Ροή

Η ιλαρά ξαναέγινε ενδημική σε έξι ευρωπαϊκές χώρες – Ο ρόλος του δισταγμού έναντι του εμβολιασμού

Στη λίστα των χωρών που έχασαν το καθεστώς εκρίζωσης της νόσου περιλαμβάνονται η Βρετανία, η Ισπανία, η Αυστρία, η Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν και το Ουζμπεκιστάν.

 

Ηενδημική επανεμφάνιση της ιλαράς προκαλεί ανησυχία σε όλη την Ευρώπη, καθώς η Βρετανία και αρκετές άλλες χώρες έχασαν το καθεστώς εκρίζωσης που τους είχε χορηγήσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). Η αύξηση των κρουσμάτων καταγράφεται ιδιαίτερα μεταξύ παιδιών, με τους ειδικούς να προειδοποιούν για κίνδυνο περαιτέρω εξάπλωσης της ασθένειας.

Στη λίστα των χωρών που έχασαν το καθεστώς εκρίζωσης της νόσου περιλαμβάνονται επίσης η Ισπανία, η Αυστρία, η Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν και το Ουζμπεκιστάν. Ο ΠΟΥ καλεί τις χώρες να αυξήσουν τα ποσοστά εμβολιασμού, εστιάζοντας ιδιαίτερα στους πληθυσμούς με χαμηλή προστασία, ώστε να περιοριστεί η διάδοση της νόσου.

Η ιλαρά, που μπορεί να προληφθεί πλήρως μέσω εμβολιασμού, παραμένει εξαιρετικά μεταδοτική και αποτελεί μία από τις πρώτες ασθένειες που επανεμφανίζονται όταν τα ποσοστά εμβολιασμού μειώνονται. Τα συμπτώματά της περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό και εξάνθημα, ενώ μπορεί να προκαλέσει σοβαρές μακροπρόθεσμες επιπλοκές και ακόμη και θάνατο.

Σημάδι πτώσης των ποσοστών εμβολιασμού

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ενδημική επανεμφάνιση της ιλαράς στην Ευρώπη αντανακλά μια ευρύτερη τάση: η αυξανόμενη διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια μετά την πανδημία COVID-19 έχει οδηγήσει σε μείωση της προστασίας του πληθυσμού και σε επανεμφάνιση άλλων προληπτικών ασθενειών.

«Η αλλαγή καθεστώτος της Βρετανίας αντικατοπτρίζει μια πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ», επισημαίνει ο Οργανισμός. Άλλες χώρες της περιοχής, όπως η Γαλλία και η Ρουμανία, εμφανίζουν τακτική μετάδοση της ιλαράς, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για ενδεχόμενη περαιτέρω εξάπλωση.

Τι σημαίνει η απώλεια του καθεστώτος

Ο ΠΟΥ χορηγεί την πιστοποίηση «εξάλειψης της ιλαράς» σε χώρες που δεν έχουν καταγράψει κανένα κρούσμα μετάδοσης της ίδιας στελέχους για τουλάχιστον 12 μήνες. Η Βρετανία είχε λάβει για πρώτη φορά την πιστοποίηση το 2016, την έχασε το 2018, αλλά την επανέκτησε το 2021. Τώρα, όμως, η επαναλαμβανόμενη μείωση των ποσοστών εμβολιασμού οδήγησε στην απώλεια της κατάστασης εξάλειψης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΠΟΥ, για να διατηρηθεί η ιλαρά υπό έλεγχο, τα ποσοστά εμβολιασμού πρέπει να υπερβαίνουν το 95%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μόλις το 84,4% των παιδιών είχαν λάβει και τις δύο δόσεις που απαιτούνται για πλήρη προστασία το 2024. Εκείνη τη χρονιά καταγράφηκαν 2.911 επιβεβαιωμένα κρούσματα στην Αγγλία, ο υψηλότερος αριθμός από το 2012.

Κάλεσμα στις οικογένειες

Η Υπηρεσία Υγειονομικής Ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει ότι όλα τα παιδιά πρέπει να εμβολιαστούν για να προστατευτούν από την ιλαρά. Ο ΠΟΥ και οι υγειονομικές αρχές καλούν τις οικογένειες να ελέγξουν το εμβολιαστικό τους ιστορικό και να προγραμματίσουν τα εμβόλια που απαιτούνται, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση της νόσου και να αποφευχθούν σοβαρές επιπλοκές.

Η επιστροφή της ιλαράς σε ενδημικά επίπεδα φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη ενίσχυσης των προγραμμάτων εμβολιασμού και της ενημέρωσης του κοινού για τη σημασία της πλήρους κάλυψης, ώστε να προστατευτούν τα παιδιά και να αποφευχθούν νέες επιδημίες.

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Οι χρόνιες παθήσεις που «χάθηκαν» στην πανδημία – Εκατομμύρια ασθενείς δεν διαγνώστηκαν εγκαίρως

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ο πλανήτης βρέθηκε αντιμέτωπος με μία άνευ προηγουμένου υγειονομική κρίση που έφερε τα πάνω – κάτω στα συστήματα υγείας:  τα τακτικά ραντεβού ακυρώνονται, οι διαγνωστικές εξετάσεις μπαίνουν σε αναμονή,  μόνο οι επείγουσες καταστάσεις έχουν θέση στο σύστημα.

Στην Αγγλία, τους πρώτους μήνες της πανδημίας, οι επισκέψεις σε οικογενειακούς γιατρούς και οι εισαγωγές στα νοσοκομεία για λόγους εκτός COVID-19 μειώνονται κατά περίπου ένα τρίτο.  Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική για την Ελλάδα, αλλά και για τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου.

Άμεση συνέπεια αυτής της νέας συνθήκης ήταν η απότομη πτώση στις νέες διαγνώσεις χρόνιων παθήσεων. Σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο BMJ, ερευνητές ανέλυσαν ανώνυμα δεδομένα υγείας σχεδόν 30 εκατομμυρίων ανθρώπων στην Αγγλία, καταγράφοντας τι συνέβη στις νέες διαγνώσεις σε ένα ευρύ φάσμα χρόνιων νοσημάτων.

Όπως εξηγεί στο The Conversation ο Mark Russell, ερευνητής με υποτροφία NIHR στη Ρευματολογία και Επιδημιολογία στο King’s College London, η μείωση ήταν ραγδαία – και ιδιαίτερα έντονη σε παθήσεις που βασίζονται σε τακτικές εξετάσεις ή σε εξειδικευμένη ιατρική αξιολόγηση.

Το άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) παρουσίασαν από τις μεγαλύτερες μειώσεις. Οι νέες διαγνώσεις άσθματος μειώθηκαν πάνω από 30% τον πρώτο χρόνο της πανδημίας, ενώ η ΧΑΠ εμφάνισε πτώση άνω του 50%. Και στις δύο περιπτώσεις, οι διαταραχές στις αναπνευστικές εξετάσεις δημιούργησαν σοβαρές καθυστερήσεις και συσσωρευμένες εκκρεμότητες.

Αντίστοιχα επηρεάστηκαν και δερματολογικές παθήσεις, όπως η ψωρίαση και η ατοπική δερματίτιδα. Κάποιοι ασθενείς ενδεχομένως ανέβαλαν την αναζήτηση ιατρικής βοήθειας, ενώ άλλοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με καθυστερήσεις σε παραπομπές και εξειδικευμένες διαγνώσεις.

Όταν η καθυστέρηση κοστίζει

Σε πολλές περιπτώσεις, η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική. Η οστεοπόρωση, για παράδειγμα, είναι μία συχνή πάθηση που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά κατάγματα. Παρότι υπάρχουν ιδιαίτερα αποτελεσματικά φάρμακα, αυτά συνήθως χορηγούνται μόνο μετά τη διάγνωση.

Κατά την πανδημία, οι νέες διαγνώσεις οστεοπόρωσης μειώθηκαν κατά περίπου ένα τρίτο και δεν επανήλθαν στα αναμενόμενα επίπεδα για σχεδόν τρία χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι στην Αγγλία να παραμείνουν αδιάγνωστοι μεταξύ Μαρτίου 2020 και Νοεμβρίου 2024.

Ψυχική υγεία και χρόνια νεφρική νόσος: Δύο αντίθετες πορείες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφορετικές τάσεις αποκατάστασης. Οι νέες διαγνώσεις κατάθλιψης μειώθηκαν σχεδόν 30% τον πρώτο χρόνο της πανδημίας, ανέκαμψαν μερικώς και στη συνέχεια υποχώρησαν ξανά μετά το 2022. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λιγότεροι άνθρωποι βιώνουν συμπτώματα κατάθλιψης. Αντιθέτως, οι αιτήσεις για επιδόματα αναπηρίας λόγω ψυχικών διαταραχών στην Αγγλία διπλασιάστηκαν την περίοδο 2020–2024.

Οι αλλαγές στις κατευθυντήριες οδηγίες – με έμφαση στις ψυχοθεραπείες αντί των αντικαταθλιπτικών – αλλά και η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε υπηρεσίες χωρίς ιατρική διάγνωση, ενδέχεται να εξηγούν γιατί πολλοί ασθενείς δεν καταγράφονται πλέον επίσημα στα ιατρικά αρχεία.

Αντίθετα, η χρόνια νεφρική νόσος ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Από το 2022 και μετά, οι διαγνώσεις υπερδιπλασιάστηκαν, ξεπερνώντας τα προ πανδημίας επίπεδα. Αυτό πιθανόν συνδέεται με νέες συστάσεις για συστηματικό έλεγχο σε άτομα υψηλού κινδύνου, αλλά και με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της COVID-19 στη νεφρική λειτουργία.

Μία κρίση που άφησε και ένα πολύτιμο μάθημα

Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι πλέον η ιατρική κοινότητα έχει τη δυνατότητα να εντοπίζει αλλαγές στα πρότυπα νόσων πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η ανάλυση ανωνυμοποιημένων δεδομένων σε σχεδόν πραγματικό χρόνο επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση προβλημάτων, αλλά και την προσαρμογή των πολιτικών υγείας.

Παρότι τα ευρήματα αποτυπώνουν μία ανησυχητική πραγματικότητα, δείχνουν ταυτόχρονα και μία νέα ευκαιρία: Η πανδημία μπορεί να διέκοψε τη φροντίδα, αλλά επιτάχυνε εργαλεία και πρακτικές που μπορούν να κάνουν τα συστήματα υγείας πιο ευέλικτα και αποτελεσματικά στο μέλλον.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

7 είδη πόνου που οδηγούν τους ασθενείς στα 57 Ιατρεία Πόνου του ΕΣΥ

Η κυρία Ιωάννα Σιαφάκα, Ομότιμη Καθηγήτρια Αναισθησιολογίας και Θεραπείας Πόνου και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας μιλά στο ygeiamou.gr για τον χρόνιο πόνο που υποτιμάται συχνά ως πρόβλημα υγείας παρότι έχει σημαντικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών

 

Ο χρόνιος πόνος δεν είναι απλώς ένα σύμπτωμα, αλλά μια σύνθετη και συχνά υποτιμημένη πάθηση που επηρεάζει βαθιά την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων – στις ΗΠΑ και την Ευρώπη περίπου το 30% του πληθυσμού (1 στους 3) βιώνει χρόνιο πόνο. Μετατρέπεται σε καθημερινό εμπόδιο, περιορίζει τη λειτουργικότητα και επηρεάζει την ψυχική υγεία, ενώ συχνά παραμένει αόρατος και μη αναγνωρισμένος από το περιβάλλον.

«Ο πόνος που επιμένει για τρεις μήνες ή περισσότερο χαρακτηρίζεται χρόνιος και, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και άλλους διεθνείς φορείς, αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο νόσημα» λέει στο ygeiamou.gr η κυρία Ιωάννα Σιαφάκα, Ομότιμη Καθηγήτρια Αναισθησιολογίας και Θεραπείας Πόνου και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας (ΠΑΡΗΣΥΑ), και εξηγεί ποια είναι τα κύρια είδη του χρόνιου πόνου για τα οποία αναζητούν βοήθεια οι ασθενείς στα 57 Ιατρεία Πόνου του ΕΣΥ :
  • Χρόνιος Νευροπαθητικός Πόνος, που προκύπτει από τραύματα ή νοσήματα του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος
  • Καρκινικός πόνος
  • Μεθερπητική νευραλγία (μετά από έρπητα ζωστήρα)
  • Νευραλγία τριδύμου
  • Πόνος μετά από αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (ακόμη και σε παράλυτα μέλη)
  • Χρόνιος μετεγχειρητικός πόνος (π.χ. μετά από επέμβαση βουβωνοκήλης)
  • Πόνος από οσφυαλγία, ισχιαλγία, κεφαλαλγίες, ριζίτιδες, μυοσκελετικά προβλήματα.

Παρότι η έγκαιρη παρέμβαση στην οξεία φάση είναι κρίσιμη για να μειωθούν οι πιθανότητες χρονιότητας στον πόνο, φαίνεται ότι στην Ελλάδα αυτή η «μάχη» χάνεται για τους ασθενείς και το σύστημα υγείας.

«Στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει εθνικό μητρώο (registry) για τον πόνο στην Ελλάδα – υπάρχει μόνο ένα μητρώο για τον νευροπαθητικό πόνο που κατήρτισε η Ελληνική Εταιρεία Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας. Δεν υπάρχει θεσμοθετημένη λειτουργία των Ιατρείων Πόνου – αυτά λειτουργούν σε εθελοντική βάση» υπογραμμίζει η κυρία Σιαφάκα.
Θα μπορούσε η διεπιστημονική συνεργασία να δράσει προληπτικά στα περιστατικά, πχ στα χειρουργικά, ώστε να μην αναπτυχθεί χρόνιος πόνος;

Πόσο απέχει η Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ό,τι αφορά τις Δομές Παρηγορικής Φροντίδας και τα Ιατρεία Πόνου;

Τι μπορούν να κάνουν οι ασθενείς;

Δείτε τις απαντήσεις στο vidcast που ακολουθεί

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Η ενεργειακή κρίση προκαλεί περιβαλλοντικό κόστος και κόστος υγείας

Η ενεργειακή κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα κόστους και εφοδιασμού, αλλά μια κρίση με βαθιές περιβαλλοντικές και υγειονομικές προεκτάσεις.

Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών αποτελεί ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που επηρεάζει την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και την ποιότητα ζωής. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας, η αβεβαιότητα στον εφοδιασμό και η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα έχουν οδηγήσει κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε δύσκολες επιλογές. Πέρα όμως από το οικονομικό βάρος, η κρίση αυτή έχει σοβαρές συνέπειες στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία, οι οποίες συχνά υποτιμώνται στον δημόσιο διάλογο.

Επιστροφή στα ορυκτά καύσιμα και περιβαλλοντική επιβάρυνση

Σε περιόδους ενεργειακής αστάθειας, πολλές χώρες στρέφονται εκ νέου σε ρυπογόνες πηγές ενέργειας, όπως ο λιγνίτης και ο άνθρακας, προκειμένου να καλύψουν άμεσα τις ανάγκες τους. Αυτή η επιλογή οδηγεί σε αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου, επιδεινώνοντας την κλιματική αλλαγή. Παράλληλα, ενισχύεται η ατμοσφαιρική ρύπανση με αιωρούμενα σωματίδια και τοξικές ουσίες, προκαλώντας υποβάθμιση των οικοσυστημάτων και απώλεια βιοποικιλότητας. Η περιβαλλοντική ζημιά που προκύπτει δεν είναι προσωρινή αλλά συσσωρευτική, δημιουργώντας μακροπρόθεσμο κόστος για τις επόμενες γενιές.

Αναστολή της πράσινης μετάβασης

Η ενεργειακή κρίση συχνά οδηγεί σε καθυστερήσεις ή και αναστολή επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όταν οι κυβερνήσεις επικεντρώνονται στην άμεση αντιμετώπιση της ακρίβειας, περιορίζονται οι πόροι για την ανάπτυξη βιώσιμων ενεργειακών λύσεων. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, αυξάνοντας τόσο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα όσο και την ευαλωτότητα των κοινωνιών σε μελλοντικές κρίσεις. Η απώλεια αυτής της ευκαιρίας για επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης μεταφράζεται σε πρόσθετο οικολογικό και οικονομικό κόστος.

Επιπτώσεις στη δημόσια υγεία

Η επιδείνωση της ατμοσφαιρικής ποιότητας έχει άμεσες και έμμεσες συνέπειες στην υγεία των πολιτών. Η αυξημένη χρήση ρυπογόνων καυσίμων συνδέεται με μεγαλύτερη συχνότητα αναπνευστικών και καρδιαγγειακών νοσημάτων, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες όπως τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι. Επιπλέον, η ενεργειακή φτώχεια, δηλαδή η αδυναμία των νοικοκυριών να καλύψουν βασικές ενεργειακές ανάγκες, οδηγεί σε κακές συνθήκες διαβίωσης, ανεπαρκή θέρμανση και αυξημένο ψυχολογικό στρες. Όλα αυτά συνιστούν σοβαρό κόστος υγείας που επιβαρύνει τόσο τα άτομα όσο και τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης.

Κοινωνικές ανισότητες και υγειονομικός αποκλεισμός

Η ενεργειακή κρίση δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα βιώνουν δυσανάλογα τις συνέπειες, καθώς αναγκάζονται να επιλέξουν μεταξύ θέρμανσης, διατροφής και άλλων βασικών αναγκών. Η ανισότητα αυτή εντείνει τα προβλήματα υγείας και οδηγεί σε κοινωνικό αποκλεισμό. Παράλληλα, οι περιοχές με ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον πλήττονται περισσότερο, δημιουργώντας έναν συνδυασμό περιβαλλοντικής και υγειονομικής αδικίας.

Η ενεργειακή κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα κόστους και εφοδιασμού, αλλά μια κρίση με βαθιές περιβαλλοντικές και υγειονομικές προεκτάσεις. Η αντιμετώπισή της απαιτεί ολοκληρωμένες πολιτικές που θα συνδυάζουν την ενεργειακή ασφάλεια με την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Η επιτάχυνση των επενδύσεων σε καθαρές μορφές ενέργειας, η στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και η ενίσχυση της πρόληψης στον τομέα της υγείας αποτελούν κρίσιμα βήματα. Μόνο μέσα από μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να μειωθεί το συνολικό κόστος της κρίσης και να διασφαλιστεί ένα βιώσιμο μέλλον.

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

ΠΟΥ Καλεί τα σχολεία παγκοσμίως να προωθήσουν την υγιεινή διατροφή

Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι η υγιεινή διατροφή στα σχολεία μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να αναπτύξουν υγιεινές διατροφικές συνήθειες που θα τα συνοδεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) απηύθυνε πρόσφατα μια σημαντική έκκληση προς τα σχολεία σε όλο τον κόσμο να προωθήσουν την υγιεινή διατροφή και να διαμορφώσουν υγιεινά περιβάλλοντα τροφίμων για τα παιδιά. Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί μέρος νέας παγκόσμιας κατευθυντήριας γραμμής με στόχο να στηρίξει τη βελτίωση της διατροφής των μαθητών και να συμβάλει στην αντιμετώπιση κρίσιμων προβλημάτων δημόσιας υγείας.

Η Σημασία της Διατροφής στα Σχολεία

Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι η υγιεινή διατροφή στα σχολεία μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να αναπτύξουν υγιεινές διατροφικές συνήθειες που θα τα συνοδεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Αυτές οι συνήθειες έχουν άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο στην υγεία τους, αλλά και στην ικανότητά τους να μαθαίνουν και να αναπτύσσονται σωματικά και νοητικά.

Τα παιδιά περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας τους στο σχολείο, γεγονός που καθιστά το σχολικό περιβάλλον έναν ιδανικό χώρο για την προώθηση υγιεινών διαιτητικών πρακτικών. Επιπλέον, η κακή διατροφή στην παιδική ηλικία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων ασθενειών στην ενήλικη ζωή, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης τύπου 2 και η παχυσαρκία.

Το Παγκόσμιο Πρόβλημα της Διπλής Επιβάρυνσης

Η έκκληση του ΠΟΥ έρχεται σε μια περίοδο όπου πολλές χώρες αντιμετωπίζουν μια «διπλή επιβάρυνση» της διατροφής: την αύξηση της παχυσαρκίας στα παιδιά και την παράλληλη ύπαρξη θρεπτικών ελλείψεων και υποσιτισμού. Το 2025, περίπου 1 στα 10 παιδιά σχολικής ηλικίας και έφηβοι — δηλαδή περίπου 188 εκατομμύρια — ζούσαν με παχυσαρκία σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που για πρώτη φορά ξεπέρασε τον αριθμό των παιδιών που είναι λιποβαρή.

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί έναν διττό στόχο για την παγκόσμια δημόσια υγεία: να περιοριστεί η κατανάλωση ανθυγιεινών τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη, αλάτι και λιπαρά, ενώ παράλληλα να διασφαλιστεί ότι όλοι οι μαθητές έχουν πρόσβαση σε θρεπτικά, ισορροπημένα γεύματα.

Κεντρικές Συστάσεις της Κατευθυντήριας Γραμμής

Στις νέες κατευθυντήριες γραμμές του ΠΟΥ περιλαμβάνονται συγκεκριμένες συστάσεις για τις χώρες και τα σχολεία:

  • Καθορισμός προτύπων και κανόνων που αυξάνουν τη διαθεσιμότητα και κατανάλωση υγιεινών τροφίμων και περιορίζουν τα ανθυγιεινά. Αυτή η σύσταση θεωρείται «ισχυρή» και προτείνει συγκεκριμένα πρότυπα για τα σχολικά γεύματα και τα τρόφιμα που πωλούνται ή διανέμονται στο σχολικό περιβάλλον.

  • Παρεμβάσεις «nudging» που σχετίζονται με την τοποθέτηση, την παρουσίαση ή την τιμή των επιλογών τροφίμων, ώστε να ενθαρρύνονται οι μαθητές να επιλέγουν πιο υγιεινές επιλογές. Αυτές οι παρεμβάσεις αποτελούν μια «υπό όρους» σύσταση, αλλά έχουν δείξει ότι μπορούν να επηρεάσουν θετικά τη συμπεριφορά των παιδιών.

Παρόλο που πολλές χώρες έχουν ήδη εισαγάγει πολιτικές για υγιεινά σχολικά γεύματα, μόνο 48 χώρες έχουν αυστηρούς κανόνες που περιορίζουν την εμπορία ανθυγιεινών τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλάτι ή λιπαρά.

Η Σημασία της Παρακολούθησης και Εφαρμογής

Ο ΠΟΥ τονίζει ότι η ύπαρξη πολιτικών από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται μηχανισμοί παρακολούθησης και εφαρμογής για να διασφαλιστεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές υιοθετούνται ουσιαστικά. Αυτό περιλαμβάνει τη συνεργασία μεταξύ υπουργείων υγείας, παιδείας και άλλων φορέων, καθώς και την εκπαίδευση των σχολικών υπευθύνων για την υλοποίηση των αλλαγών.

Ο Ρόλος των Τοπικών και Εθνικών Αρχών

Η νέα κατευθυντήρια γραμμή αναγνωρίζει επίσης ότι οι υποεθνικές και τοπικές αρχές παίζουν κρίσιμο ρόλο στην εφαρμογή και επίβλεψη των αλλαγών. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δήμοι, οι σχολικές επιτροπές και οι περιφερειακές υπηρεσίες υγείας έχουν άμεση σχέση με τα σχολικά προγράμματα διατροφής και μπορούν να προσαρμόσουν τις πολιτικές στις τοπικές ανάγκες και πόρους.

Σχολεία Υγιεινής Διατροφής ως Πυλώνας Δημόσιας Υγείας

Η πρωτοβουλία αυτή του ΠΟΥ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο δράσεων που αποσκοπούν στη βελτίωση της υγείας και ευημερίας των παιδιών. Προηγούμενες συνεργασίες μεταξύ διεθνών οργανισμών, όπως η UNESCO και η UNICEF, έχουν ήδη επισημάνει τη σημασία των σχολείων ως χώρων που προωθούν όχι μόνο τη μάθηση, αλλά και την υγεία, την κοινωνική συνοχή και την ισότητα σε θέματα υγείας και ευημερίας.

Σε έναν κόσμο όπου οι ανισότητες στην υγεία και στη διατροφή είναι εμφανείς, η ενίσχυση των σχολικών περιβαλλόντων τροφίμων μπορεί να αποτελέσει ένα καθοριστικό βήμα για μια πιο δίκαιη, υγιή και παραγωγική κοινωνία για όλους.

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Φάρμακα για την παχυσαρκία: Διατήρηση του βάρους μετά τη διακοπή τους – Νέα δεδομένα

Μελέτη σε 135.000 ασθενείς δείχνει ότι η διατήρηση της απώλειας βάρους είναι εφικτή, αμφισβητώντας την ανάγκη για δια βίου χρήση φαρμάκων GLP-1

Παρά το γεγονός ότι τα φάρμακα GLP‑1 κατά της παχυσαρκίας, όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, οδηγούν σε σημαντική απώλεια βάρους κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πολλές επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι μεγάλο μέρος αυτού του βάρους τείνει να επανέλθει μετά τη διακοπή της.

Μετα‑ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών βρήκε ότι μετά τη διακοπή των GLP‑1 αγωνιστών υπήρξε σημαντική επαναπρόσληψη βάρους στους ασθενείς και μάλιστα η επαναφορά ήταν ανάλογη της απώλειας. Σε αντίστοιχα συμπεράσματα κατέλειξαν και μελέτες χρηματοδοτούμενες από τις εταιρείες Novo και Lilly, οι οποίες κάνουν λόγο για την ανάγκη ισόβιας χρήσης των φαρμάκων.

 

Παχυσαρκία και φάρμακα GLP-1: Η ανατροπή στα δεδομένα

Ωστόσοι, μια νέα έρευνα της εταιρείας nference, η οποία βασίστηκε σε έναν εκτενή όγκο κλινικών δεδομένων από τις ΗΠΑ, φέρνει στο φως αναπάντεχα ευρήματα και αντικρουόμενα σε σχέση με τις προγενέστερες μελέτες των φαρμακοβιομηχανιών.

Η ανάλυση, που κοινοποιήθηκε στο Reuters, αποκαλύπτει ότι πολλοί ασθενείς δεν ανέκτησαν άμεσα το χαμένο βάρος μετά τη θεραπεία, ενώ ένα αξιοσημείωτο ποσοστό συνέχισε να αδυνατίζει έως και 18 μήνες μετά την ολοκλήρωση της.

Αξιοποιώντας την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι ερευνητές ανέλυσαν 14 εκατομμύρια ιατρικές σημειώσεις και 15 εκατομμύρια καταχωρίσεις κλινικών δεδομένων για περισσότερους από 135.000 ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με ένα μόνο φάρμακο GLP-1 κατά τη διάρκεια ενός έτους.

Στην ομάδα της τιρζεπατίδης, μεταξύ σχεδόν 18.000 χρηστών, μόνο το 28% ξαναπήρε βάρος, το 36% παρέμεινε σταθερό και το 36% συνέχισε να χάνει κιλά.

Αντίστοιχα, στη σεμαγλουτίδη, μεταξύ 37.500 χρηστών, το 33% ανέκτησε βάρος, το 32% σταθεροποιήθηκε και το 35% συνέχισε να χάνει βάρος. Σύμφωνα με τον επικεφαλής επιστήμονα Βένκι Σουνταραράτζαν, η μέση μεταβολή βάρους ήταν 0%, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο τυπικός ασθενής καταφέρνει να βρει ένα νέο «σημείο ισορροπίας».

Η σύγκρουση με τις μελέτες των φαρμακοβιομηχανιών

Τα δεδομένα αυτά έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τη θέση εταιρειών όπως η Novo Nordisk και η Eli Lilly, οι οποίες χαρακτηρίζουν την παχυσαρκία ως χρόνια νόσο που απαιτεί ισόβια χρήση φαρμάκων.

Ενδεικτικά, μελέτη του 2022 που χρηματοδοτήθηκε από τη Novo, έδειχνε ότι οι ασθενείς ανακτούσαν τα δύο τρίτα του βάρους τους ένα χρόνο μετά τη διακοπή.  Σε αντίστοιχα δε αποτελέσματα κατέλειξε και η μελέτη της Eli Lilly. Αν και οι εκπρόσωποι των εταιρειών απέφυγαν να σχολιάσουν την ανάλυση της nference, τα νέα στοιχεία αμφισβητούν την ανάγκη για διαρκή φαρμακευτική αγωγή.

Το «κλειδί» της διατήρησης του βάρους: Στρατηγική διαχείριση και αλλαγή συνηθειών

Ο Βένκι Σουνταραράτζαν και ο Δρ. Μάικλ Γκίμπσον της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ υπογραμμίζουν ότι η επιτυχία κρύβεται στη «στρατηγική διαχείριση» της υγείας, δηλαδή στην εφαρμογή ενός συγκεκριμένου σχεδίου δράσης. Τα ευρήματα δείχνουν ότι όσοι έλαβαν εξειδικευμένη καθοδήγηση για σωματική άσκηση μετά τη θεραπεία, είχαν διπλάσιες πιθανότητες να διατηρήσουν το αποτέλεσμα.

Την άποψη αυτή ενισχύει και ο πρώην επικεφαλής του FDA, Δρ. Ντέιβιντ Κέσλερ, ο οποίος χρησιμοποίησε και ο ίδιος GLP-1 σκεύασμα.

Όπως δήλωσε στο Reuters, η διατήρηση του οφέλους απαιτεί από τους ασθενείς να αποφύγουν την επιστροφή στις παλιές διατροφικές τους συνήθειες. «Δεν είναι τα φάρμακα που προκαλούν τη διαρκή απώλεια βάρους», ανέφερε χαρακτηριστικά, «είναι το πόσο μαθαίνεις να προσαρμόζεις τη διατροφή σου σε νέα βάση όσο τα παίρνεις».

Πώς το σώμα «θυμάται» τη θεραπεία και τι μπορεί να χαλάσει την ισορροπία

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα είναι ότι τα φάρμακα GLP-1 φαίνεται να αφήνουν ένα θετικό «αποτύπωμα» στον οργανισμό. Οι επιστήμονες υποψιάζονται ότι η θεραπεία μπορεί να επαναρρυθμίζει μόνιμα το ενεργειακό ισοζύγιο και τα κέντρα της όρεξης στον εγκέφαλο, βοηθώντας το σώμα να καίει λίπος πιο αποτελεσματικά ακόμα και μετά τη διακοπή της ένεσης.

Ωστόσο, αυτή η νέα ισορροπία είναι ευαίσθητη. Η μελέτη έδειξε ότι η ανάκτηση του βάρους δεν συμβαίνει τυχαία, αλλά συχνά πυροδοτείται από καταστάσεις που εξαντλούν τον οργανισμό ή κλονίζουν την ψυχολογία του ασθενούς. Παράγοντες όπως:

  • Η ψυχική πίεση: Το έντονο άγχος και η κατάθλιψη συχνά επαναφέρουν τη «συναισθηματική υπερφαγία».
  • Οργανικές αδυναμίες: Καταστάσεις όπως η αναιμία ή ορμονικές διαταραχές του θυρεοειδούς φαίνεται να δυσκολεύουν τον μεταβολισμό.
  • Διαταραχές στην υγεία: Ακόμα και η χρήση αντιβιοτικών μετά τη θεραπεία συνδέθηκε με την αύξηση βάρους, πιθανώς λόγω της επίδρασής τους στο μικροβίωμα του εντέρου, το οποίο παίζει κρίσιμο ρόλο στον έλεγχο του βάρους.

Επιφυλάξεις και περιορισμοί

Παρά τα ενθαρρυντικά μηνύματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης (observational study) και όχι για αυστηρά ελεγχόμενη κλινική δοκιμή.

Υπάρχουν περιορισμοί, όπως η ελλιπής γνώση του πλήρους ιστορικού ή των ακριβών δόσεων που χρησιμοποιήθηκαν. Παρόλα αυτά, η ανάλυση προσφέρει μια βάσιμη ελπίδα ότι η παχυσαρκία μπορεί να αντιμετωπιστεί με πιο ευέλικτες, περιοδικές θεραπείες, χρησιμοποιώντας το φάρμακο ως την απαραίτητη ώθηση για μια μόνιμη αλλαγή τρόπου ζωής.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Θεμιστοκλέους: Σε 3 έως 4 ημέρες τα ραντεβού με παθολόγο-ογκολόγο στο ΕΣΥ – Σε ποιο νοσοκομείο υπάρχει μεγαλύτερη αναμονή

Ο Μάριος Θεμιστοκλέους αναφέρθηκε επίσης στην έξαρση της γρίπης, την επάρκεια εμβολίων και σε 5.000 προσλήψεις μέχρι το τέλος του χρόνου στο ΕΣΥ

Σημαντικές βελτιώσεις στη λειτουργία του ΕΣΥ και την ανταπόκριση των νοσοκομείων παρουσίασε σε σημερινή του συνέντευξη ο Υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους. Στην κορυφή της ατζέντας του βρέθηκε η δραστική μείωση των χρόνων αναμονής, με ιδιαίτερη αναφορά στις ογκολογικές εξετάσεις και θεραπείες, όπου οι καθυστερήσεις έχουν περιοριστεί σημαντικά, προσφέροντας άμεση ανακούφιση σε μια από τις πιο ευάλωτες ομάδες ασθενών.

 

Αναφέρθηκε στην έξαρση της γρίπης και την πίεση στα νοσοκομεία, στον εμβολιασμό και τη διαθεσιμότητα εμβολίων, στη σύγκριση γρίπης και κορωνοϊού ειδικά ως προς τα παιδιά.

Αναφορικά με τη γρίπη και την πίεση στα νοσοκομεία

Ο κ. Θεμιστοκλέους τόνισε, στη σημερινή του παρουσία στην τηλεόραση του MEGA,  ότι δεν χρειάζεται πανικός, επισημαίνοντας ότι «δεν πρέπει να τρομάζουμε καθώς η γρίπη είναι κάθε χρόνο εδώ. Η γρίπη εμφανίζεται κάθε χρόνο τον χειμώνα και αυτή είναι η περίοδος που αναμένεται η κορύφωσή της». Ανέφερε ότι στα νοσοκομεία υπάρχει αυξημένη προσέλευση και πίεση, κάτι που αναμένεται και παρακολουθείται.

Όπως ανέφερε, «την τρέχουσα εβδομάδα παρατηρείται μικρότερη προσέλευση σε σχέση με την προηγούμενη, όμως αυτό δεν αποτελεί ένδειξη αποκλιμάκωσης, καθώς ενδεχόμενη πτώση της θερμοκρασίας μπορεί να οδηγήσει σε νέα κορύφωση».

 Αναφορικά με τον εμβολιασμό και τη διαθεσιμότητα εμβολίων

Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε: «Έχουν εμβολιαστεί περίπου 2,8 εκατομμύρια πολίτες και το επίπεδο εμβολιασμού είναι λίγο υψηλότερο από προηγούμενες χρονιές». Αναφερόμενος στη διαθεσιμότητα, σημείωσε ότι «Υπάρχει διαθεσιμότητα εμβολίων στα φαρμακεία». Διευκρίνισε ότι ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει τόσο σε φαρμακείο όσο και σε Κέντρο Υγείας.

Αναφορικά με τους χρόνους αναμονής των ΤΕΠ

Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε ότι «οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί πολύ στα τμήματα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ)» και έφερε στοιχεία για τους χρόνους αναμονής. Όπως ανέφερε, «πριν από έναν χρόνο είχαν καταγραφεί αναμονές που έφταναν 9 ώρες, ενώ αυτή τη στιγμή είμαστε στις 4,5 ώρες στα τμήματα κατά μέσο όρο», διευκρινίζοντας ότι τα επείγοντα περιστατικά εξυπηρετούνται άμεσα. Πρόσθεσε ότι «η βελτίωση συνδέεται με το ότι έχουμε περισσότερο προσωπικό, υπάρχει το «βραχιολάκι» και υπάρχουν πλέον καλύτεροι χώροι στα νοσοκομεία».

Αναφορικά με τη μεταρρύθμιση που διευκολύνει την πρόσβαση των ασθενών στο ΕΣΥ

Ο Υφυπουργός Υγείας ανέφερε ότι υπήρξε συνάντηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους εμπλεκόμενους φορείς της ογκολογίας, παραθέτοντας ότι «αυτή τη στιγμή ραντεβού με παθολόγο-ογκολόγο μπορεί να κλείσει ο πολίτης μέσα σε τρεις έως τέσσερις ημέρες». Ανέφερε ότι, από τα στοιχεία που παρουσίασε, το πιο μακρινό ραντεβού που εντόπισε ήταν στην παθολογική ογκολογία του «Αττικόν», με ημερομηνία 8 Φεβρουαρίου. Υπενθύμισε επίσης ότι οι πολίτες μπορούν να κλείνουν ραντεβού μέσω της εφαρμογής MyHealth App, τηλεφωνικά στο 1566, καθώς και μέσω της πλατφόρμας findoctors.gov.gr.

Αναφορικά με την Ανατολική Αττική

Ο κ. Θεμιστοκλέους τόνισε ότι «όλα τα Κέντρα Υγείας της Ανατολικής Αττικής ανακαινίζονται αυτή τη στιγμή». Πρόσθεσε ότι την προηγούμενη εβδομάδα εγκαινιάστηκε το Κέντρο Υγείας Βάρης, ενώ αναφέρθηκε και στα Κέντρα Υγείας Κορωπίου και Μαρκοπούλου, σημειώνοντας ότι «πρόκειται για δομές που χτίστηκαν τη δεκαετία του 1980 και δεν είχε ανακαινιστεί ούτε καρφί εδώ και 40 έως 45 χρόνια και πλέον παραδίδονται πλήρως αναβαθμισμένα και ανακαινισμένα».

Επιπροσθέτως, ανέφερε ότι «υπάρχει πλέον περισσότερο προσωπικό σε σχέση με πριν». Ακόμα, στάθηκε στο ζήτημα των ασθενοφόρων, λέγοντας ότι «έχει αυξηθεί ο αριθμός των ασθενοφόρων στην Ανατολική Αττική σε σχέση με όσα επιχειρούσαν τα προηγούμενα χρόνια και τους επόμενους δύο μήνες θα προκηρυχθούν 3.000 θέσεις επικουρικού προσωπικού πανελλαδικά, ενώ μέσα στη χρονιά θα προκηρυχθούν και 5.000 μόνιμες θέσεις, μεταξύ άλλων για νοσηλευτικό προσωπικό και διασώστες ΕΚΑΒ».

Παράλληλα σημείωσε τη σημασία της ενίσχυσης των Κέντρων Υγείας, επισημαίνοντας ότι μέσω της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας μπορεί να βοηθηθεί κάποιος και να αποφύγει την επιβάρυνση των νοσοκομείων.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Οι αναδυόμενοι βιοδείκτες στη διάγνωση της Νόσου Αλτσχάιμερ

Η νόσος Αλτσχάιμερ και οι σχετικές μορφές άνοιας επηρεάζουν περισσότερα από 55 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, αριθμός που αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2050 καθώς ο πληθυσμός γερνάει. Πέρα από το καταστροφικό προσωπικό κόστος, η άνοια κοστίζει στην παγκόσμια οικονομία περισσότερα από 1,3 τρισ. δολ. ετησίως.

Θεραπείες τροποποίησης ασθενειών, όπως το Leqembi και το Kisunla, έχουν πρόσφατα αναδειχθεί ως θεραπευτικές επιλογές. Αυτές λειτουργούν συνδεόμενες με τοξικά μόρια που σχετίζονται με την ασθένεια, ενεργοποιώντας το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού για την εξάλειψή τους. Παρόλο που έχει αποδειχθεί ότι επιβραδύνουν μέτρια την εξέλιξη της νόσου, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την έγκαιρη και ακριβή διάγνωση. Η νόσος Αλτσχάιμερ, ωστόσο, εξακολουθεί να διαγιγνώσκεται εσφαλμένα ή να διαγιγνώσκεται πολύ αργά, συχνά μετά από μη αναστρέψιμη εγκεφαλική βλάβη.

Αυτό θα μπορούσε σύντομα να αλλάξει. Οι πρόσφατες ανακαλύψεις στους βιοδείκτες που βασίζονται στο αίμα, μαζί με τις εξελίξεις στα ψηφιακά εργαλεία, τη μοριακή ανάλυση προφίλ και τις πολυτροπικές προσεγγίσεις, θα μπορούσαν να επιτρέψουν έγκαιρες και ακριβέστερες διαγνώσεις.

Ξεπερασμένα Παραδοσιακά Εργαλεία, Καθυστερημένη Θεραπεία

Η παραδοσιακή διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ βασίζεται σε έναν συνδυασμό μεθόδων : γνωστικές εξετάσεις, ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης και απεικόνιση εγκεφάλου, όπως τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) ή μαγνητική τομογραφία (MRI). Παρά την αποτελεσματικότητά τους σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα, αυτά τα εργαλεία έχουν σημαντικούς περιορισμούς, με αποτέλεσμα περίπου το 75% των περιπτώσεων άνοιας να μη διαγιγνώσκονται παγκοσμίως.

Η πρωτοποριακή μέθοδος βιοδεικτών αίματος

Τον Μάιο του 2025, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε την πρώτη εξέταση αίματος που βοηθά στη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ, ένα ορόσημο που θα μπορούσε να μεταμορφώσει το διαγνωστικό τοπίο.

Το τεστ Elecsys της Roche αποτελεί μια ακόμη σημαντική πρόοδο στους βιοδείκτες αίματος. Τον Οκτώβριο του 2025, ο FDA ενέκρινε αυτήν τη δοκιμασία για χρήση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, με σκοπό τον αποκλεισμό της νόσου Αλτσχάιμερ. Επεκτείνοντας τη χρήση της από την ειδικότητα στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, η δοκιμασία έχει τη δυνατότητα να διευρύνει περαιτέρω την πρόσβαση.

Οι βιοδείκτες που βασίζονται στο αίμα παρουσιάζουν ισχυρό δυναμικό απλοποίησης και επιτάχυνσης της διάγνωσης, ενδεχομένως να αποτελέσουν ακρογωνιαίο λίθο της φροντίδας της νόσου Αλτσχάιμερ την επόμενη δεκαετία.

Ψηφιακοί βιοδείκτες για έγκαιρη ανίχνευση

Πέρα από τους βιοδείκτες αίματος, οι ψηφιακοί βιοδείκτες —δεδομένα που προέρχονται από καθημερινές αλληλεπιδράσεις με smartphones, wearables και άλλες συσκευές— προσφέρουν πρωτοφανείς ευκαιρίες για την έγκαιρη ανίχνευση ανεπαίσθητων αλλαγών στην παθολογία της νόσου Αλτσχάιμερ.

Δοκιμές που βασίζονται σε εφαρμογές

Οι εφαρμογές που παρέχουν ψηφιοποιημένα γνωστικά τεστ κερδίζουν έδαφος, επιτρέποντας επαναλαμβανόμενες, χαμηλού κόστους αξιολογήσεις με την πάροδο του χρόνου. Αυτά τα εργαλεία προσφέρουν σύντομες εργασίες που μπορούν να μετρήσουν τη μνήμη, την προσοχή, την εκτελεστική λειτουργία και την ταχύτητα επεξεργασίας — βασικούς τομείς που επηρεάζονται από τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές εξετάσεις σε χαρτί, οι ψηφιακές αξιολογήσεις μπορούν να διεξαχθούν εξ αποστάσεως και να βαθμολογηθούν άμεσα.

Παθητική παρακολούθηση

Η καθημερινή συμπεριφορά μπορεί επίσης να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη γνωστική λειτουργία. Οι φορητές συσκευές και τα smartphones χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την παρακολούθηση των προτύπων ύπνου, της κίνησης και της μεταβλητότητας της τοποθεσίας, τα οποία μπορεί να συσχετίζονται με γνωστικές αλλαγές.

Η ομιλία ειδικότερα αναδεικνύεται ως ένας ισχυρός παθητικός βιοδείκτης της πρώιμης νόσου Αλτσχάιμερ. Οι αλλαγές στην επιλογή λέξεων, το νόημα και τη δομή των προτάσεων μπορούν να προηγηθούν της αισθητής γνωστικής εξασθένησης. Σε πρόσφατες μελέτες, οι ψηφιακοί βιοδείκτες που προέρχονται από την ομιλία μπόρεσαν να διακρίνουν με επιτυχία μεταξύ γνωστικά υγιών ατόμων και ατόμων με ήπια γνωστική εξασθένηση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% του χρόνου.

Μοριακοί βιοδείκτες για ακριβή διάγνωση

Η ανάγκη καλύτερης κατανόησης της ετερογενούς φύσης της νόσου Αλτσχάιμερ είναι επίσης επείγουσα. Η γνωστική εξασθένηση στους ασθενείς με Αλτσχάιμερ ποικίλλει σημαντικά, διαφοροποιούμενη ως προς το πότε εμφανίζονται τα συμπτώματα και την ταχύτητα εξέλιξής τους. Αυτή η διακύμανση συχνά αντανακλά την παρουσία άλλων εγκεφαλικών παθολογιών πέρα από την κλασική νόσο Αλτσχάιμερ. Αναδυόμενα εργαλεία αρχίζουν να είναι σε θέση να εντοπίσουν αυτούς τους υποτύπους, ανοίγοντας το δρόμο για μια βαθύτερη κατανόηση της νόσου και μια πιο στοχευμένη φροντίδα για τους ασθενείς.

Προσεγγίσεις Omics

Ένας τρόπος για να ανακαλύψουμε αυτούς τους ποικίλους παράγοντες που προκαλούν τη νόσο Αλτσχάιμερ είναι η ανάλυση μεγάλης κλίμακας γονιδίων, RNA ή πρωτεϊνών, ένας όρος που ονομάζεται ευρέως omics. Μετρώντας χιλιάδες μόρια ταυτόχρονα, αυτά τα εργαλεία επιτρέπουν στους ερευνητές να εντοπίσουν νέους βιοδείκτες που αποκαλύπτουν μηχανισμούς που συχνά παραβλέπονται στις παραδοσιακές μελέτες ενός μορίου.

Μια συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η GNPC δημιούργησε το μεγαλύτερο ενοποιημένο σύνολο πρωτεωμικών δεδομένων στον κόσμο, το οποίο επικεντρώνεται σε νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η νόσος Αλτσχάιμερ. Περιλαμβάνει σχεδόν 300 εκατομμύρια μετρήσεις πρωτεϊνών, συνδεδεμένες, όπου είναι δυνατόν, με κλινικά αρχεία, ιατρική απεικόνιση και γενετικά δεδομένα.

Πολυτροπική Προσέγγιση: Συνδυασμός Ψηφιακών και Μοριακών Βιοδεικτών

Κανένας μεμονωμένος βιοδείκτης δεν μπορεί να αποτυπώσει την πλήρη πολυπλοκότητα της νόσου Αλτσχάιμερ. Το μέλλον της διάγνωσης της νόσου Αλτσχάιμερ μπορεί να έγκειται σε πολυτροπικές (πολύπλευρες) προσεγγίσεις που συνδυάζουν βιοδείκτες αίματος, ψηφιακά δεδομένα, απεικόνιση, γενετική και κλινικό ιστορικό για να παρέχουν ολοκληρωμένες αξιολογήσεις.

Καθώς αυτές οι συναρπαστικές τεχνολογίες ωριμάζουν, μία πρόκληση παραμένει: η μεταφορά τους στην πραγματική, παγκόσμια πρακτική.

Τα διαγνωστικά είναι αποτελεσματικά μόνο εάν είναι προσβάσιμα. Πολλές από αυτές τις καινοτομίες, ωστόσο, αναπτύσσονται και επικυρώνονται σε ομοιογενείς πληθυσμούς υψηλού εισοδήματος. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι, από τις 12.000 δημοσιευμένες μελέτες νευροαπεικόνισης, το 84% έως 87% των συμμετεχόντων στη μελέτη είναι μη ισπανόφωνοι λευκοί. Αυτή η απόκλιση έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα πραγματικά περιβάλλοντα, όπου τα έγχρωμα ή ισπανόφωνα άτομα εκτιμάται ότι έχουν 1,5 έως 2 φορές αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Η ενσωμάτωση σε υπάρχουσες κλινικές ροές εργασίας παρουσιάζει επίσης προκλήσεις. Για παράδειγμα, επειδή οι βιοδείκτες που βασίζονται στο αίμα είναι καινούργιοι, πολλοί κλινικοί γιατροί έχουν περιορισμένη εμπειρία στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων και στην ενσωμάτωσή τους σε υπάρχοντα διαγνωστικά πλαίσια.

Το κόστος είναι ένας άλλος παράγοντας: Οι εξετάσεις αίματος είναι γενικά πιο προσιτές από τις σαρώσεις PET, με τις τρέχουσες τιμές να κυμαίνονται συνήθως από μερικές εκατοντάδες δολάρια έως 1.200 δολάρια. Ωστόσο, τα μοντέλα αποζημίωσης για την υποστήριξη της ευρείας χρήσης εξακολουθούν να εξελίσσονται και απαιτούν περαιτέρω παραγωγή πραγματικών δεδομένων.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Ο πρόεδρος της ομάδας εργασίας για το σχέδιο δράσης κατά του καρκίνου

Τον πρόεδρο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου, Γιώργο Καπετανάκη, πρότεινε ο Υπουργός Υγείας κ. Α. Γεωργιάδης να είναι ο πρόεδρος της ομάδας εργασίας για τη δημιουργία του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Καρκίνο.

Το οποίο, όπως αποκάλυψε ο Υπουργός στην πρόσφατη συνέντευξη τύπου που πραγματοποίησε ο ΣΦΕΕ με θέμα την Εθνική Πολιτική για το Σχέδιο δράσης θα ενταχθεί στο ΕΣΠΑ του Υπουργείου Υγείας εντός του 2026.

Ο κ. Γ. Καπετανάκης αποδέχθηκε αυτή την πρόταση τονίζοντας ότι είναι τιμητική.
Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Πρώτη θεραπεία για σοβαρές σπάνιες νόσους των νεφρών, με ελληνική “σφραγίδα”

Το pegcetacoplan βασίζεται στο μόριο της κομπστατίνης που ανακάλυψε ο καθηγητής Ι. Λάμπρης. Μιλούν στο iatronet.gr ο ίδιος και η καθηγήτρια Παιδιατρικής Νεφρολογίας, Σ. Σταμπουλή.

 

Δύο σπάνιες, σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή νόσοι των νεφρών με κακή πρόγνωση, βρίσκουν για πρώτη φορά στοχευμένη θεραπεία. Μερικούς μήνες μετά τις ΗΠΑ, τo pegcetacoplan (πεγκσετακοπλάνη) εξασφάλισε και ευρωπαϊκή έγκριση για την πρωτοπαθή σπειραματοπάθεια C3 (C3G) και την πρωτοπαθή μεμβρανοϋπερπλαστική σπειραματονεφρίτιδα (IC-MPGN), δίνοντας ελπίδα σε περίπου 8.000 ασθενείς στην Ευρώπη, μεταξύ αυτών και έφηβοι, ηλικίας 12 ως 17 ετών.

Πρόκειται για έναν στοχευμένο αναστολέα της πρωτεΐνης του συμπληρώματος C3, που έχει σχεδιαστεί για να ρυθμίζει την ανεξέλεγκτη ενεργοποίηση του συμπληρώματος, η οποία αποτελεί τον βασικό μηχανισμό προοδευτικής νεφρικής βλάβης στις δύο αυτές παθήσεις. Το φάρμακο βασίζεται στο μόριο κομπστατίνη (compstatin) που έχει αναπτύξει η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, Ιωάννη Λάμπρη (φωτογραφία πάνω).

Μιλώντας στο iatronet.gr, ο διακεκριμένος Έλληνας ερευνητής του συμπληρώματος (ενός αρχέγονου τμήματος του ανοσοποιητικού συστήματος) επισημαίνει μέσα από τη βασική έρευνα και τη μελέτη της εξέλιξης αυτού του δικτύου πρωτεϊνών της έμφυτης ανοσίας αναδείχθηκαν θεραπευτικοί στόχοι και φαρμακευτικά μόρια που πλέον αποτελούν πραγματικές λύσεις για ασθενείς που δεν είχαν άλλες επιλογές.

Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Παιδιατρικής Νεφρολογίας στο ΑΠΘ, Στέλλα Σταμπουλή, (φωτογραφία), περιγράφει τα χαρακτηριστικά των δύο σοβαρών νόσων και μιλά για τη σημασία της ένταξης της πρώτης θεραπείας για τους ασθενείς.

Οι δύο παθήσεις

Όπως εξηγεί η κ. Σταμπουλή, η νόσος C3G και η πρωτοπαθής IC-MPGN είναι σπάνιες αυτοάνοσες νεφρικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από δυσλειτουργία της ανοσολογικής οδού του συμπληρώματος με αποτέλεσμα εναποθέσεις της πρωτεΐνης C3 στους νεφρούς με επιπρόσθετες εναποθέσεις ανοσοσφαιρινών στην περίπτωση της πρωτοπαθούς IC-MPGN. Η πρόγνωση είναι δυσμενής με εξέλιξη σε νεφρική ανεπάρκεια σε ποσοστό έως και 50% των ασθενών εντός 10 ετών. Οι υποτροπές μετά από μεταμόσχευση νεφρού ξεπερνούν το 60% και σχετίζονται με την απώλεια του μοσχεύματος και την επιστροφή του ασθενή σε εξωνεφρική κάθαρση.

Και οι 2 παθήσεις μπορούν να εμφανιστούν σε οποιονδήποτε ηλικία, αλλά διαγιγνώσκονται συχνότερα στην παιδική ηλικία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Η C3G θεωρείται πολύ σπάνια, καθώς προσβάλλει 1-2 στο ένα εκατομμύριο άτομα ετησίως και είναι πιο συχνή στα παιδιά, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε ενήλικες. Η IC-MPGN είναι επίσης σπάνια, αν και είναι κάπως πιο συχνή από την C3G. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά διαγιγνώσκεται συχνότερα σε ενήλικες.

Η έγκαιρη διάγνωση και των δύο ασθενειών επιτρέπει την έγκαιρη θεραπεία, η οποία μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της πρωτεϊνουρίας, στην προστασία της νεφρικής λειτουργίας και στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου.

Θεραπεία

Μέχρι πρόσφατα, συνεχίζει η καθηγήτρια, οι συνήθεις προσεγγίσεις για τη θεραπεία περιλάμβαναν υποστηρικτικά μέτρα κοινά για πολλές νεφρικές παθήσεις, όπως η βελτιστοποίηση της αρτηριακής πίεσης και ο έλεγχος της πρωτεϊνουρίας, και ανοσοκαταστολή για τον μετριασμό της φλεγμονής, παρά ειδικές θεραπείες που αντιμετωπίζουν την υποκείμενη δυσλειτουργία του C3. Οι κατευθυντήριες γραμμές συνιστούσαν εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση, με ανοσοκατασταλτική θεραπεία με μυκοφαινολική μοφετίλη και γλυκοκορτικοειδή  σε ασθενείς με προοδευτική έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή επίμονη πρωτεϊνουρία, αν και η αποτελεσματικότητά της ήταν συχνά φτωχή ή υψηλό ποσοστό υποτροπής μετά τη διακοπή της θεραπείας.

“Ωστόσο, χάρη στις πρόσφατες εξελίξεις στη στοχευμένη θεραπεία με αναστολείς του συμπληρώματος σε αυτές τις νόσους με θετικά αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές φάσης 3 φαίνεται να αλλάζει ευμενώς το θεραπευτικό τοπίο των παθήσεων αυτών”, σημειώνει η κ. Σταμπουλή και προσθέτει: “Τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές με το φάρμακο Pegcetacoplan έδειξαν εξαιρετικά ενθαρρυντικές αναφορές πρώιμης αποτελεσματικότητας και ασφάλειας, ενώ το φάρμακο φαίνεται να μπορεί να αποτρέψει την υπερβολική εναπόθεση προϊόντων διάσπασης C3 και  επομένως τη νεφρική βλάβη”.

Πιο συγκεκριμένα, στη μελέτη φάσης 3 VALIANT, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη που αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του pegcetacoplan σε 124 ασθενείς, ηλικίας 12 ετών και άνω, με C3G ή πρωτοπαθή IC-MPGN, οι ασθενείς που έλαβαν pegcetacoplan παρουσίασαν σημαντική μείωση της πρωτεϊνουρίας που κυμαινόταν από 62,5% έως 74,5% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε όλες τις υποομάδες συμπεριλαμβανομένων των εφήβων. Οι ασθενείς που έλαβαν ταυτόχρονα ανοσοκατασταλτικά είχαν μείωση της πρωτεϊνουρίας κατά 70,3% με το pegcetacoplan σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο και σχετική βελτίωση της νεφρικής λειτουργίας βάση του eGFR (κατά +6,8 ml/min ανά 1,73 m2) στις 26 εβδομάδες.

Το φάρμακο κυκλοφορεί ήδη στην Ελλάδα και μπορεί να συνταγογραφηθεί ως εντός ένδειξης μη αποζημιούμενο από τον ΕΟΠΥΥ, ενώ εντός του 2026 αναμένεται να ενταχθεί στη λίστα. Χορηγείται ως υποδόρια ένεση δύο φορές την εβδομάδα σε ενήλικες με τη χρήση εμπορικά διαθέσιμης αντλίας έγχυσης ή συσκευής έγχυσης επί του σώματος, ενώ για τους παιδιατρικούς ασθενείς συνιστάται δοσολογία με βάση το βάρος.

Ι. Λάμπρης: Από τη βασική έρευνα σε θεραπεία που σώζει ζωές

“Ως ο επιστήμονας που καθοδήγησε την ομάδα που ανακάλυψε το μόριο στο οποίο βασίζεται το εγκεκριμένο φάρμακο νιώθω βαθιά συγκίνηση βλέποντας αυτή την ανακάλυψη να μετατρέπεται σε θεραπεία που σώζει και βελτιώνει ζωές”, αναφέρει o καθηγητής Ιωάννης Λάμπρης, προσθέτοντας: “Αυτό που ξεκίνησε ως βασική έρευνα πάνω στο συμπλήρωμα και τη βιολογία του C3, και ως μια ιδέα που πολλοί θεωρούσαν αδύνατη, εξελίχθηκε – μέσα από επιμονή, συνεργασίες και επιστημονική καινοτομία – σε ένα εγκεκριμένο φάρμακο για σπάνιες και σοβαρές ασθένειες”.

Ο διακεκριμένος καθηγητής ευχαριστεί όλους τους φοιτητές, ακαδημαϊκούς και κλινικούς συνεργάτες, τις φαρμακευτικές εταιρείες και οργανισμούς που πίστεψαν σε αυτό το όραμα και συνέβαλαν στο να γίνει πραγματικότητα, καταλήγοντας πως “το μεγαλύτερο βραβείο, όμως, είναι να γνωρίζω ότι η δουλειά μας προσφέρει ελπίδα και προοπτική σε ανθρώπους που το έχουν πραγματικά ανάγκη”.

Κομπστατίνη

Η κομπστατίνη είναι ο πρώτος μικρού μεγέθους πεπτιδικός αναστολέας της πρωτεϊνης C3 του συμπληρώματος. Ανακαλύφθηκε το 1996 στο εργαστήριο που διευθύνει ο Ι. Λάμπρης στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και έκτοτε έχει αναδειχτεί σε κλινικές μελέτες ως αποτελεσματικό θεραπευτικό μέσο για διάφορες ασθένειες που σχετίζονται με την ανεξέλεγκτη ενεργοποίηση του συμπληρώματος.

Το 2021 ο δεύτερης γενιάς αναστολέας C3 που βασίζεται στην κομπστατίνη έλαβε κλινική έγκριση ως νέα θεραπεία για την παροξυσμική νυχτερινή αιμοσφαιρινουρία. Το 2023 αποτέλεσε τη βάση σκευάσματος που εγκρίθηκε από τον FDA για την θεραπεία της Γεωγραφικής Ατροφίας. Ακολούθησε το 2025 η έγκριση για τις δύο σπάνιες νεφρικές νόσους, ενώ τρίτης και τέταρτης γενιάς αναστολείς με βάση την κομπστατίνη βρίσκονται σε στάδιο κλινικών δοκιμών για άλλες ασθένειες.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/