Στο 7% κατά μέσο όρο υπολογίζει νέα μελέτη τη συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο οικοτοξικολογικό φορτίο των επεξεργασμένων λυμάτων δύο ελληνικών εγκαταστάσεων, σύμφωνα με ανακοίνωση ΠΕΦ, ΣΦΕΕ και ΕΦΕΧ. Οι τρεις φορείς ζητούν η εφαρμογή της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού να αντανακλά τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα.
Νέα δεδομένα στη συζήτηση για τη μικρορύπανση των αστικών λυμάτων και την κατανομή του κόστους απομάκρυνσής της παρουσιάζουν η Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας —ΠΕΦ—, ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος —ΣΦΕΕ— και ο Σύνδεσμος Εταιρειών Φαρμάκων Ευρείας Χρήσης —ΕΦΕΧ—.
Σύμφωνα με κοινή ανακοίνωσή τους στις 6 Οκτωβρίου, μελέτη σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων της Ψυττάλειας και της Λάρισας υπολόγισε ότι οι φαρμακευτικές ουσίες αντιστοιχούν, κατά μέσο όρο, στο 7% του εξεταζόμενου οικοτοξικολογικού φορτίου των επεξεργασμένων λυμάτων.
Οι φορείς αντιπαραβάλλουν το εύρημα με εκτίμηση περίπου 66%, την οποία αναφέρουν ότι χρησιμοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων για την αναθεώρηση της Οδηγίας για τα αστικά λύματα.
Η έρευνα σε δύο ελληνικές εγκαταστάσεις
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία των τριών φορέων, σε συνεργασία με το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, υπό τον καθηγητή Αναλυτικής Χημείας Νίκο Θωμαΐδη.
Η επιστημονική ομάδα πραγματοποίησε συστηματικές δειγματοληψίες στις δύο εγκαταστάσεις και εξέτασε ένα ευρύ φάσμα μικρορύπων. Στόχος ήταν να αξιολογήσει τη συμβολή τους στο συνολικό οικοτοξικολογικό φορτίο των επεξεργασμένων λυμάτων.
Στην ανακοίνωση, οι φορείς χαρακτηρίζουν περιορισμένη τη συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο φορτίο που υπολόγισε η συγκεκριμένη έρευνα.
Τι αποτυπώνει η σύγκριση του 7% με το 66%
Η διαφορά μεταξύ των δύο ποσοστών αποτελεί το βασικό σημείο της παρέμβασης της φαρμακοβιομηχανίας.
Ωστόσο, το 7% αφορά τον μέσο όρο των δύο εγκαταστάσεων που εξέτασε η μελέτη. Δεν αποτελεί από μόνο του εκτίμηση για το σύνολο της Ελλάδας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, αποτυπώνει συμβολή σε υπολογιζόμενο τοξικό φορτίο και όχι ποσοστό της συνολικής ποσότητας ρύπων.
Η άμεση σύγκρισή του με το 66% απαιτεί εξέταση της μεθοδολογίας, των ουσιών που περιλαμβάνει κάθε ανάλυση και του τρόπου υπολογισμού της τοξικότητας.
Το δελτίο Τύπου δεν παραθέτει τον αριθμό και τις ημερομηνίες των δειγματοληψιών, τον αναλυτικό κατάλογο των ουσιών ή τις παραμέτρους του υπολογισμού. Η παρουσίαση αυτών των στοιχείων θα επιτρέψει πληρέστερη αποτίμηση της απόκλισης.
Η ευρωπαϊκή Οδηγία και το κόστος της πρόσθετης επεξεργασίας
Η αναθεωρημένη ευρωπαϊκή Οδηγία για τα αστικά λύματα, UWWTD, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2025. Περιλαμβάνει απαιτήσεις για την απομάκρυνση μικρορύπων μέσω πρόσθετης, τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας και συνδέει τη χρηματοδότησή της με τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού.
Το πλαίσιο προβλέπει ότι οι παραγωγοί φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων θα καλύπτουν τουλάχιστον το 80% του σχετικού πρόσθετου κόστους, βάσει της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Το ποσοστό αφορά το κόστος της πρόσθετης επεξεργασίας για τους μικρορύπους, όχι το συνολικό κόστος λειτουργίας των εγκαταστάσεων λυμάτων.
Σε αυτό το πεδίο εστιάζει η παρέμβαση των ΠΕΦ, ΣΦΕΕ και ΕΦΕΧ: στον τρόπο με τον οποίο η εφαρμογή του συστήματος θα αποτυπώνει τη συμβολή διαφορετικών κατηγοριών ουσιών.
Τι ζητούν ΠΕΦ, ΣΦΕΕ και ΕΦΕΧ
Οι τρεις φορείς υπογραμμίζουν ότι η μικρορύπανση αποτελεί σύνθετο και πολυπαραγοντικό ζήτημα.
Ζητούν η εφαρμογή της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού —EPR— να στηρίζεται στα πλέον πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα και να αντανακλά την πραγματική συμβολή των διαφορετικών κατηγοριών μικρορύπων.
Η θέση τους συνδέει την κατανομή της ευθύνης με την τεκμηρίωση του οικοτοξικολογικού φορτίου, ενόψει της εφαρμογής των νέων ευρωπαϊκών απαιτήσεων.
Περιβαλλοντική προστασία με σαφείς προτεραιότητες
ΠΕΦ, ΣΦΕΕ και ΕΦΕΧ επαναλαμβάνουν τη δέσμευσή τους στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, καθώς και στη βιώσιμη ανάπτυξη.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι οι στόχοι αυτοί απαιτούν συνεκτικές, επιστημονικά τεκμηριωμένες πολιτικές και αποτελεσματικό πλαίσιο διαχείρισης, με σαφείς προτεραιότητες και στοχευμένες παρεμβάσεις.
Η μελέτη προσθέτει δεδομένα από δύο ελληνικές εγκαταστάσεις στη σχετική συζήτηση. Η αξιοποίησή τους για ευρύτερα συμπεράσματα και για την κατανομή του κόστους προϋποθέτει αναλυτική εξέταση της μεθοδολογίας και της συγκρισιμότητάς τους με τις ευρωπαϊκές εκτιμήσεις.
Πηγη: https://healthpharma.gr
