Ο εμβολιασμός αποτελεί βασικό μέτρο προστασίας από σοβαρές λοιμώξεις για ασθενείς με συμπαγείς όγκους και αιματολογικές κακοήθειες. Η Θεραπευτική Κλινική του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» παρουσιάζει τις συστάσεις ανά εμβόλιο, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανοσοκαταστολή, στο προηγούμενο εμβολιαστικό ιστορικό και στα ειδικά σχήματα μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων.
Οι λοιμώξεις αποτελούν σημαντική αιτία νοσηρότητας στους ασθενείς με καρκίνο και μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και στον θάνατο. Τόσο η ίδια η κακοήθεια όσο και η αντικαρκινική θεραπεία ενδέχεται να περιορίσουν την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει λοιμώξεις, αυξάνοντας την ανάγκη πρόληψης.
Ο Θάνος Δημόπουλος, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» και καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, υπογραμμίζει την καθοριστική σημασία του εμβολιασμού για την προστασία των ασθενών από σοβαρές λοιμώξεις.
Η σύνοψη της Κλινικής συγκεντρώνει συστάσεις από το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών και τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ογκολογίας και της Αιματολογίας. Τα σχήματα διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία, τον βαθμό ανοσοκαταστολής, το ιστορικό εμβολιασμών και την ενδεχόμενη μεταμόσχευση.
Η εξατομίκευση έχει ιδιαίτερη σημασία: τα εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς, όπως το MMR και της ανεμευλογιάς, γενικά αντενδείκνυνται σε σοβαρή ανοσοκαταστολή. Αντίθετα, τα μη ζώντα εμβόλια θεωρούνται γενικά ασφαλή, αν και η ανοσολογική απόκριση μπορεί να είναι μειωμένη. Ο θεράπων ογκολόγος ή αιματολόγος καθορίζει τον κατάλληλο χρόνο και το σχήμα χορήγησης.
Γρίπη: Ετήσιος εμβολιασμός και ειδικό σχήμα στο πολλαπλούν μυέλωμα
Η Κλινική συστήνει ετήσιο αντιγριπικό εμβολιασμό για όλους τους ασθενείς, με ιδιαίτερη έμφαση σε όσους έχουν ανοσοκαταστολή ή έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγούς οργάνου.
Για τους ασθενείς άνω των 65 ετών, η σύνοψη προκρίνει τα ενισχυμένα τριδύναμα αδρανοποιημένα εμβόλια TIV-HD, υψηλής δόσης, και aTIV, με ανοσοενισχυτικό.
Ειδικά για το πολλαπλούν μυέλωμα, αναφέρει δύο δόσεις με μεσοδιάστημα ενός μήνα, σύμφωνα με τις οδηγίες της Παγκόσμιας Ομάδας Μελέτης του Πολλαπλού Μυελώματος. Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, προβλέπει μία δόση στους 3–6 μήνες.
COVID-19: Επικαιροποιημένο εμβόλιο και επανεμβολιασμός μετά τη μεταμόσχευση
Για τον SARS-CoV-2, η σύνοψη συστήνει αναμνηστικό εμβολιασμό με επικαιροποιημένο εμβόλιο, τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την τελευταία δόση ή την τελευταία νόσηση. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στα άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω και σε όσους έχουν ανοσοκαταστολή.
Για ασθενείς μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, αναφέρει σχήμα τριών δόσεων, με έναρξη στους 3–6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Το εμβόλιο κατά της COVID-19 μπορεί να συγχορηγηθεί με το αντιγριπικό.
Πνευμονιόκοκκος: Το προηγούμενο ιστορικό καθορίζει τον χρόνο χορήγησης
Η βασική σύσταση αφορά μία δόση του συζευγμένου εμβολίου PCV20. Ο χρόνος χορήγησης εξαρτάται από τα εμβόλια που έχει ήδη λάβει ο ασθενής.
Εάν έχει προηγηθεί εμβολιασμός και με PCV13 και με PPSV23, η σύνοψη προβλέπει μία δόση PCV20 τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την τελευταία δόση. Εάν ο ασθενής έχει λάβει μόνο ένα από τα δύο, προβλέπει μία δόση PCV20 ένα έτος αργότερα. Εάν δεν έχει λάβει κανένα, συστήνει μία δόση PCV20.
Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, το σχήμα περιλαμβάνει τρεις δόσεις PCV20 ανά 1–2 μήνες, με έναρξη στους 3–6 μήνες. Ακολουθεί τέταρτη δόση τουλάχιστον έξι μήνες μετά την τρίτη ή 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση, σύμφωνα με το ειδικό χρονοδιάγραμμα.
RSV: Προστασία για μεγαλύτερες ηλικίες και ομάδες αυξημένου κινδύνου
Για τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV), η Κλινική αναφέρει μία δόση σε άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, καθώς και σε άτομα 60–74 ετών με αυξημένο κίνδυνο, όπως ανοσοκαταστολή λόγω νόσου ή φαρμακευτικής αγωγής.
Για όσους έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η σύνοψη τοποθετεί τον εμβολιασμό μετά τους τρεις μήνες. Το Εθνικό Πρόγραμμα προσδιορίζει έναρξη στους 3–6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση και, στον σχετικό πίνακα, αφορά άτομα 60 ετών και άνω. Η επιλογή χρειάζεται, επομένως, να λαμβάνει υπόψη και την ηλικιακή ένδειξη.
Αιμόφιλος τύπου b: Τρεις δόσεις μετά τη μεταμόσχευση
Για τον αιμόφιλο της ινφλουένζας τύπου b (Hib), η σύνοψη προβλέπει τρεις δόσεις, με έναρξη έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων και μεσοδιάστημα 1–2 μηνών.
Για τα υπόλοιπα άτομα με ανοσοκαταστολή, αναφέρει μία δόση, εφόσον δεν έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν.
Μηνιγγιτιδόκοκκος: Ειδικά σχήματα μετά τη μεταμόσχευση
Από τους έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η Κλινική συστήνει εμβολιασμό έναντι του μηνιγγιτιδοκόκκου.
Η σύνοψη περιλαμβάνει 2–3 δόσεις MenB, για τον μηνιγγιτιδόκοκκο Β, και 2–3 δόσεις του τετραδύναμου MenACWY, με μεσοδιάστημα δύο μηνών. Ο θεράπων καθορίζει το σχήμα ανάλογα με το εμβόλιο και τις ειδικές οδηγίες.
Τέτανος, διφθερίτιδα και κοκκύτης: Αναμνηστική δόση κάθε δεκαετία
Η Κλινική αναφέρει μία δόση Tdap, εφόσον δεν έχει προηγηθεί ο αντίστοιχος εμβολιασμός, και στη συνέχεια αναμνηστική δόση Td ή Tdap κάθε δέκα χρόνια.
Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, προβλέπει τρεις δόσεις DTaP, με έναρξη έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
Έρπης ζωστήρας: Δύο δόσεις και προσοχή στην αντιιική προφύλαξη
Για τον έρπητα ζωστήρα, η σύνοψη συστήνει δύο δόσεις ανασυνδυασμένου εμβολίου RZV. Στους ανοσοεπαρκείς ηλικίας 60 ετών και άνω, το μεσοδιάστημα είναι 2–6 μήνες. Στα άτομα ηλικίας 18 ετών και άνω με ανοσοκαταστολή, η δεύτερη δόση ακολουθεί 1–2 μήνες μετά την πρώτη.
Η Κλινική αναφέρει χορήγηση του RZV έναν χρόνο μετά από νόσηση από έρπητα ζωστήρα και πέντε ή περισσότερα χρόνια μετά από προηγούμενο εμβολιασμό με το ζων εξασθενημένο εμβόλιο ZVL.
Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, προβλέπει δύο δόσεις με απόσταση 1–2 μηνών, ξεκινώντας στους έξι μήνες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαχείριση της προφυλακτικής αντιιικής αγωγής. Η διακοπή της μετά τον εμβολιασμό απαιτεί συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες και την κατάσταση κάθε ασθενούς, καθώς ορισμένοι μπορεί να εμφανίζουν μειωμένη ανοσολογική απόκριση.
Ηπατίτιδα Β: Εμβολιασμός και έλεγχος αντισωματικής απάντησης
Για την ηπατίτιδα Β, η σύνοψη προβλέπει τρεις δόσεις σε επίνοσους ενήλικες, δηλαδή σε όσους δεν έχουν ανοσία, δεν έχουν εμβολιαστεί στην παιδική ηλικία και ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.
Στις ομάδες αυτές περιλαμβάνει άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια ηπατική νόσο, ηπατίτιδα C, ασθενείς σε αιμοδιάλυση και άτομα με σεξουαλικές συμπεριφορές αυξημένου κινδύνου.
Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, αναφέρει έναρξη του σχήματος στους έξι μήνες, με επακόλουθο έλεγχο της αντισωματικής απάντησης.
Ηπατίτιδα Α: Δύο δόσεις όταν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου
Για την ηπατίτιδα Α, η Κλινική συστήνει δύο δόσεις σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για τη συγκεκριμένη λοίμωξη.
HPV: Τρεις δόσεις για ασθενείς με ανοσοκαταστολή
Το εννεαδύναμο εμβόλιο HPV9 συνιστάται, σύμφωνα με τη σύνοψη, σε ανεμβολίαστους άνδρες και γυναίκες ηλικίας 19–45 ετών με κακοήθη νεοπλάσματα ή ανοσοκαταστολή. Η σύσταση περιλαμβάνει επίσης ανεμβολίαστες γυναίκες που έχουν υποβληθεί ή πρόκειται να υποβληθούν σε κωνοειδή εκτομή για αλλοιώσεις CIN2+.
Η σύνοψη περιγράφει σχήμα δύο δόσεων με μεσοδιάστημα έξι μηνών, αλλά εξαιρεί τα άτομα με HIV λοίμωξη, ανοσοκαταστολή ή λήψη ανοσοκατασταλτικής αγωγής. Για αυτές τις ομάδες προβλέπει τρεις δόσεις, στους μήνες 0, 1–2 και 6.
Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συστήνει επίσης τρεις δόσεις, με έναρξη από τον έκτο μήνα και μετά.
Πολιομυελίτιδα: Αδρανοποιημένο εμβόλιο μετά τη μεταμόσχευση
Για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η Κλινική συστήνει τρεις δόσεις αδρανοποιημένου εμβολίου πολιομυελίτιδας (IPV), μετά τους έξι μήνες από τη μεταμόσχευση.
Ιλαρά, ερυθρά και παρωτίτιδα: Καθοριστικός ο χρόνος πριν από την ανοσοκαταστολή
Για το εμβόλιο MMR, η σύνοψη αναφέρει ότι τα άτομα που γεννήθηκαν πριν από το 1970 θεωρούνται άνοσα. Για όσους γεννήθηκαν μετά το 1970, προβλέπει δύο δόσεις με μεσοδιάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, εκτός εάν υπάρχει αντένδειξη ή ιστορικό νόσου.
Στους ασθενείς με κακοήθειες, ο εμβολιασμός πρέπει να ολοκληρώνεται πριν από την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας, με κατάλληλο χρονικό προγραμματισμό από τον θεράποντα.
Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η ιατρική ομάδα αξιολογεί την ανάγκη ανοσοποίησης μετά τα δύο έτη, εξατομικευμένα και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει βαριά ανοσοκαταστολή ή νόσος μοσχεύματος κατά ξενιστή (GVHD).
Ανεμευλογιά: Έλεγχος ανοσίας και εξατομικευμένη αξιολόγηση
Η Κλινική συστήνει δύο δόσεις εμβολίου ανεμευλογιάς σε ενήλικες που γεννήθηκαν μετά το 1990 και δεν έχουν αποδεδειγμένη ανοσία από προηγούμενη νόσηση ή εμβολιασμό, εφόσον δεν υπάρχει αντένδειξη.
Στους ασθενείς με κακοήθειες, το εμβολιαστικό σχήμα πρέπει να ολοκληρώνεται πριν από την έναρξη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας.
Για όσους έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η ιατρική ομάδα αξιολογεί την ανάγκη ανοσοποίησης μετά τα δύο έτη, σε εξατομικευμένη βάση και χωρίς βαριά ανοσοκαταστολή ή GVHD.
Πηγη: https://healthpharma.gr
