Καρκίνος: Νέα δεδομένα για τον σχεδιασμό εμβολίων

Πειραματική μελέτη εξετάζει πώς η επιφάνεια ενός βακτηριοφάγου μπορεί να μεταφέρει αποτελεσματικότερα τα «σήματα αναγνώρισης» ενός όγκου στο ανοσοποιητικό σύστημα. Οι ερευνητές κατέγραψαν έως περίπου επταπλάσια συχνότητα ειδικών CD8+ Τ κυττάρων και βραδύτερη ανάπτυξη όγκων. Τα αποτελέσματα αφορούν ποντίκια που εμβολιάστηκαν πριν από την εισαγωγή καρκινικών κυττάρων.

Μια παράμετρος που συχνά μένει σε δεύτερο πλάνο στον σχεδιασμό των αντικαρκινικών νανοεμβολίων μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά τη δράση τους: πόσο πυκνά εμφανίζονται τα αντιγόνα στην επιφάνεια του φορέα που τα μεταφέρει.

Αυτό εξετάζει νέα προκλινική μελέτη με τίτλο «Engineering Antigen Density on M13 Bacteriophage for Personalized Nanovaccine», με πρώτη συγγραφέα τη Shengnan Huang και τελευταία την Angela M. Belcher. Σύμφωνα με το δημοσιευμένο κείμενο, η εργασία παρουσιάστηκε στο Advanced Healthcare Materials.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τον βακτηριοφάγο M13 ως πλατφόρμα μεταφοράς αντιγόνων. Με αλλαγές στην πυκνότητά τους, ενίσχυσαν την απόκριση συγκεκριμένων κυττάρων του ανοσοποιητικού και περιόρισαν την ανάπτυξη όγκων σε πειραματόζωα.

Η μελέτη δεν περιλαμβάνει ασθενείς και δεν αποδεικνύει θεραπεία εγκατεστημένου καρκίνου. Στα βασικά πειράματα, οι επιστήμονες χορήγησαν πρώτα το εμβόλιο και στη συνέχεια εισήγαγαν καρκινικά κύτταρα στα ζώα. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την ερμηνεία των ευρημάτων.

Τι προσπαθούν να πετύχουν τα αντικαρκινικά νανοεμβόλια

Τα αντικαρκινικά εμβόλια επιδιώκουν να κατευθύνουν το ανοσοποιητικό σύστημα προς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των καρκινικών κυττάρων. Στα εξατομικευμένα εμβόλια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα νεοαντιγόνα: μοριακά χαρακτηριστικά που προκύπτουν από μεταλλάξεις του όγκου.

Για να προκαλέσει ισχυρή απόκριση ένα εμβόλιο, χρειάζεται να μεταφέρει το κατάλληλο αντιγόνο στα κύτταρα που οργανώνουν την ανοσολογική αντίδραση. Συχνά απαιτείται και ένα ανοσοενισχυτικό σήμα.

Οι νανοφορείς επιτρέπουν τη συνδυασμένη μεταφορά αυτών των στοιχείων. Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος της έρευνας έχει εστιάσει στο μέγεθος, το σχήμα, το επιφανειακό φορτίο και τη στόχευσή τους. Η συγκεκριμένη εργασία στρέφει την προσοχή στην πυκνότητα των αντιγόνων πάνω στον φορέα.

Ένας βακτηριοφάγος ως φορέας του εμβολίου

Ο M13 είναι βακτηριοφάγος, δηλαδή ιός που προσβάλλει βακτήρια. Στη μελέτη λειτουργεί ως νανοδομή παρουσίασης αντιγόνων, όχι ως μέσο καταστροφής καρκινικών κυττάρων μέσω άμεσης ιογενούς λοίμωξης.

Οι ερευνητές τοποθέτησαν αντιγονικά πεπτίδια στην κύρια πρωτεΐνη του περιβλήματός του, την pVIII. Παράλληλα, το μονόκλωνο DNA του φορέα μπορεί να ενεργοποιεί τον υποδοχέα TLR9, συμβάλλοντας στην ανοσοενισχυτική δράση της πλατφόρμας.

Αρχικά χρησιμοποίησαν ένα καλά μελετημένο πρότυπο αντιγόνο, προερχόμενο από την ωοαλβουμίνη. Στη συνέχεια εφάρμοσαν την προσέγγιση σε νεοαντιγόνο του πειραματικού μοντέλου καρκίνου του παχέος εντέρου MC-38.

Η πυκνότητα άλλαξε την απόκριση των ανοσοκυττάρων

Στα πειράματα με το πρότυπο αντιγόνο, η ομάδα ρύθμισε το ποσοστό των πρωτεϊνών pVIII που έφεραν αντιγόνο από περίπου 6% έως 70,4%.

Η αυξημένη πυκνότητα επηρέασε περισσότερα από ένα στάδια της ανοσολογικής διαδικασίας. Σε κυτταρικές δοκιμές, μια παραλλαγή υψηλότερης πυκνότητας εμφάνισε περίπου 2,8 φορές μεγαλύτερη πρόσληψη από δενδριτικά κύτταρα σε σύγκριση με την παραλλαγή χαμηλότερης πυκνότητας.

Τα δενδριτικά κύτταρα έχουν κεντρικό ρόλο στην παρουσίαση αντιγόνων στα Τ λεμφοκύτταρα. Οι ερευνητές κατέγραψαν επίσης αποτελεσματικότερη παρουσίαση του αντιγόνου ανά μονάδα πρόσληψης του φορέα.

Δεν αυξήθηκαν, ωστόσο, όλοι οι δείκτες ενεργοποίησης. Οι συγκρινόμενες παραλλαγές εμφάνισαν παρόμοια ενεργοποίηση του TLR9 και παρόμοια συμπεριφορά ως προς τον δείκτη CD80. Το εύρημα δείχνει ότι η βελτίωση δεν ισοδυναμούσε απλώς με γενικευμένη αύξηση όλων των ανοσολογικών σημάτων.

Ισχυρότερη απόκριση σε μοντέλο μελανώματος

Στην πρώτη σειρά πειραμάτων σε ποντίκια, η αύξηση του ποσοστού αντιγονικής pVIII από περίπου 6% σε 34,7% συνοδεύτηκε από αύξηση της συχνότητας των ειδικών CD8+ Τ κυττάρων από περίπου 7,4% σε 17,5%.

Τα CD8+ Τ κύτταρα μπορούν να αναγνωρίζουν και να καταστρέφουν κύτταρα που εμφανίζουν τον κατάλληλο αντιγονικό στόχο.

Όταν οι επιστήμονες εισήγαγαν στη συνέχεια κύτταρα μελανώματος που εξέφραζαν το συγκεκριμένο πρότυπο αντιγόνο, τα ζώα που είχαν λάβει το εμβόλιο υψηλότερης πυκνότητας εμφάνισαν βραδύτερη ανάπτυξη όγκων.

Οι ομάδες των συγκεκριμένων πειραμάτων περιλάμβαναν περίπου πέντε έως έξι ποντίκια. Το μικρό μέγεθος δείγματος και ο πειραματικός χαρακτήρας του μοντέλου περιορίζουν τη δυνατότητα γενίκευσης.

Έως περίπου επταπλάσια συχνότητα ειδικών Τ κυττάρων

Η ομάδα προχώρησε έπειτα σε νεοαντιγόνο του μοντέλου MC-38, με την ονομασία Adpgk, ώστε να εξετάσει αν η σχεδιαστική αρχή μπορεί να εφαρμοστεί και πέρα από το πρότυπο αντιγόνο.

Στην παραλλαγή υψηλότερης πυκνότητας, η συχνότητα των ειδικών για το νεοαντιγόνο CD8+ Τ κυττάρων αυξήθηκε από περίπου 1,1% σε 7,4% — μεταβολή που οι συγγραφείς περιγράφουν ως περίπου επταπλάσια.

Ο αριθμός αφορά τη συχνότητα συγκεκριμένων ανοσοκυττάρων. Δεν σημαίνει επταπλάσια αποτελεσματικότητα κατά του καρκίνου ούτε επταπλάσια επιβίωση.

Στο ίδιο πειραματικό μοντέλο, το εμβόλιο υψηλότερης πυκνότητας περιόρισε την ανάπτυξη των όγκων και αύξησε τη διάμεση επιβίωση των ζώων.

Διάμεση επιβίωση 38 ημερών στο πειραματικό μοντέλο

Η διάμεση επιβίωση έφθασε τις 38 ημέρες στην ομάδα υψηλότερης πυκνότητας, έναντι 28 ημερών στην ομάδα χαμηλότερης πυκνότητας και 25,5 ημερών στην ομάδα χωρίς εμβολιασμό.

Η διαφορά αντιστοιχεί σε περίπου 35% μεγαλύτερη διάμεση επιβίωση έναντι της χαμηλότερης πυκνότητας και περίπου 50% έναντι της ανεμβολίαστης ομάδας. Οι αντίστοιχες αναλύσεις περιλάμβαναν ομάδες περίπου έξι έως οκτώ ποντικών.

Πρόκειται για προκλινικό καταληκτικό σημείο. Το πρωτόκολλο προέβλεπε ευθανασία όταν οι όγκοι ή η κατάσταση των ζώων έφθαναν σε προκαθορισμένα όρια. Επομένως, οι χρόνοι αυτοί δεν μεταφράζονται σε εκτίμηση οφέλους για ανθρώπους.

Η κρίσιμη διαφορά: Εμβολιασμός πριν από τον όγκο

Τα ζώα έλαβαν δύο δόσεις, στην αρχή του πειράματος και μία εβδομάδα αργότερα. Οι ερευνητές μέτρησαν την ανοσολογική απόκριση και κατόπιν εισήγαγαν τα καρκινικά κύτταρα.

Αυτός ο σχεδιασμός εξετάζει την προστατευτική δράση του εμβολιασμού απέναντι σε μεταγενέστερη πειραματική πρόκληση όγκου. Δεν αναπαράγει την κλινική κατάσταση ενός ασθενούς που έχει ήδη διαγνωσμένο καρκίνο.

Οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι η επίδραση της αντιγονικής πυκνότητας σε εγκατεστημένους όγκους χρειάζεται πρόσθετη πειραματική επιβεβαίωση.

Επιπλέον, η «εξατομίκευση» αφορά εδώ τη δυνατότητα προσαρμογής της πλατφόρμας σε επιλεγμένο νεοαντιγόνο. Η εργασία δεν περιγράφει παραγωγή και χορήγηση εξατομικευμένων εμβολίων σε ασθενείς.

Περισσότερο αντιγόνο, αλλά και μεγαλύτερη συνολική ποσότητα

Ένα ακόμη σημείο χρειάζεται προσοχή. Στις συγκρίσεις, οι ερευνητές χορήγησαν ίδιο αριθμό σωματιδίων του φορέα. Όμως τα σωματίδια υψηλότερης πυκνότητας μετέφεραν περισσότερα αντιγονικά πεπτίδια.

Άρα, η αύξηση της πυκνότητας συνοδεύτηκε και από μεγαλύτερη συνολική ποσότητα αντιγόνου. Ο σχεδιασμός δεν απομονώνει πλήρως την επίδραση της χωρικής πυκνότητας από εκείνη της αντιγονικής δόσης.

Τα κυτταρικά ευρήματα προσφέρουν πρόσθετες ενδείξεις για τον ρόλο της επιφανειακής οργάνωσης. Παρ’ όλα αυτά, απαιτούνται περισσότερες συγκρίσεις για να διευκρινιστεί η συμβολή κάθε παράγοντα.

Τα όρια στην παραγωγή και την ασφάλεια

Η υψηλότερη πυκνότητα δεν αποδείχθηκε χωρίς πρακτικό κόστος. Σε ορισμένες παραλλαγές, η μεγάλη φόρτωση αντιγόνου μείωσε σημαντικά την απόδοση παραγωγής των σωματιδίων.

Οι επιστήμονες αναζήτησαν, επομένως, ισορροπία ανάμεσα στην αντιγονική φόρτωση και στην παραγωγική απόδοση. Το ζήτημα έχει σημασία για οποιαδήποτε μελλοντική εφαρμογή σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Η μελέτη κατέγραψε επίσης καλή δομική σταθερότητα επιλεγμένων παραλλαγών και μικρή επαγωγή δύο φλεγμονωδών δεικτών, των IL-6 και TNF-α, στα πειραματόζωα. Αυτές οι παρατηρήσεις αποτελούν πρώιμα στοιχεία βιοσυμβατότητας και όχι ολοκληρωμένη απόδειξη ασφάλειας.

Παράλληλα, τα ειδικά CD8+ Τ κύτταρα εμφάνισαν αυξημένη έκφραση του PD-1. Ο δείκτης μπορεί να συνδέεται τόσο με ενεργοποίηση όσο και με ανασταλτική ρύθμιση της λειτουργίας τους. Οι συγγραφείς αναφέρουν το ενδεχόμενο συνδυαστικών προσεγγίσεων, χωρίς να τεκμηριώνουν στην παρούσα εργασία αποτελεσματικότητα συνδυασμού με αναστολέα PD-1.

Μια σχεδιαστική αρχή για τα επόμενα νανοεμβόλια

Η βασική συμβολή της έρευνας αφορά τον σχεδιασμό: η ποσότητα και η οργάνωση των αντιγόνων στην επιφάνεια ενός νανοφορέα μπορούν να επηρεάζουν την πρόσληψη από ανοσοκύτταρα, την παρουσίαση του στόχου και την τελική Τ-κυτταρική απόκριση.

Η πλατφόρμα M13 προσφέρει έναν τρόπο μελέτης αυτών των παραμέτρων. Το κατά πόσο η προσέγγιση θα αποδώσει σε εγκατεστημένους ανθρώπινους όγκους παραμένει ανοιχτό. Θα απαιτηθούν πρόσθετα προκλινικά δεδομένα, έλεγχοι παραγωγής και ασφάλειας και, εφόσον δικαιολογηθούν, κλινικές δοκιμές.

Η δημοσίευση: Huang S. και συν., Engineering Antigen Density on M13 Bacteriophage for Personalized Nanovaccine. DOI: 10.1002/adhm.71811.

 

 

πΗΓΗ:https://healthpharma.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *