Γιατροί ΕΚΠΑ για μύκητα CANDIDA AURIS

Ο τρόπος αντιμετώπισης δεν είναι ο φόβος αλλά η ενημέρωση
και η λήψη προληπτικών μέτρων
Ο Candida auris είναι ένας μύκητας που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2009 και
παρουσιάζει πλέον παγκόσμια διασπορά και συνοδεύεται από έντονη ανησυχία
στο χώρο των επιστημών υγείας. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής
Σχολής του ΕΚΠΑ Γιάννα Ρέντζιου, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης,
Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα
ευρήματα της δημοσίευσης των Frederic Lamoth και Dimitrios P. Kontoyiannis
που δημοσιεύτηκε στο The Journal of Infectious Diseases και έλαβαν περαιτέρω
τα σχόλια από τον Καθηγητή Δημήτριο Κοντογιάννη, Robert C Hickey Chair
και κορυφαίο ειδικό στη μυκητολογία διεθνώς, από το Τμήμα Εσωτερικής
Παθολογίας του Πανεπιστημίου του Τέξας, MD Anderson Αντικαρκινικό Κέντρο
των ΗΠΑ.
Η διάγνωση του Candida auris είναι εξαιρετικά δύσκολη καθώς με τις κλασσικές
μεθόδους ταυτοποίησης των μυκήτων συγχέεται συχνά με άλλους σπάνιους
μύκητες και απαιτείται η χρήση νεότερων μεθόδων ταυτοποίησης, όπως η
φασματομετρία μάζας MALDI-TOF, που δεν είναι ευρύτερα διαθέσιμες. Για την
παράκαμψη αυτού του προβλήματος, έχουν δοθεί νέες ακριβείς και γρήγορες
διαγνωστικές μέθοδοι που έχουν αναπτυχθεί πρόσφατα. Επιπλέον, οι ανιχνευτές
διάκρισης αλληλόμορφων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ταχεία
αξιολόγηση των μηχανισμών αντοχής στην εχινοκανδίνες και στις αζόλες. Η
θεραπεία του Candida auris παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες καθώς είναι
ανθεκτική σε διάφορες κατηγορίες αντιμυκητιασικών και συχνά απαιτείται η
αλλαγή αντιμυκητιασικής αγωγής λόγω αποτυχίας της θεραπείας. Η αντοχή στις
εχινοκανδίνες, το φάρμακο πρώτης γραμμής για τη θεραπεία των λοιμώξεων
από Candida παραμένει περιορισμένη. Σε μία από τις μεγαλύτερες πολυκεντρικές
μελέτες μέχρι σήμερα (10 νοσοκομεία) που εξέτασε τα ποσοστά αντοχής
350 απομονώσεων που συλλέχθηκαν από το 2009 έως το 2017 στην Ινδία
(διαπιστώθηκε ότι το 90% του C. auris ήταν ανθεκτικό στη φλουκοναζόλη, ενώ
2% και 8% ήταν ανθεκτικά στις εχινοκανδίνες και στην αμφοτερικίνη Β, αντίστοιχα.
Αρκετά ερευνητικά αντιμυκητιακά φάρμακα βρίσκονται υπό δοκιμή και έχουν
πολλά υποσχόμενη δράση κατά του C. auris. Ωστόσο, η θνησιμότητα, όπως
όλες οι ευκαιριακές μυκητιάσεις είναι εξαιρετικά υψηλή (40-60%) κυρίως λόγω
της αντοχής στα υπάρχοντα αντιμυκητιασικά και της αυξημένης επίπτωσης της
λοίμωξης σε ευάλωτες ομάδες ασθενών.
Η σημασία της εμφάνισης του C. auris κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19
έχει αποδειχθεί από πολλές μικρές επιδημίες σε μονάδες ΜΕΘ στις ΗΠΑ και
διεθνώς. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί, σύμφωνα με τον Δρ Κοντογιάννη και
περιλαμβάνουν την αυξημένη χωρητικότητα ΜΕΘ, την απασχόληση λιγότερο
έμπειρου προσωπικού στις ΜΕΘ κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς
και τις προκλήσεις στην άσηπτη τεχνική με τα μέτρα ατομικής προστασίας.
Συμπερασματικά, ο Candida auris όπως και η εμφάνιση Gram αρνητικών
βακτηρίων ανθεκτικών στα αντιβιοτικά αποτελούν σοβαρά ζητήματα δημόσιας
υγείας.Ο τρόπος αντιμετώπισή τους δεν είναι ο φόβος, αλλά η ενημέρωση, η
λήψη προληπτικών μέτρων για αποφυγή της διασποράς, η εγρήγορση για την
έγκαιρη ανίχνευση και έναρξη κατάλληλης αγωγής και η προαγωγή της έρευνας
στο συγκεκριμένο ιατρικό τομέα.

 

 

Πηγη:HealthDaily

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *