Εργαστηριακά μοντέλα ανθρώπινου εγκεφαλικού ιστού χρησιμοποιούν ερευνητές της Vale Biolabs στη Ζυρίχη για να αξιολογήσουν υποψήφια φάρμακα για νευροεκφυλιστικές παθήσεις. Ο Πέτρος Τσάτσαρης και η Αγγελική Δαμήλου περιγράφουν πώς τα εγκεφαλικά οργανοειδή μπορούν να υποστηρίξουν την προκλινική έρευνα, με στόχο ταχύτερες δοκιμές και περιορισμό της χρήσης πειραματόζωων.
Μικρές τρισδιάστατες δομές που αναπτύσσονται στο εργαστήριο από ανθρώπινα βλαστοκύτταρα προσφέρουν ένα πεδίο μελέτης για υποψήφια φάρμακα κατά του Αλτσχάιμερ και του Πάρκινσον. Πρόκειται για τα εγκεφαλικά οργανοειδή, μοντέλα που προσομοιώνουν ορισμένα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου εγκεφαλικού ιστού και επιτρέπουν στους επιστήμονες να εξετάζουν την επίδραση φαρμακευτικών ουσιών.
Τη μεθοδολογία που εφαρμόζει η Vale Biolabs στη Ζυρίχη παρουσίασαν στο ΕΡΤnews δύο μέλη της ομάδας της, ο Πέτρος Τσάτσαρης και η Αγγελική Δαμήλου. Η εργασία τους εστιάζει στην αξιολόγηση υποψήφιων θεραπειών πριν αυτές προχωρήσουν σε κλινικές δοκιμές.
Στόχος είναι να αποκτήσουν οι ερευνητές περισσότερες πληροφορίες για τη δράση και την πιθανή τοξικότητα των ουσιών σε ανθρώπινα κυτταρικά μοντέλα, ώστε να υποστηρίξουν την επιλογή των επόμενων βημάτων ανάπτυξης.
Πώς δημιουργούνται τα εγκεφαλικά οργανοειδή
Η ομάδα χρησιμοποιεί βλαστοκύτταρα από υγιείς ανθρώπους και ασθενείς για να αναπτύξει τις εργαστηριακές δομές.
Όπως εξήγησε η Αγγελική Δαμήλου, η διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει από εύκολα προσβάσιμα δείγματα, όπως κύτταρα του δέρματος. Οι ερευνητές τα επαναπρογραμματίζουν στο εργαστήριο και τα αξιοποιούν για τη δημιουργία των μοντέλων.
Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να μελετούν ιστό που φέρει χαρακτηριστικά του ανθρώπου από τον οποίο προήλθαν τα κύτταρα, χωρίς να χρειάζεται άμεση παρέμβαση στον εγκέφαλό του.
Τα οργανοειδή προσομοιώνουν συγκεκριμένες πλευρές του εγκεφαλικού ιστού. Η χρησιμότητά τους αφορά τη μελέτη αυτών των χαρακτηριστικών σε ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες και δεν τα καθιστά πλήρη αντίγραφα του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Δοκιμές φαρμάκων και παρακολούθηση της απόκρισης
Στα μοντέλα αυτά, οι ερευνητές εξετάζουν πώς αντιδρά ο ιστός όταν εκτίθεται σε φαρμακευτικές ουσίες. Αναζητούν ενδείξεις πιθανής θεραπευτικής δράσης και παράλληλα ελέγχουν αν εμφανίζονται τοξικές επιδράσεις.
Σύμφωνα με τη Vale Biolabs, η προσέγγισή της περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες μετρήσεις στα ανθρώπινα εγκεφαλικά οργανοειδή. Έτσι, η ομάδα παρακολουθεί τις αλλαγές που συμβαίνουν με την πάροδο του χρόνου και υπό την επίδραση της αγωγής.
Η χρονική παρακολούθηση επιτρέπει την καταγραφή της πορείας της απόκρισης του μοντέλου. Οι πληροφορίες αυτές εντάσσονται στην προκλινική αξιολόγηση και μπορούν να βοηθήσουν τους ερευνητές να αποφασίσουν ποιες ουσίες αξίζει να διερευνήσουν περαιτέρω.
Η εκτίμηση για συντόμευση των αρχικών δοκιμών
Οι δύο ερευνητές υποστήριξαν ότι η χρήση οργανοειδών μπορεί να μειώσει τον χρόνο ορισμένων αρχικών σταδίων της έρευνας και να περιορίσει την ανάγκη για πειραματόζωα.
Σύμφωνα με τη δική τους μεθοδολογία, ανέφεραν ότι μια φάση που μπορεί να διαρκεί περίπου δυόμισι χρόνια θα μπορούσε να περιοριστεί σε έξι μήνες. Περιέγραψαν ένα σχήμα τριών μηνών δοκιμών στα ανθρώπινα μοντέλα και στη συνέχεια τριών μηνών αξιολόγησης σε πειραματόζωα.
Η εκτίμηση αφορά το συγκεκριμένο ερευνητικό στάδιο που περιέγραψαν. Δεν αποτελεί χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης και διάθεσης ενός νέου φαρμάκου ούτε σημαίνει ότι η προσέγγιση καταργεί συνολικά τις δοκιμές σε ζώα.
Τα ευρήματα στο εργαστήριο προηγούνται των κλινικών δοκιμών
Η δοκιμή μιας ουσίας σε εγκεφαλικό οργανοειδές δεν ισοδυναμεί με χορήγησή της σε ασθενή. Αντίστοιχα, μια θετική απόκριση στο μοντέλο δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το φάρμακο θα είναι αποτελεσματικό και ασφαλές στους ανθρώπους.
Τα υποψήφια φάρμακα χρειάζεται να περάσουν από τα προβλεπόμενα προκλινικά και κλινικά στάδια. Τα οργανοειδή προσφέρουν ένα επιπλέον εργαλείο για την αξιολόγησή τους μέσα σε αυτή τη διαδρομή.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία σε παθήσεις όπως το Αλτσχάιμερ και το Πάρκινσον, καθώς το αντικείμενο της συγκεκριμένης εργασίας είναι η υποστήριξη της έρευνας νέων θεραπειών. Η παρουσίαση δεν αφορά αποτελέσματα χορήγησης νέου φαρμάκου σε ασθενείς.
Οι διαδρομές των δύο Ελλήνων ερευνητών
Η Αγγελική Δαμήλου σπούδασε Ψυχολογία στην Κρήτη και στη συνέχεια εργάστηκε στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, όπου ήρθε σε επαφή με τη νευροβιολογία.
Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία και διδακτορική έρευνα στην Ελβετία. Στην επαγγελματική της διαδρομή περιλαμβάνεται επίσης εργασία στο Χάρβαρντ και στο Παιδιατρικό Νοσοκομείο της Βοστώνης.
Ο Πέτρος Τσάτσαρης σπούδασε Βιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Λουξεμβούργο, πριν ενταχθεί στην ερευνητική ομάδα στη Ζυρίχη.
Οι δύο επιστήμονες δήλωσαν ότι επιδιώκουν συνεργασίες με την Ελλάδα. Στόχος τους είναι η μεταφορά τεχνογνωσίας και η συμβολή στην ανάπτυξη της έρευνας στη χώρα, συνδέοντας την εμπειρία που αποκτούν στο εξωτερικό με την ελληνική επιστημονική κοινότητα.
Πηγη: https://healthpharma.gr/
