανομένων πολλών μορφών καρκίνου, είναι δύσκολο να αναγνωριστούν στην πρωτοβάθμια φροντίδα γιατί τα συμπτώματα μοιάζουν με πιο συνηθισμένες και λιγότερο σοβαρές παθήσεις», εξήγησε η καθηγήτρια Kamila Hawthorne, πρόεδρος του RCGP.

«Αν ένας ασθενής εμφανίζεται ξανά και ξανά με τα ίδια ή παρόμοια συμπτώματα, αλλά η θεραπεία δεν τον βοηθά ή η κατάσταση χειροτερεύει, είναι σωστή πρακτική να επανεξετάζεται η διάγνωση και να αναζητούνται άλλες λύσεις».

Μελέτες δείχνουν ότι οι νεότεροι ασθενείς και όσοι προέρχονται από εθνοτικές μειονότητες συχνά λαμβάνουν καθυστερημένη διάγνωση για σοβαρές ασθένειες, γιατί τα συμπτώματά τους δεν ταιριάζουν με εκείνα λευκών ή μεγαλύτερων σε ηλικία ασθενών. Άτομα όπως η Jess μπορεί επίσης να αγνοούνται απλώς επειδή θεωρούνται πολύ νέα για σοβαρή ασθένεια.

 

Πηγη: https://www.healthstat.gr

Υπουργείο Υγείας: Νέα παράταση για παραμονή στο ΕΣΥ στους γιατρούς άνω των 67 ετών χωρίς διευθυντικά καθήκοντα – Τι προβλέπει το νέο νομοσχέδιο

Νέα παράταση δίνει το υπουργείο Υγείας στις συμβάσεις των γιατρών του ΕΣΥ, που έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.

Το νέο ερανιστικό νομοσχέδιο του αρμόδιου υπουργείου, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μέχρι τις 8 Οκτωβρίου, δίνει τη δυνατότητα παράτασης του χρόνου παραμονής στο ΕΣΥ γιατρών, των οποίων η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως την 31η Δεκεμβρίου 2025 και την 31η Δεκεμβρίου 2026, λόγω της συμπλήρωσης 67ου έτους της ηλικίας τους χωρίς την άσκηση διευθυντικών ή διοικητικών καθηκόντων.

Έτσι όσοι γιατροί το επιθυμούν θα μπορούν να παραμείνουν στο ΕΣΥ ασκώντας αποκλειστικά κλινικό ή εργαστηριακό έργο, έως την 31η Δεκεμβρίου 2026 και έως την 31η Δεκεμβρίου 2027 βάση του άρθρου 56 του νέου νομοσχεδίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, λόγω της δραματικής έλλειψης ιατρικού προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία, οι γιατροί, που βρίσκονται ένα βήμα πριν από τη συνταξιοδότηση, συνεχίζουν να εργάζονται προσφέροντας υπηρεσίες υγείας στους ασθενείς. Την ίδια στιγμή το πολυσυζητημένο Brain Drain, δηλαδή η επιστροφή των νέων επιστημόνων στη χώρα, παραμένει γράμμα κενό.

Από την πλευρά της η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας, η οποία γνωρίζει από πρώτο χέρι το μείζον αυτό πρόβλημα, προχωρά σε συνεχείς παρατάσεις της θητείας των γιατρών στα νοσοκομεία με την προϋπόθεση, να μην έχει προκηρυχθεί ή δεσμευτεί η θέση τους με άλλον τρόπο και συμμετέχουν στο πρόγραμμα εφημεριών ή έχουν απαλλαγεί από την υποχρέωση συμμετοχής σε αυτό.

Υπουργείο Υγείας: Τι προβλέπει το νέο νομοσχέδιο

Αναλυτικότερα το άρθρο 56 του νέου νομοσχεδίου προβλέπει τα εξής:

1. Ιατροί κλάδου του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), ανεξαρτήτως ειδικότητας, ιατροί δημόσιας υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας, καθώς και οδοντίατροι κλάδου Ε.Σ.Υ., των οποίων η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως την 31η Δεκεμβρίου 2025 και την 31η Δεκεμβρίου 2026, λόγω της συμπλήρωσης του εξηκοστού έβδομου (67ου) έτους της ηλικίας τους, εφόσον η θέση τους δεν έχει προκηρυχθεί ή δεσμευτεί με άλλον τρόπο και συμμετέχουν στο πρόγραμμα εφημεριών ή απαλλάσσονται από την υποχρέωση συμμετοχής σε αυτό, σύμφωνα με την περ. Η) του άρθρου 4 του ν. 3754/2009 (Α’ 43), δύνανται να παραμείνουν στην υπηρεσία τους έως την 31η Δεκεμβρίου 2026 και έως την 31η Δεκεμβρίου 2027, αντίστοιχα για την άσκηση αποκλειστικά κλινικού ή εργαστηριακού έργου, χωρίς άσκηση διευθυντικών ή διοικητικών καθηκόντων.

2. Για την εφαρμογή της παρ. 1, οι ιατροί και οι οδοντίατροι υποβάλλουν αίτηση προς τον Διοικητή ή τον Πρόεδρο του φορέα, στον οποίο υπηρετούν, έναν (1) μήνα πριν από το χρονικό σημείο λύσης της υπαλληλικής τους σχέσης ή της λήξης της παράτασης παραμονής τους στην υπηρεσία, η οποία δύναται να αφορά αποκλειστικά το επόμενο από την υποβολή της ημερολογιακό έτος.

Οι αιτήσεις της παρούσας συνοδεύονται από βεβαιώσεις του φορέα σχετικά με τη μη προκήρυξη ή δέσμευση της θέσης και τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα εφημεριών ή την απαλλαγή τους από αυτό και αποστέλλονται αμελλητί στο Υπουργείο Υγείας με μέριμνα του φορέα.

3. Οι ιατροί και οι οδοντίατροι της παρ. 1 παραμένουν αυτοδικαίως στην υπηρεσία τους σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της παρ. 2, η οποία πάντως δεν μπορεί να διαρκέσει πέραν της 31ης Ιανουαρίου 2026 και της 31ης Δεκεμβρίου 2027, αντίστοιχα.

 

 

Πηγη: https://www.healthreport.gr

Βλαστικά κύτταρα αποκατέστησαν τις βλάβες σε ποντίκια με εγκεφαλικό

Επιστήμονες στη Ζυρίχη έδειξαν ότι οι μεταμοσχεύσεις βλαστικών κυττάρων μπορούν να αποκαταστήσουν τις βλάβες που προκαλεί το εγκεφαλικό επεισόδιο, αναγεννώντας νευρώνες, αποκαθιστώντας τις κινητικές λειτουργίες, επιδιορθώνοντας ακόμα και τα αιμοφόρα αγγεία.

 

Ημεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων μπορεί να αντιστρέψει τις βλάβες που προκαλεί το εγκεφαλικό επεισόδιο, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης. Τα ευεργετικά της αποτελέσματα περιλαμβάνουν την αναγέννηση των νευρώνων και την αποκατάσταση των κινητικών λειτουργιών, σηματοδοτώντας ένα ορόσημο στη θεραπεία των εγκεφαλικών διαταραχών.

Ένας στους τέσσερις ενήλικες προσβάλλεται από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ζωής του, με περίπου τους μισούς από αυτούς να υποφέρουν από μόνιμες βλάβες, όπως παράλυση ή διαταραχές της ομιλίας, καθώς η εσωτερική αιμορραγία ή η μη αναστρέψιμη βλάβη στα εγκεφαλικά κύτταρα λόγω στέρησης τους από οξυγόνο. Δεν υπάρχουν επί του παρόντος θεραπείες για την αποκατάσταση αυτού του είδους βλαβών.

«Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις για την πιθανή αναγέννηση του εγκεφάλου μετά από ασθένειες ή ατυχήματα», λέει ο Christian Tackenberg, επιστημονικός διευθυντής του Τμήματος Νευροεκφυλισμού στο Ινστιτούτο Αναγεννητικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης (UZH).

Τα νευρικά βλαστοκύτταρα έχουν τη δυνατότητα να αναγεννήσουν τον εγκεφαλικό ιστό, όπως έδειξε πειστικά μια ομάδα με επικεφαλής τον Tackenberg και τη μεταδιδακτορική ερευνήτρια Rebecca Weber σε δύο μελέτες που διεξήχθησαν σε συνεργασία με μια ομάδα με επικεφαλής τον Ruslan Rust από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας.

«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τα νευρικά βλαστοκύτταρα όχι μόνο σχηματίζουν νέους νευρώνες, αλλά και προκαλούν και άλλες διαδικασίες αναγέννησης», λέει ο Tackenberg.

Νέοι νευρώνες από βλαστικά κύτταρα

Στις μελέτες χρησιμοποιήθηκαν ανθρώπινα νευρικά βλαστικά κύτταρα, από τα οποία μπορούν να σχηματιστούν διαφορετικοί τύποι κυττάρων του νευρικού συστήματος. Τα βλαστικά κύτταρα προήλθαν από επαγόμενα πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα, τα οποία με τη σειρά τους μπορούν να παρασκευαστούν από φυσιολογικά ανθρώπινα σωματικά κύτταρα. Για την έρευνά τους, οι ερευνητές προκάλεσαν μόνιμο εγκεφαλικό επεισόδιο σε ποντίκια, τα χαρακτηριστικά του οποίου μοιάζουν πολύ με την εκδήλωση εγκεφαλικού επεισοδίου στους ανθρώπους. Τα ζώα τροποποιήθηκαν γενετικά ώστε να μην απορρίπτουν τα ανθρώπινα βλαστικά κύτταρα.

Μία εβδομάδα μετά την πρόκληση του εγκεφαλικού επεισοδίου, η ερευνητική ομάδα μεταμόσχευσε νευρικά βλαστοκύτταρα στην τραυματισμένη περιοχή του εγκεφάλου και παρατήρησε τις επακόλουθες εξελίξεις χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους απεικόνισης και βιοχημικές μεθόδους.

«Διαπιστώσαμε ότι τα βλαστοκύτταρα επέζησαν για ολόκληρη την περίοδο ανάλυσης των πέντε εβδομάδων και ότι τα περισσότερα από αυτά μετατράπηκαν σε νευρώνες, οι οποίοι μάλιστα επικοινωνούσαν με τα ήδη υπάρχοντα εγκεφαλικά κύτταρα», εξηγεί ο Tackenberg.

Ο εγκέφαλος αναγεννάται

Οι ερευνητές βρήκαν επίσης και άλλες ενδείξεις αναγέννησης:

  • δημιουργία νέων αιμοφόρων αγγείων,
  • εξασθένηση των διαδικασιών φλεγμονώδους απόκρισης
  • και βελτίωση της ακεραιότητας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού.

Η μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων σε ποντίκια ανέτρεψε επίσης τις κινητικές διαταραχές που προκλήθηκαν από το εγκεφαλικό επεισόδιο. Η απόδειξη αυτού δόθηκε εν μέρει από μια ανάλυση της βάδισης των πειραματόζωων.

Το timing της θεραπείας

Μια άλλη νέα διαπίστωση ήταν ότι η μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων λειτουργεί καλύτερα όταν δεν πραγματοποιείται αμέσως μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά μια εβδομάδα αργότερα, όπως επιβεβαίωσε η δεύτερη μελέτη. Σε κλινικό περιβάλλον, αυτό το χρονικό παράθυρο θα μπορούσε να διευκολύνει σημαντικά την προετοιμασία και την εφαρμογή της θεραπείας.

Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα των μελετών, ο Tackenberg προειδοποιεί ότι υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν.

«Πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τους κινδύνους και να απλοποιήσουμε μια πιθανή εφαρμογή στον άνθρωπο», υπογραμμίζει και μαζί με τους συναδέλφους του εργάζεται για την δημιουργία ενός συστήματος ασφαλείας που αποτρέπει την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη βλαστικών κυττάρων στον εγκέφαλο.

Η χορήγηση βλαστικών κυττάρων μέσω ενδοαγγειακής ένεσης, η οποία θα ήταν πολύ πιο πρακτική από μια εγκεφαλική μεταμόσχευση, βρίσκεται επίσης σε φάση ανάπτυξης.

Οι αρχικές κλινικές δοκιμές με χρήση επαγόμενων βλαστικών κυττάρων για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον σε ανθρώπους βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στην Ιαπωνία, αναφέρει ο Tackenberg. «Το εγκεφαλικό επεισόδιο θα μπορούσε να είναι μία από τις επόμενες ασθένειες για τις οποίες θα είναι δυνατή η διεξαγωγή κλινικής δοκιμής».

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Ερευνητές ανακάλυψαν έναν μηχανισμό που μπορεί να βάλει φρένο στην εξέλιξη του καρκίνου στο πάγκρεας

Ερευνητές από το Ινστιτούτο Έρευνας Καρκίνου στο Λονδίνο διαπίστωσαν ότι όταν «απενεργοποίησαν» το γονίδιο που παράγει την πρωτεΐνη SPP1, αναπτύχθηκαν λιγότεροι και μικρότεροι όγκοι.

 

Οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει έναν κρίσιμο «στόχο» για φαρμακευτικές θεραπείες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να σταματήσουν την εξέλιξη του καρκίνου του παγκρέατος, προσφέροντας νέα ελπίδα στους ασθενείς.

Aυτή η σημαντική ανακάλυψη θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικά βελτιωμένα αποτελέσματα για όσους έχουν διαγνωστεί με την ασθένεια.

Η νέα έρευνα επικεντρώθηκε συγκεκριμένα στο αδενοκαρκίνωμα του παγκρέατος (PDAC), την πιο επιθετική και κοινή παραλλαγή του καρκίνου.

Μέσα από μια σειρά πειραμάτων, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η αναστολή μιας πρωτεΐνης γνωστής ως SPP1 σταμάτησε αποτελεσματικά την εξάπλωση του καρκίνου και επέκτεινε το χρόνο επιβίωσης.

Ανέφεραν ότι η ανακάλυψη αυτή θα μπορούσε κάποια μέρα να οδηγήσει σε φαρμακευτικές θεραπείες που στοχεύουν την πρωτεΐνη.

Ερευνητές από το Ινστιτούτο Έρευνας Καρκίνου στο Λονδίνο εξέτασαν γενετικά δεδομένα από όγκους 644 ασθενών και διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα της πρωτεΐνης SPP1 ήταν αυξημένα στα προχωρημένα στάδια του καρκίνου του παγκρέατος, σε σύγκριση με τα αρχικά στάδια του καρκίνου.

Οι ασθενείς με υψηλότερα επίπεδα SPP1 είχαν χειρότερα αποτελέσματα, σύμφωνα με την έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature.

Η ομάδα καλλιέργησε επίσης σε εργαστήριο μίνι όγκους σχεδιασμένους να προσομοιάζουν τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται ο καρκίνος στο ανθρώπινο σώμα.

Αύξηση προσδόκιμου ζωής

Διαπίστωσαν ότι όταν «απενεργοποίησαν» το γονίδιο που παράγει την πρωτεΐνη SPP1, αναπτύχθηκαν λιγότεροι και μικρότεροι όγκοι σε σύγκριση με την περίπτωση που η πρωτεΐνη ήταν παρούσα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι αυτή η πρωτεΐνη διαδραμάτιζε βασικό ρόλο σε ποντίκια με PDAC.

Η «απενεργοποίηση» του SPP1 επέκτεινε σημαντικά την επιβίωση των ποντικών – κανένα από τα ποντίκια με το γονίδιο δεν επέζησε πέραν των 50 ημερών, ενώ το 20% των ποντικών χωρίς το γονίδιο επέζησε έως και 400 ημέρες, σύμφωνα με το ICR. Διαπίστωσαν επίσης ότι τα ποντίκια με απενεργοποιημένο το γονίδιο SPP1 είχαν όγκους που δεν εξαπλώνονταν.

Η αναστολή της SPP1 φάνηκε επίσης να αυξάνει τα επίπεδα μιας άλλης πρωτεΐνης που ονομάζεται GREM1, η οποία έχει συνδεθεί στο παρελθόν με τη μείωση της εξάπλωσης του καρκίνου του παγκρέατος όταν βρίσκεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις.

Ο Axel Behrens, καθηγητής βιολογίας βλαστικών κυττάρων στο ICR, δήλωσε: «Η έρευνά μας εντόπισε μια πρωτεΐνη που, όταν αναστέλλεται, μπορεί να αποτρέψει την εξάπλωση του καρκίνου στο σώμα και, ελπίζουμε, να βοηθήσει τους ασθενείς να ζήσουν καλύτερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Το επόμενο βήμα για αυτή την έρευνα θα είναι η ανάπτυξη ενός φαρμάκου που θα στοχεύει με ακρίβεια την πρωτεΐνη».

Ο καρκίνος του παγκρέατος είναι πολύ επιθετικός. Όταν διαγνωστεί, είναι συχνά σε τόσο προχωρημένο στάδιο που επτά στους δέκα ανθρώπους δεν λαμβάνουν καμία ενεργή θεραπεία, ούτε καν χημειοθεραπεία.

Η αναχαίτιση της εξάπλωσης της νόσου θα μπορούσε να δώσει σε πολύ περισσότερους ανθρώπους την ευκαιρία να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση που θα τους σώσει τη ζωή ή να περάσουν περισσότερο πολύτιμο χρόνο με τους αγαπημένους τους».

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Ερευνα: Η κατανομή λίπους επηρεάζει διαφορετικά τη δομή του εγκεφάλου και τις γνωστικές λειτουργίες

Τα αποτελέσματα νέας μελέτης για την παχυσαρκία, τη γνωστική εξασθένηση παρέχει νέες πληροφορίες για τη γήρανση του εγκεφάλου και τη γνωστική υγεία.

 

Έρευνα στην οποία ηγήθηκε το Πολυτεχνείο του Χονγκ Κονγκ διαπίστωσε ότι η περιφερειακή κατανομή λίπους επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο τη δομή του εγκεφάλου, τη συνδεσιμότητα και τη γνωστική λειτουργία, αποκαλύπτοντας πρότυπα που δεν εξηγούνται από τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Η παχυσαρκία έχει συσχετιστεί με δομικές και λειτουργικές αλλαγές στον εγκέφαλο, όπως μείωση της φαιάς ουσίας, διαταραχές στη λευκή ουσία και μειωμένη συνδεσιμότητα, οι οποίες συνδέονται με γνωστική εξασθένηση.

Προηγούμενες μελέτες χρησιμοποιούσαν συχνά τον ΔΜΣ ως γενική ιατρική ένδειξη για τον υπολογισμό του βαθμού παχυσαρκίας ενός ατόμου. Ωστόσο, πρόκειται για ένα πολύ γενικευμένο μέτρο που δεν μπορεί να αποτυπώσει τις βιολογικές διαφορές στον λιπώδη ιστό. Είναι γνωστό ότι ο λιπώδης ιστός επηρεάζει διαφορετικά τις μεταβολικές και φλεγμονώδεις οδούς και προηγούμενες μελέτες έχουν υποδείξει ότι το σπλαχνικό λίπος (γύρω από τα όργανα στην κοιλιακή κοιλότητα) και το λίπος στα πόδια, συμβάλλουν άνισα στον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών. Αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με το αν η κατανομή λίπους, αντί για το σωματικό βάρος, μπορεί να παρέχει πιο ακριβείς πληροφορίες για τη γήρανση του εγκεφάλου και τη γνωστική υγεία όπως αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα του Medicalxpress.

Η πολυμορφική ανάλυση των ερευνητών

Στη μελέτη τους που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Mental Health, οι ερευνητές σχεδίασαν μια πολυμορφική ανάλυση για να απομονώσουν την επίδραση της κατανομής λίπους από τη γενική παχυσαρκία και να αξιολογήσουν τις συσχετίσεις της με τη μορφολογία του εγκεφάλου, τη συνδεσιμότητα, τη μικροδομή της λευκής ουσίας και τη γνωστική λειτουργία. Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από το UK Biobank και περιέλαβε 23.088 ενήλικες με καταγεγραμμένα ποσοστά λίπους στα χέρια, τα πόδια και τον κορμό, καθώς και 18.886 ενήλικες με μετρήσεις σπλαχνικού λίπους. Οι συμμετέχοντες με σοβαρές φυσικές, νευρολογικές ή ψυχιατρικές παθήσεις αποκλείστηκαν.

Η λιπομέτρηση πραγματοποιήθηκε με διπλής ενέργειας απορροφησιομετρία ακτίνων Χ (DEXA), ενώ η υγεία του εγκεφάλου προσδιορίστηκε με μαγνητική τομογραφία και λειτουργική μαγνητική τομογραφία σε κατάσταση ηρεμίας και απεικόνιση διάχυσης. Η γνωστική απόδοση αξιολογήθηκε με εργασίες που εκτιμούσαν τη λογική σκέψη, τη λειτουργία εκτελεστικής ικανότητας, την ταχύτητα επεξεργασίας και τη μνήμη. Εφαρμόστηκαν μοντέλα πρόβλεψης ηλικίας εγκεφάλου για την εκτίμηση διαφορών ηλικίας συστήματος-ειδικού εγκεφάλου.

Το λίπος στο ανθρώπινο σώμα

Τα ευρήματα έδειξαν ότι το λίπος στα χέρια, τα πόδια, τον κορμό και τα σπλάχνα συσχετίζεται με διαφορετικά μοτίβα φλοιώδους και υποφλοιώδους ατροφίας, αλλοιωμένης λειτουργικής συνδεσιμότητας και αλλαγών στην ακεραιότητα της λευκής ουσίας. Οι συσχετίσεις ομαδοποιήθηκαν σε τέσσερα συστήματα: αισθητικοκινητικό, μεταιχμιακό, προεπιλεγμένης λειτουργίας και υποφλοιώδες-παρεγκεφαλιδικό-εγκεφαλικό στέλεχος.

Το σπλαχνικό λίπος έδειξε τις ισχυρότερες αρνητικές συσχετίσεις, περιλαμβάνοντας μειωμένη πυκνότητα αξόνων και αυξημένη διαταραχή ιστού. Οι αποκλίσεις στην ηλικία του φλοιού του εγκεφάλου μεσολάβησαν τις συνδέσεις μεταξύ της σπλαχνικής παχυσαρκίας και της χαμηλότερης απόδοσης σε ό,τι αφορά τη λογική σκέψη, την εκτελεστική λειτουργία, την ταχύτητα επεξεργασίας και τη μνήμη.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η περιφερειακή παχυσαρκία ασκεί επιρροή και στη γνωστική λειτουργία, ανεξάρτητα από τον ΔΜΣ. Το σπλαχνικό λίπος φαίνεται να παίζει ιδιαίτερα δυσανάλογο ρόλο στον νευρογνωστικό κίνδυνο. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η αξιολόγηση της υγείας του εγκεφάλου και οι παρεμβάσεις ενδέχεται να χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη την κατανομή λίπους, όχι μόνο το σωματικό βάρος, όταν εξετάζεται ο κίνδυνος γνωστικής εξασθένησης.

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Αυτός ο μύκητας «στοιχειώνει» τα ελληνικά νοσοκομεία – Τα μέτρα που σώζουν

Η πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμώξεων (ECDC) για τη ραγδαία εξάπλωση του μύκητα Candida αuris στα ελληνικά νοσοκομεία, όπως και σε νοσοκομεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών, έφερε στο προσκήνιο έναν νέο «εχθρό» τον οποίο προσπαθούν να αντιμετωπίσουν οι επιστημονικές και υγειονομικές αρχές.

To Κέντρο Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων (CLEO), οργανισμού που αποσκοπεί στην παρακολούθηση και πρόληψη των νοσοκομειακών λοιμώξεων, καθώς και στον έλεγχο της χρήσης των αντιβιοτικών, ενημερώνει για τον μύκητα, την κατάσταση που επικρατεί στα νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας αλλά και τα 5 μέτρα με τα οποία αντιμετωπίζεται το μείζον αυτό πρόβλημα δημόσιας υγείας.

Τι γνωρίζουμε για αυτήν την απειλή και πόσο σοβαρή είναι

Ο Candida Auris (γνωστός και ως Candidozyma auris) δεν είναι ένας «συνηθισμένος» μύκητας. Πρόκειται για έναν πολυανθεκτικό «υπερμύκητα», ο οποίος εξαπλώνεται ραγδαία στα νοσοκομεία παγκοσμίως — και η Ελλάδα είναι πλέον μία από τις πιο πληγείσες χώρες στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC), η χώρα μας είναι η δεύτερη πιο πληγείσα χώρα στην Ευρώπη, πίσω μόνο από την Ισπανία.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους μύκητες, ο Candida αuris:

  • προσκολλάται σε νοσοκομειακά κρεβάτια και ιατρικό εξοπλισμό
  • μεταδίδεται αστραπιαία από ασθενή σε ασθενή
  • αντιστέκεται σε πολλές αντιμυκητιασικές θεραπείες.

Για ασθενείς που νοσηλεύονται σε κάποια κλινική ΜΕΘ, αυτό σημαίνει ότι η λοίμωξη από Candida αuris μπορεί να αποδειχθεί θανατηφόρα.

Η Κατάσταση στην Ελλάδα

Το 2019 στην Ελλάδα καταγράφηκαν λίγα μεμονωμένα περιστατικά λοίμωξης Candida αuris, ωστόσο πλέον εξελίσσεται μια νέα υγειονομική κρίση:

  • Μέχρι το 2023, ο Candida αuris έγινε η κύρια αιτία μυκηταιμίας σε ορισμένα ελληνικά νοσοκομεία.
  • Έως το 2025, οι ειδικοί προειδοποίησαν ότι ο μύκητας έχει πλέον γίνει ενδημικός — τα κρούσματα είναι τόσο εκτεταμένα που δεν καταγράφονται πλέον μεμονωμένα. Πάνω από 850 επιβεβαιωμένα περιστατικά έχουν αναφερθεί, κάνοντας την Ελλάδα τη δεύτερη πιο πληγείσα χώρα στην Ε.Ε. μετά την Ισπανία.
  • Από το 2019 μέχρι το 2021, στην Αττική καταγράφηκαν 20 λοιμώξεις έπειτα από χειρουργική επέμβαση, 25 άτομα που βρέθηκαν να φέρουν τον μύκητα χωρίς να έχουν απαραίτητα αρρωστήσει και ποσοστό θνησιμότητας 53% στις περιπτώσεις ασθενών έπειτα από επέμβαση.
  • Μόνο στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «Αττικόν», το διάστημα 2021–2023 καταγράφηκαν 89 περιστατικά μυκηταιμίας. Έως το 2023, ο Candida αuris ευθυνόταν για το 34% όλων των περιπτώσεων καντινταιμίας (candidemia).

Ο μύκητας εξαπλώνεται, σχεδόν αποκλειστικά, μέσα στα νοσοκομεία. Αυτό σημαίνει πως αν περιοριστούν οι νοσοκομειακές λοιμώξεις, περιορίζεται και η απειλή του Candida αuris.
Τα πιο ισχυρά όπλα στη μάχη αυτή είναι απλά:

  • Σχολαστική υγιεινή χεριών — που, αποδεδειγμένα, αποτελεί το αποτελεσματικότερο μέτρο
  • Αυστηρή απομόνωση και περιορισμός επαφών
  • Καθαρισμός και απολύμανση νοσοκομείων με συνέπεια
  • Έγκαιρη διάγνωση και επιτήρηση κρουσμάτων
  • Πιο ορθολογική χρήση αντιβιοτικών και αντιμυκητιασικών φαρμάκων.

Προγράμματα όπως το «Πανελλήνιο Πρόγραμμα για την Πρόληψη και τον Έλεγχο των Νοσοκομειακών Λοιμώξεων και της Μικροβιακής Αντοχής GRIPP – SNF», που υλοποιείται από το Κέντρο Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων – CLEO, σε συνεργασία με τον ΕΟΔΥ και τον Ο.ΔΙ.ΠΥ, έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να περιορίσουν τις νοσοκομειακές λοιμώξεις στα ελληνικά νοσοκομεία.

Ενδεικτικά, στα 10 δημόσια νοσοκομεία όπου εφαρμόζεται, το Πρόγραμμα παρείχε κατευθυντήριες οδηγίες που οδήγησαν, μεταξύ άλλων, σε αύξηση από 20% έως και 50% των ποσοστών συμμόρφωσης με την υγιεινή των χεριών, καθώς και σε εντυπωσιακή μείωση κατά 50%-80% των μικροβιαιμιών. Όμως, αν αυτά τα μέτρα δεν επεκταθούν και δεν γίνουν καθημερινή πρακτική σε όλα τα νοσοκομεία της χώρας, η κρίση θα συνεχίσει να επιδεινώνεται. Η πρόληψη και έλεγχος των νοσοκομειακών λοιμώξεων σημαίνει καλύτερη υγεία.

 

 

Πηγη:https://www.ygeiamou.gr/

Long COVID: Σύνδεση με πιο βαριές και παρατεταμένες περιόδους

Η Long COVID δεν είναι απλώς μια παρατεταμένη μορφή της λοίμωξης, αλλά μια πολύπλοκη κατάσταση με επιδράσεις σε πολλά συστήματα του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου και του αναπαραγωγικού.

Η πανδημία της COVID-19 έφερε στο φως πλήθος επιπλοκών που επηρεάζουν όχι μόνο το αναπνευστικό σύστημα, αλλά και άλλα όργανα και λειτουργίες του σώματος. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα εστιάζει όλο και περισσότερο στις μακροπρόθεσμες συνέπειες του λεγόμενου Long COVID, μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από την επιμονή συμπτωμάτων εβδομάδες ή και μήνες μετά την αρχική λοίμωξη. Μία από τις πλέον πρόσφατες και σημαντικές ανακαλύψεις αφορά τη σύνδεση του Long COVID με ανωμαλίες στον έμμηνο κύκλο.

Τι δείχνει η νέα μελέτη

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, το Long COVID σχετίζεται με παρατεταμένη διάρκεια περιόδουαυξημένο όγκο αιμορραγίας καθώς και αιμορραγία ανάμεσα σε κύκλους. Τα αποτελέσματα προέκυψαν από ανάλυση δεδομένων που συγκέντρωσε ομάδα της ερευνήτριας Jacqueline Maybin στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η μελέτη βασίστηκε σε ερωτηματολόγια που απάντησαν περίπου 12.000 άτομα που έμμηναν, εκ των οποίων 1.048 είχαν Long COVID, 1.716 είχαν νοσήσει με οξεία COVID και 9.423 δεν είχαν ιστορικό λοίμωξης. Παράλληλα, σε μια ξεχωριστή προοπτική μελέτη 54 γυναικών, εξετάστηκαν τα συμπτώματα του Long COVID καθ’ όλη τη διάρκεια του εμμήνου κύκλου.

Διπλή σχέση μεταξύ Long COVID και περιόδου

Τα ευρήματα έδειξαν ότι τα συμπτώματα του Long COVID επιδεινώνονταν στη φάση γύρω από την περίοδο (δύο ημέρες πριν και κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως). Αυτό υποδηλώνει μια αμφίδρομη σχέση: το Long COVID όχι μόνο προκαλεί διαταραχές στον κύκλο, αλλά και οι ίδιες οι ορμονικές μεταβολές του κύκλου φαίνεται να εντείνουν τα συμπτώματα του Long COVID.

Τι αποκαλύπτουν οι βιολογικοί μηχανισμοί

Για να κατανοηθεί καλύτερα η επίδραση του Long COVID στον γυναικείο οργανισμό, οι ερευνητές μελέτησαν δείγματα αίματος και ιστών από 10 ασθενείς με Long COVID και υγιείς εθελόντριες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι διαταραχές στην έμμηνο ρύση συνδέονται με φλεγμονή στο ενδομήτριο και με διαταραγμένη ρύθμιση της ανδρογόνου ορμόνης.

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα είναι ότι δεν παρατηρήθηκε απώλεια ωοθηκικής λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι, αν και το Long COVID μπορεί να προκαλέσει ενοχλητικά και σοβαρά προβλήματα στον κύκλο, δεν φαίνεται να απειλεί την αναπαραγωγική ικανότητα.

Περιορισμοί της έρευνας

Οι συγγραφείς της μελέτης αναγνωρίζουν ότι τα αποτελέσματα προέρχονται από σχετικά μικρό δείγμα και ότι τα δεδομένα ίσως δεν αντιπροσωπεύουν πλήρως τον παγκόσμιο πληθυσμό. Για τον λόγο αυτόν, προτείνουν τη συνέχιση της έρευνας σε μεγαλύτερες και πιο ποικίλες ομάδες ατόμων, ώστε να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να διερευνηθούν πιθανοί θεραπευτικοί στόχοι.

Γιατί έχει σημασία αυτή η ανακάλυψη

Η έρευνα αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα στην κατανόηση του πώς το Long COVID επηρεάζει τον γυναικείο οργανισμό. Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες μελέτες για το Long COVID εστίαζαν σε γενικά συμπτώματα, όπως κόπωση, δύσπνοια και γνωστικές δυσκολίες. Η νέα γνώση ανοίγει τον δρόμο για πιο εξειδικευμένη φροντίδα υγείας που θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες των ατόμων που έμμηναν.

Επιπλέον, η αναγνώριση βιολογικών μηχανισμών όπως η φλεγμονή στο ενδομήτριο δίνει ελπίδα για την ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών που θα ανακουφίσουν τα συμπτώματα και θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής.

Τι σημαίνει για τις γυναίκες με Long COVID

Όσες γυναίκες παρατηρούν αλλαγές στον έμμηνο κύκλο τους μετά από λοίμωξη COVID-19, ιδιαίτερα εάν τα συμπτώματα παραμένουν για μήνες, είναι σημαντικό να συμβουλευτούν τον γυναικολόγο ή τον θεράποντα ιατρό τους. Η καταγραφή των συμπτωμάτων μπορεί να βοηθήσει στη σωστή διάγνωση και στην προσαρμογή της θεραπευτικής προσέγγισης.

Η Long COVID δεν είναι απλώς μια παρατεταμένη μορφή της λοίμωξης, αλλά μια πολύπλοκη κατάσταση με επιδράσεις σε πολλά συστήματα του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου και του αναπαραγωγικού. Η συσχέτισή του με πιο βαριές και μεγαλύτερης διάρκειας περιόδους αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της ανάγκης για διεπιστημονική έρευνα και συνεργασία, ώστε να δοθούν απαντήσεις και λύσεις σε εκατομμύρια γυναίκες παγκοσμίως.

Μελλοντικές έρευνες θα είναι καθοριστικές, όχι μόνο για την κατανόηση των μηχανισμών πίσω από αυτές τις διαταραχές, αλλά και για την ανάπτυξη νέων, πιο αποτελεσματικών θεραπειών που θα στοχεύουν ειδικά στις ανάγκες των ατόμων με Long COVID.

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Μελέτη: Μοριακά ίχνη της κατάθλιψης και της σχιζοφρένειας ανιχνεύονται στο αίμα

Η μελέτη του Skoltech αποδεικνύει ότι οι ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και η σχιζοφρένεια, αφήνουν σαφή μοριακά αποτυπώματα στο αίμα.

Επιστήμονες από το Skoltech και συνεργαζόμενα ιατρικά ερευνητικά κέντρα και ψυχιατρικά ιδρύματα στη Ρωσία ανακοίνωσαν μια σημαντική ανακάλυψη: η ανάλυση αίματος μπορεί να προσφέρει αντικειμενικούς βιοδείκτες και μοριακά ίχνη για τη διάγνωση ψυχικών διαταραχών, όπως η μείζων καταθλιπτική διαταραχή και η σχιζοφρένεια. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Biomolecules.

Από τα συμπτώματα στους βιοδείκτες

Μέχρι σήμερα, η διάγνωση ψυχικών παθήσεων βασιζόταν αποκλειστικά σε συμπτώματα και στην κλινική αξιολόγηση από εξειδικευμένο ψυχίατρο. Όπως επισημαίνει η ερευνήτρια Anna Tkachev από το Skoltech Neuro: «Γνωρίζουμε ότι οι σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές αφήνουν μοριακά ίχνη στον οργανισμό. Όταν εισαχθούν αντικειμενικοί βιολογικοί δείκτες στη διαδικασία, οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα αποκτήσουν νέα εργαλεία για πιο ακριβή και έγκαιρη διάγνωση». Η ύπαρξη τέτοιων δεικτών μπορεί να διευκολύνει την ανίχνευση της νόσου σε πρώιμο στάδιο, όταν τα συμπτώματα είναι ακόμη ασαφή ή δύσκολα διακριτά.

Η μελέτη και η μεθοδολογία

Η ερευνητική ομάδα εξέτασε 416 ασθενείς με συχνές ψυχωτικές και καταθλιπτικές διαταραχές και 272 υγιή άτομα από δύο διαφορετικές κλινικές στην Ουφά και τη Μόσχα. Με τη χρήση φασματομέτρου μάζας, οι επιστήμονες ανέλυσαν τα επίπεδα λιπιδίων στο πλάσμα αίματος. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά:

  • Εντοπίστηκαν 107 λιπίδια που παρουσίασαν κοινές μεταβολές τόσο σε ασθενείς με σχιζοφρένεια όσο και με κατάθλιψη.

  • Επιπλέον, 37 λιπίδια διαφοροποιούσαν ξεκάθαρα τις δύο παθήσεις.

Τεχνητή νοημοσύνη και διάγνωση

Τα δεδομένα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να εκπαιδευτεί ένας αλγόριθμος μηχανικής μάθησης, ο οποίος πέτυχε ποσοστό επιτυχίας 83% στη διάκριση της σχιζοφρένειας από τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Το αποτέλεσμα αυτό θεωρείται υψηλό για τον χώρο της βιοϊατρικής διάγνωσης και ανοίγει τον δρόμο για εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στην ψυχιατρική.

Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Anastasia Golubova, διδακτορική φοιτήτρια στο Skoltech, τόνισε: «Η έρευνά μας αποδεικνύει ότι τα προφίλ λιπιδίων δεν δείχνουν μόνο την ύπαρξη μιας ψυχικής διαταραχής, αλλά μπορούν να διακρίνουν και μεταξύ δύο μεγάλων κατηγοριών: των ψυχωτικών και των καταθλιπτικών διαταραχών».

Σημασία για την ψυχική υγεία

Η ανακάλυψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς:

  1. Ενισχύει την ακρίβεια της διάγνωσης σε δύσκολες ή αμφίβολες περιπτώσεις.

  2. Μειώνει τον κίνδυνο λανθασμένης διάγνωσης, που μπορεί να οδηγήσει σε ακατάλληλη θεραπεία.

  3. Προωθεί την ιατρική ακριβείας (precision medicine) στον τομέα της ψυχιατρικής.

  4. Προσφέρει τη δυνατότητα για προληπτικό έλεγχο και έγκαιρη παρέμβαση.

Προοπτικές

Η έρευνα ανοίγει νέους δρόμους στην κατανόηση της βιολογικής βάσης των ψυχικών παθήσεων. Αν οι βιοδείκτες αυτοί επικυρωθούν σε μεγαλύτερες διεθνείς μελέτες, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε καθημερινές κλινικές πρακτικές, δίνοντας στους ψυχιάτρους ένα αντικειμενικό διαγνωστικό εργαλείο πέρα από την παρατήρηση συμπτωμάτων. Παράλληλα, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης υπόσχεται πιο γρήγορες και ακριβείς αναλύσεις, με δυνατότητα εφαρμογής σε μαζικό επίπεδο.

Η μελέτη του Skoltech αποδεικνύει ότι οι ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και η σχιζοφρένεια, αφήνουν σαφή μοριακά αποτυπώματα στο αίμα. Η ανάλυση αυτών των ιχνών μπορεί να εξελιχθεί σε ένα ισχυρό εργαλείο για την έγκαιρη διάγνωση και τη στοχευμένη θεραπεία, ενισχύοντας την αξιοπιστία της ψυχιατρικής φροντίδας και βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων ασθενών.

Πηγη: https://www.healthweb.gr/