Σύμφωνα με έρευνα της «διαΝέοσις», ο επιπολασμός του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας στα παιδιά κυμαίνεται στην Ελλάδα από 21% στην προσχολική ηλικία έως 41% στη σχολική και εφηβική ηλικία, με τα ποσοστά αυτά να είναι σημαντικά υψηλότερα από το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών (15% στην προσχολική ηλικία έως 25% στη σχολική και εφηβική ηλικία αντίστοιχα). Επιπρόσθετα, ο επιπολασμός του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας είναι υψηλότερος στα κορίτσια σε σύγκριση με τα αγόρια προσχολικής ηλικίας (24% έναντι 17%, αντίστοιχα). Εντούτοις, η διαφορά αντι–στρέφεται καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, με τον επιπολασμό του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας να είναι υψηλότερος στα αγόρια σε σύγκριση με τα κορίτσια σχολικής ηλικίας (44% έναντι 39%, αντίστοιχα). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η κατανομή της παιδικής παχυσαρκίας σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες και περιοχές στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, ο επιπολασμός του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας στα παιδιά είναι υψηλότερος σε αγροτικές περιοχές (53% και 54% σε αγροτικές περιοχές της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης αντίστοιχα) σε σύγκριση με τα αστικά κέντρα (37% έως 44% σε αστικούς Δήμους της Αττικής, του Ηρακλείου Κρήτης και της Θεσσαλονίκης). Διαφοροποιήσεις όμως παρατηρούνται και εντός του αστικού ιστού, καθώς στηνπεριφέρεια Αττικής ο επιπολασμός του υπέρβαρου δε διαφέρει σημαντικά μεταξύ των Δήμων αλλά τα ποσοστά της παχυσαρκίας είναι υψηλότερα σε Δήμους χαμηλότερου κοινωνικo-οικονομικού επιπέδου σε σύγκριση με Δήμους υψηλότερου κοινωνικo-οικο–νομικού επιπέδου με τα ποσοστά να κυμαίνονται μεταξύ 2,7% – 20,3%. Εκτός από τα παιδιά ιδιαίτερα υψηλός είναι και ο επιπολασμός του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας στους ενήλικες στην Ελλάδα, καθώς ξεπερνά το 50%, με 3 από τις 4 οικογένειες να έχουν τουλάχιστον έναν υπέρβαρο ή παχύσαρκο γονέα.
Επιπτώσεις στην Υγεία
Οι επιπτώσεις της στην υγεία είναι πολλές καθώς, η παχυσαρκία συνοδεύεται από πολυάριθμες καρδιομεταβολικές κλινικές διαταραχές, όπως η υπέρταση, οι δυσλιπιδαιμίες, η ινσουλινοαντίσταση και η χρόνια φλεγμονή, οι οποίες με την πάροδο των ετών και ενώ η παχυσαρκία παραμένει, εξελίσσονται σε χρόνια νοσήματα, όπως τα Καρδιαγγειακά Νοσήματα (ΚΝ) και ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ2). Αν και τα ποσοστά των παιδιών και ενηλίκων στην Ελλάδα που εμφανίζουν τις συγκεκριμένες καρδιομεταβολικές κλινικές διαταραχές ποικίλουν αισθητά ανά ηλικιακή ομάδα, φύλο και κλινική διαταραχή, εντούτοις όπως λένε, είναι ιδιαίτερα αυξημένα στα άτομα με υπερβαρότητα και παχυσαρκία. Ενδεικτικά αναφέρουν ότι, ερευνητικά ευρήματα για τον ελληνικό πληθυσμό έχουν δείξει ότι περίπου το 48% των παιδιών σχολικής ηλικίας με παχυσαρκία εμφανίζουν ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης. Εκτός όμως από τις καρ–διομεταβολικές κλινικές διαταραχές της παχυσαρκίας και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία των παιδιών, υπάρχουν και οι άμεσες συνέπειες της νόσου. Συγκεκριμένα, η χρόνια φλεγ–μονή που συνοδεύει την παχυσαρκία οδηγεί σε μειωμένη εντερική απορρόφηση του σιδήρου, μείωση των επιπέδων σιδήρου στο αίμα και επαγωγικά σε μείωση του κορεσμού τρανσφερίνης σε σίδηρο, που αποτελεί κριτήριο διάγνωσης της σιδηροπενίας. Έτσι, τα ποσοστά σιδηροπενίας και σιδηροπενικής αναιμίας είναι πολύ υψηλότερα στα παιδιά με υπέρβαρο και παχυσαρκία σε σχέση με τα παιδιά με φυσιολογικό βάρος, μια κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη γνωσιακή ανάπτυξη των παιδιών, την ικανότητα συγκέντρωσης και μάθησης και εντέλει τις μαθητικές τους επιδόσεις.
Οι πρώτοι παράγοντες κινδύνου εντοπίζονται στα πρώιμα στάδια της ζωής, καθώς πολυάριθμα ερευνητικά δεδο–μένα έχουν αναδείξει ένα μεγάλο αριθμό παραγόντων που δρουν πριν και αμέσως μετά τη γέννηση ενός ατόμου και αυξάνουν τον κίνδυνο της παχυσαρκίας.
Οι παράγοντες αυτοί ονομάζονται «περιγεννητικοί» και δρουν μέσω μεταβολικών και ορμονικών προσαρμογών, οι οποίες αν και έχουν ως στόχο την επιβίωση του εμβρύου κατά την κύηση ή του βρέφους μετά τη γέννηση, οδηγούν τελικά σε αυξημένη προδιάθεση αποθήκευσης σωματικού λίπους και κατά συνέπεια σε αυξημένη πιθανότητα μελλοντικής εμφάνισης παχυσαρκίας. Ο επιπολασμός των περιγεννητικών παραγόντων κινδύνου βρέθηκε να είναι υψηλότερος στη Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υποδεικνύοντας τον σημαντικό τους ρόλο στις αυξημένες διαστάσεις του προβλήματος της παχυσαρκίας στη χώρα μας. Ενδεικτικά, το ποσοστό των βρεφών που εμφανίζουν ταχύ ρυθμό ανάπτυξης κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους βρέθηκε να είναι κατά 26 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο στην Ελλάδα σε σύγκριση με χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης (48% έναντι 22% αντίστοιχα). Προς το τέλος της βρεφικής ηλικίας και καθώς το παιδί μεγαλώνει, η αλληλεπίδραση περιγεννητικών και άλλων περιβαλλοντικών παραγόντων κινδύνου, που σταδιακά αποκτούν πιο ισχυρό ρόλο, οδηγούν τελικά στην υιοθέτηση συμπεριφορών που συμβάλλουν στη διαμόρφωση και συντήρηση ενός θετικού ισοζυγίου ενέργειας, το οποίο σταδιακά οδηγεί στην περαιτέρω αύξηση του σωματικού βάρους. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις συμπεριφορές του ενεργειακού ισοζυγίου, συχνά αναφέρονται ως προσδιοριστές και προέρχονται κυρίως από το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον του ατόμου. Όσον αφορά στο κοινωνικό περιβάλλον των παιδιών στην Ελλάδα, οι κυριότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες των συμπεριφορών του ενεργειακού ισοζυγίου που έχουν καταγραφεί, αφορούν τις πρακτικές των γονέων για τη σίτιση και τη σωματική δραστηριότητα των παιδιών τους, τον ρόλο των γονέων ως πρότυπα συμπεριφοράς, τους κανόνες που θέτουν οι γονείς στα παιδιά τους αναφορικά με τη διατροφή, τη σωματική άσκηση, τον καθιστικό χρόνο και τη χρήση οθόνης, καθώς και τον βαθμό υποστήριξης και ενθάρρυνσης που παρέχουν στο παιδί τους για την υιοθέτηση συγκεκριμένων συμπεριφορών διατροφής και άσκησης. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, οι επιδράσεις από το κοινωνικό περιβάλλον μεταβάλλονται και κυριαρχούν εκείνες που προέρχονται από τους συνομηλίκους, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, τις διαφημίσεις τροφίμων κτλ. Όσον αφορά το φυσικό περιβάλλον, ως σημαντικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες συμπεριφορών του ενεργειακού ισοζυγίου φαίνεται να είναι η διαθεσιμότητα και προσβασιμότητα υγιεινών ή μη-υγιεινών τροφίμων στο σπίτι, στο σχολείο, στη γειτονιά και στον χώρο εργασίας, καθώς και η διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα, ασφάλεια και αισθητική της περιοχής κατοικίας αναφορικά με τις δυνατότητες που προσφέρονται για σωματική δραστηριότητα. Η επίδραση των προαναφερθέντων προσδιοριστικών παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος στις συμπεριφορές του ενεργειακού ισοζυγίου φαίνεται να διαφοροποιείται ανά γειτονιά, περιοχή κατοικίας, αλλά και χώρα. Οι διαφοροποιήσεις αυτές ως ένα βαθμό ερμηνεύουν τις λιγότερο ευνοϊκές συμπεριφορές ενεργειακού ισοζυγίου που έχουν καταγραφεί σε Δήμους χαμηλότερου κοινωνικo-οικονομικού επιπέδου (ΚΟΕ) σε σύγκριση με Δήμους υψηλότερου ΚΟΕ, αλλά και τις διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Στο πλαίσιο αυτό, τα ποσοστά των ενηλίκων στην Ελλάδα που δήλωσαν ότι δεν ασκούνται επειδή η γειτονιά τους δεν παρέχει υποδομές κατάλληλες για άσκηση (όπως για παράδειγμα ποδηλατόδρομους, πάρκα, μεγάλα πεζοδρόμια), στερείται αισθητικής ή δεν είναι ασφαλής βρέθηκαν να κυμαίνονται από 19% έως 32%, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης κυμαίνονταν από 1,9% έως 4,5%. Τέλος, ένας ακόμα παράγοντας που επιτείνει το πρόβλημα της παιδικής παχυσαρκίας στη χώρα μας είναι η αντίληψη των γονέων αναφορικά με το σωματικό βάρος του παιδιού τους που αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα που επηρεάζει τις συμπεριφορές ενεργειακού ισοζυγίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με ερευνητικά ευρήματα, περισσότερο από το 1/3 των μητέρων στην Ελλάδα αντιλαμβάνονται το σωματικό βάρος των παιδιών τους ως χαμηλότερο από το πραγματικό. Το ποσοστό υποεκτίμησης του πραγματικού σωματικού βάρους των παιδιών από τους γονείς τους είναι εντυπωσιακά υψηλό στη χώρα μας ιδιαίτερα για υπέρβαρα/παχύσαρκα παιδιά. Πιο συγκεκριμένα το ποσοστό υποεκτίμησης του σωματικού βάρους παχύσαρκων παιδιών στην Ελλάδα ανέρχεται στο 91% για παιδιά προσχολικής ηλικίας και στο 82% και 52% σε αγόρια και κορίτσια σχολικής ηλικίας αντίστοιχα.
Για την επίτευξη του στόχου αυτού, το «προτεινόμενο σχέδιο δράσης» περιλαμβάνει δύο βασικούς άξονες, οι οποίοι στοχεύουν:
(1) στον γενικό πληθυσμό, μέσω του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της αξιολόγησης σχολικών προγραμμάτων παρέμβασης για την προώθηση της υγιεινής διατροφής και την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας για τα παιδιά και τις οικογένειες τους και (2) σε ομάδες υψηλού κινδύνου για παχυσαρκία και συνοδά καρδιομεταβολικά νοσήματα, μέσω του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της αξιολόγησης μιας διαδικασίας εντοπισμού αλλά και παρέμβασης για τις οικογένειες υψηλού κινδύνου από τις τοπικές δομές ΠΦΥ. Στο πλαίσιο του πρώτου άξονα του προτεινόμενου σχεδίου δράσης, το σχολείο και ειδικότερα η πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί τον ιδανικό χώρο για την εφαρμογή παρεμβάσεων που στοχεύουν κυρίως στην πρόληψη και λιγότερο στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και συνοδών νοσημάτων και αφορούν στον γενικό πληθυσμό. Συνεπώς, ο πρώτος άξονας περιλαμβάνει την υλοποίηση σχολικών προγραμμάτων, αλλά και υποστηρικτικών δράσεων σε επίπεδο δήμων που θα προωθήσουν την υγιεινή διατροφή και την άσκηση για τα παιδιά και τις οικογένειές τους με τη δυνατότητα επέκτασης τους στο σύνολο της επικράτειας. Ο δεύτερος άξονας έρχεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά ως προς τον πρώτο. Συγκεκριμένα, αν και τα σχολικά προγράμματα μπορούν επιτυχώς να στοχεύσουν στον γενικό πληθυσμό, δεν μπορούν και δεν πρέπει να εστιάζουν σε παιδιά με υπέρβαρο και παχυσαρκία και στις οικογένειές τους κυρίως για τους ακόλουθους λόγους. Αφενός γιατί οι γονείς που έχουν παιδιά με υπέρβαρο ή παχυσαρκία συχνά δεν αναγνωρίζουν το πρόβλημα και συνεπώς δεν ανα–λαμβάνουν δράση γι’ αυτό, οπότε μια καμπάνια ενημέρωσης στον χώρο του σχολείου θα θεωρούσαν ότι δεν τους αφορά. Αφετέρου, γιατί δεν μπορεί να υλοποιηθεί ξεχωριστή παρέμβαση για αυτά τα παιδιά στον χώρο του σχολείου προς αποφυγήν στιγματισμού και στοχοποίησης του παιδιού και της οικογένειας. Επομένως, τίθεται η ανάγκη οι οικογένειες αυτές να ανιχνεύονται με διακριτικό τρόπο και να παραπέμπονται εκτός σχολείου για περαιτέρω συμβουλευτική και παρέμβαση στην οικογένεια και όχι στο παιδί (για παιδιά που φοιτούν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση). Την ανάγκη αυτή έρχεται να καλύψει ο δεύτερος άξονας στο πλαίσιο του οποίου πραγματοποιείται ένας μη επεμβατικός προσυμπτωματικός έλεγχος με τη χρήση της θεσμοθετημένης και υποχρεωτικής διαδικασίας συμπλήρωσης του Ατομικού Δελτίου Υγείας του μαθητή (ΑΔΥΜ) και του εμπλουτισμού του με ένα σύντομο αυτοδηλούμενο ερωτηματολόγιο για τους γονείς.
PEDOBESITY: ΚΑΙΝΟΤΟΜΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ
Η παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα δημόσιας υγείας του 21ου αιώνα. Στην Ελλάδα το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών και εφήβων υπερβαίνει το 30-35%. Καθώς τα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά ενηλικι–ώνονται, αντιμετωπίζουν πλήθος ιατρικών προβλημάτων που οφείλονται στην παχυσαρκία, και ευθύνονται για σημαντική αύξηση των δαπανών υγείας. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως απαραίτητο να δοθεί έμφαση τόσο στην πρόληψη, όσο και στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, ώστε να βοηθήσουμε αποτελεσματικά στη βελτίωση της υγείας των πολιτών της χώρας μας κατά την ενήλικη ζωή, καθώς και στην ελάττωση του κόστους νοσηλείας τους λόγω των επιπλοκών της παχυσαρκίας. Η Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, το Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΙΙΒΕΑΑ) και η Εταιρεία Datamed, ανέλαβαν την υλοποίηση ενός καινοτόμου Προγράμματος κατά της παχυσαρκίας με τίτλο ‘PEDOBESITY: Ανάπτυξη Ευφυών Πολυεπίπεδων Πλη–ροφοριακών Συστημάτων και Εξειδικευμένων Αλγορίθμων Τεχνητής Νοημοσύνης για την Εξατομικευμένη Αντιμετώπιση της Παιδικής και Εφηβικής Παχυσαρκίας’ (Κωδικός Έργου: Τ1ΕΔΚ-01386), το οποίο υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της Δράσης ΕΡΕΥΝΩ-ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ-ΚΑΙΝΟΤΟΜΩ, συγχρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εθνικούς πόρους μέσω του Ε.Π. Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία (ΕΠΑνΕΚ), και αποτελεί συνέχεια του Προγράμματος με τίτλο ‘Ανάπτυξη Εθνικού Συστήματος Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Υπερ–βαρότητας και Παχυσαρκίας κατά την Παιδική και Εφηβική Ηλικία» και σύνθημα «Χάνω Βάρος-Κερδίζω Ζωή’, στα πλαίσια του οποίου αναπτύχθηκε το ‘Εθνικό Μητρώο Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Παχυσαρκίας κατά την Παιδική και Εφηβική Ηλικία’. Όπως επεσήμανε η Επιστημονική Υπεύθυνη του έργου κ. Ευαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια Παιδιατρικής – Παιδι–ατρικής Ενδοκρινολογίας, βασικά καινοτόμα αντικείμενα του έργου είναι η συλλογή και ανάλυση κλινικών, αιματολογικών, βιοχημικών, ενδοκρινολογικών και γενετικών δεδομένων ασθε–νών με παχυσαρκία με σκοπό την ανάπτυξη ειδικών αλγορίθμων για την εξατομικευμένη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε παιδιά και εφήβους, η δημιουργία πλήρως διασυνδεδεμένων εφαρμογών διαδικτύου και mobile για την ολοκλήρωση του οικοσυστήματος εφαρμογών για την παιδική παχυσαρκία, και η ανάπτυξη πλατφόρμας ευφυούς διαχείρισης δεδομένων με χρήση καινοτόμου μεθοδολογίας ασαφών γνωστικών δικτύων και τεχνικών μοντελοποίησης από ανάλυση ιατρικών δεδομέ–νων, για την παροχή συμβουλών εξατομικευμένης θεραπείας. Τα παραπάνω αντικείμενα αποτελούν ένα καινοτόμο ενιαίο οικοσύστημα εφαρμογών e-Health για την εξατομικευμένη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε παιδιά και εφήβους μέσα στα πλαίσια της ιατρικής ακριβείας (precision medicine) και της εξατομικευμένης ιατρικής αντιμετώπισης (personalized medical management).
Πηγη: HealthDaily
