Η αρχή έγινε στη Βρετανία, όταν τον Ιανουάριο ανακοίνωσε -σοκάροντας τους ειδικούς – ότι αν δεν είναι διαθέσιμη η δεύτερη δόση από το ίδιο εμβόλιο, οι ασθενείς μπορούν να εμβολιασθούν με κάποιο άλλο εμβόλιο.
Αυτή η πολιτική, αρχικά, δεν βασιζόταν σε επιστημονικά δεδομένα που να δείχνουν ότι όντως ο συνδυασμός δόσεων από διαφορετικά εμβόλια είναι τόσο ασφαλής όσο και αποτελεσματικός. Αυτό, όμως, σύντομα μπορεί να αλλάξει και να υπάρξουν σχετικά δεδομένα, όπως επισημαίνουν οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης».
Στην περίπτωση της βρετανικής κλινικής δοκιμής, οι ερευνητές της Οξφόρδης συνδυάζουν δύο εμβόλια διαφορετικής τεχνολογίας, το Pfizer/BioNtech που είναι mRNA εμβόλιο (περιέχει μικροσκοπικά σφαιρίδια λιπιδίων που περιλαμβάνουν γενετικές οδηγίες με βάση το μόριο RNA, οι οποίες επιτρέπουν στα κύτταρα να παράγουν την πρωτεΐνη-ακίδα του κορονοϊού) και το AstraZeneca (που χρησιμοποιεί έναν αδενοϊό ως φορέα των γενετικών οδηγιών).
Σύντομα, οι Βρετανοί επιστήμονες θα αρχίσουν να αναλύουν το αίμα των εθελοντών για να δουν πόσο καλά δουλεύει το «πάντρεμα» των διαφορετικών εμβολίων και αν το ανοσοποιητικό σύστημα των εμβολιασμένων ανταποκρίνεται καλύτερα από ό,τι εάν είχε δεχθεί δύο δόσεις του ίδιου εμβολίου.
Καθώς εγκρίνονται ολοένα περισσότερα εμβόλια κατά της Covid-19, αυξάνονται σταδιακά οι συνδυασμοί διαφορετικών εμβολίων που αρχίζουν να δοκιμάζονται. Μερικοί, ήδη, ξεκίνησαν σε ανθρώπους, ενώ άλλοι προς το παρόν δοκιμάζονται σε ζώα.
Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι ο συνδυασμός ενός τέτοιου εμβολίου (που γεννά πολλά αντισώματα) με ένα εμβόλιο που περιέχει ιικό φορέα όπως οι αδενοϊοί (το οποίο «εκπαιδεύει» καλύτερα τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος), θα παρείχαν πρόσθετο όφελος από άποψη ανοσίας. Μολονότι αυτός ο συνδυασμός δοκιμάστηκε χωρίς επιτυχία κατά του ιού HIV (AIDS), ελπίζεται ότι κατά του κορονοϊού SARS-CoV-2 θα «δουλέψει» καλύτερα.
Σήμερα, 13 εμβόλια χρησιμοποιούνται κατά του κορονοϊού, ενώ άλλα 67 βρίσκονται ακόμη σε στάδιο κλινικών δοκιμών. Το κατά πόσο θα γίνουν και άλλες απόπειρες συνδυασμού διαφορετικών εμβολίων θα εξαρτηθεί -σε μεγάλο βαθμό- από την προθυμία των φαρμακευτικών εταιρειών που τα αναπτύσσουν.
Πηγή: https://www.healthreport.gr/
