Σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να γίνεται και πως συνεισφέρει στην πρόληψη και τη θεραπευτική αντιμετώπιση
Ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν σε χθεσινό πάνελ που διοργάνωσε η GE Healthcare για τον καρκίνο του μαστού ήταν και ο ρόλος του γενετικού ελέγχου τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία της νόσου. Όπως αναφέρθηκε συγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις κατευθύνουν τις γυναίκες προς ένα γονιδιακό έλεγχο, και στην περίπτωση που ένας τέτοιος έλεγχος αποβεί θετικός τότε τα πρωτόκολλα που ακολουθούνται για την πρόληψη είναι διαφορετικά. Αναλυτικότερα το υπερηχογράφημα, η κλινική εξέταση και η μαστογραφία ξεκινούν από την ηλικία των 20-25 ετών με στόχο την έγκαιρη διάγνωση. Ο γενετικός έλεγχος βοηθά επίσης και στην επιλογή πιο αποτελεσματικής θεραπείας (π.χ σε ασθενείς με τριπλά αρνητικό καρκίνο). Μια γενική εκτίμηση για το ποσοστό των γυναικών που έχουν κληρονομική προδιάθεση για καρκίνο του μαστού στο σύνολο όσων νοσούν είναι περίπου το 10%. Ωστόσο, όπως τονίστηκε, ένας παράγοντας που επίσης συντελεί σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου πέρα από την κληρονομικότητα και συνήθως δεν λαμβάνεται υπόψη είναι και η ακτινοβολία στο θώρακα σε ηλικίες από 10 έως 30 ετών για τη θεραπεία συνήθως αιματολογικών νοσημάτων. Αναφέρθηκε επίσης ότι σε μια μετα-ανάλυση 12 ερευνών για την επίδραση της γενετικής συμβουλευτικής σε γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, βρέθηκε ότι τελικά σε βάθος χρόνου η γενετική συμβουλευτική μειώνει τα επίπεδα άγχους της γυναίκας και συντελεί στην καλύτερη εκτίμηση του προσωπικού της κινδύνου.
Πηγη:HealthDaily
