Η πιο συνήθης αιτία της μη αναστρέψιμης τύφλωσης είναι η εκφύλιση ωχράς κηλίδας, η οποία θα προσβάλει 77 εκατομμύρια Ευρωπαίους μέχρι το 2050, σύμφωνα με τελευταίους υπολογισμούς.
Η εκφύλιση ωχράς κηλίδας συμβαίνει όταν ένα μικρό κομμάτι του αμφιβληστροειδούς και ο φωτοευαίσθητος ιστός γύρω από την ωχρά κηλίδα καταστρέφονται με την ηλικία, η κατάσταση αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μερικώς, αλλά όχι να θεραπευτεί πλήρως.
Η αύξηση των ποσοστών εκφύλισης ωχράς κηλίδας θα απαιτήσει τη βελτίωση του προγραμματισμού και της περίθαλψης που παρέχεται σε αυτούς τους ασθενείς, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι τα περισσότερα περιστατικά αφορούν άτομα άνω των 70 ετών, προειδοποιούν οι ερευνητές.
Οι μελετητές αποφάσισαν να προβούν στη διεξαγωγή αυτής της έρευνας προκειμένου να εκτιμήσουν τις ανάγκες που θα προκύψουν για τα συστήματα υγείας στην Ευρώπη από την εκφύλιση ωχράς κηλίδας.
Στην έρευνα συλλέχθηκαν δεδομένα από 55.323 άτομα από όλη την Ευρώπη με μέση ηλικία από 60 έως 81 έτη. Διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός των ήδη υπαρχόντων περιστατικών εκφύλισης ωχράς κηλίδας πρόκειται να αυξηθεί κατά 15%, ενώ ο αριθμός των νέων περιπτώσεων πρόκειται να αυξηθεί κατά 75% μέχρι το 2050.
Μέχρι τότε, οι εκτιμώμενες προβλέψεις δείχνουν ότι ένας στους τέσσερις ηλικιωμένους στην Ευρώπη θα παρουσιάσει εκφύλιση ωχράς κηλίδας. Η αναλογία θα κυμαίνεται από ένας στους 10 για άτομα νεότερα των 65 ετών μέχρι μόλις κάτω από 27% γι’ αυτούς που έχουν ηλικία πάνω από 75.
Η πιο απότομη αύξηση θα παρατηρηθεί μεταξύ των ατόμων που είναι άνω των 75 ετών, καθώς αυτή θα έχει ύψος 15% (από 50 σε 57,6 εκατομμύρια) ως αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού, με το ποσοστό αυτών με προχωρημένη μορφή της νόσου να αναμένεται να αυξηθεί κατά 20% από 10 σε 12 εκατομμύρια περιπτώσεις μέχρι το 2050.
Ο αριθμός των νέων περιπτώσεων προχωρημένης εκφύλισης ωχράς κηλίδας θα αυξηθεί από 400.000 το χρόνο σε 700.00 μέχρι το 2050, με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στη Γερμανία.
Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι τόσο οι υπάρχουσες όσο και οι νέες περιπτώσεις όλων των σταδίων της ασθένειας θα αυξηθούν σταδιακά στην Ευρώπη μέχρι το 2050.
«Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματα απαιτεί σημαντική αύξηση και οργάνωση των υπηρεσιών υγείας και διάθεση πόρων. Τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας θα πρέπει ήδη να λαμβάνουν υπόψη αυτές τις εκτιμήσεις», υπογράμμισαν οι ίδιοι οι ερευνητές.
Η συγκεκριμένη μελέτη δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «British Journal of Ophthalmology».
Πηγή:https://healthmag.gr/
