Η μηνιγγίτιδα και η εγκεφαλίτιδα είναι λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος που μπορούν να εξελιχθούν σοβαρά και απαιτούν γρήγορη διάγνωση. Το πρόβλημα είναι ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και μετά από εκτεταμένο εργαστηριακό έλεγχο, οι γιατροί δεν καταφέρνουν να εντοπίσουν τον μικροοργανισμό που ευθύνεται για τη λοίμωξη.
Μια νέα ερευνητική προσέγγιση από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Aston στη Βρετανία επιχειρεί να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτή τη δυσκολία. Οι ερευνητές συνδύασαν τη μεταγονιδιωματική αλληλούχιση με ένα νέο σύστημα υπολογιστικών φίλτρων, το οποίο μπορεί να βοηθά στον διαχωρισμό των πραγματικών σημάτων μιας λοίμωξης από τον «θόρυβο» που υπάρχει στα βιολογικά δείγματα.
Όταν οι συμβατικές εξετάσεις δεν βρίσκουν την αιτία
Η διάγνωση των λοιμώξεων του κεντρικού νευρικού συστήματος βασίζεται συνήθως στη λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης και σε μια σειρά εργαστηριακών εξετάσεων.
Οι γιατροί μπορούν να χρησιμοποιήσουν μικροσκόπηση, καλλιέργειες και στοχευμένες εξετάσεις PCR, αναζητώντας συγκεκριμένα βακτήρια ή ιούς. Αυτή η προσέγγιση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχει ήδη υποψία για έναν συγκεκριμένο μικροοργανισμό.
Ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: πρέπει σε μεγάλο βαθμό να γνωρίζεις τι ψάχνεις.
Σε αρκετούς ασθενείς με πιθανή λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν εντοπίζεται τελικά κάποιος υπεύθυνος μικροοργανισμός. Αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή το παθογόνο είναι ασυνήθιστο, υπάρχει σε πολύ μικρή ποσότητα ή έχει μειωθεί μετά την έναρξη αντιβιοτικής ή αντιιικής θεραπείας.
Η μεταγονιδιωματική αλληλούχιση «ανοίγει» την αναζήτηση
Εδώ έρχεται η μεταγονιδιωματική αλληλούχιση. Αντί να αναζητά έναν συγκεκριμένο μικροοργανισμό, εξετάζει το γενετικό υλικό που υπάρχει συνολικά σε ένα δείγμα.
Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να εντοπιστούν ταυτόχρονα γενετικά ίχνη από πολλά διαφορετικά βακτήρια, ιούς και άλλους μικροοργανισμούς, ακόμη και όταν δεν υπήρχε αρχικά συγκεκριμένη υποψία για αυτούς.
Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περίπλοκες λοιμώξεις του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος, όπου η αιτία δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιοριστεί.
Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα: όσο περισσότερα στοιχεία αναζητάς, τόσο περισσότερα δεδομένα και πιθανά «σήματα» εμφανίζονται.
Το πρόβλημα του «θορύβου»
Ένα δείγμα εγκεφαλονωτιαίου υγρού μπορεί να περιέχει γενετικό υλικό που δεν σχετίζεται με την πραγματική λοίμωξη. Μπορεί, για παράδειγμα, να προέρχεται από μικροοργανισμούς του δέρματος ή από εργαστηριακά αντιδραστήρια.
Έτσι, ένα θετικό γενετικό σήμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο συγκεκριμένος μικροοργανισμός προκαλεί τη νόσο.
Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τη Δρ. Ghaniah Hassan-Smith ανέπτυξε μια σειρά υπολογιστικών φίλτρων που χρησιμοποιούν βιοπληροφορική για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα.
Τα φίλτρα επιχειρούν να απομακρύνουν τα λιγότερο αξιόπιστα σήματα και να αναδείξουν εκείνα που είναι περισσότερο συμβατά με πραγματική λοίμωξη.
Πώς λειτουργεί η νέα προσέγγιση
Οι ερευνητές αξιοποίησαν διαφορετικά χαρακτηριστικά των δεδομένων αλληλούχισης αντί να βασίζονται σε ένα μεμονωμένο αποτέλεσμα.
Η λογική είναι σχετικά απλή: ένα σήμα που εμφανίζεται στα δεδομένα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως απόδειξη λοίμωξης. Χρειάζεται να εξεταστεί μέσα στο συνολικό πλαίσιο των γενετικών πληροφοριών.
Με αυτόν τον τρόπο, η υπολογιστική ανάλυση μπορεί να βοηθήσει τους ερευνητές και τους γιατρούς να ξεχωρίσουν τις πιθανές πραγματικές λοιμώξεις από τα τυχαία ή άσχετα μικροβιακά ίχνη.
Η προσέγγιση δοκιμάστηκε σε δείγματα εγκεφαλονωτιαίου υγρού από ασθενείς με λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος, τα οποία συγκρίθηκαν με δείγματα από ανθρώπους με μη λοιμώδεις νευρολογικές παθήσεις.
Δεν αντικαθιστά τις υπάρχουσες εξετάσεις
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η νέα μέθοδος δεν σχεδιάστηκε για να αντικαταστήσει τη συμβατική μικροβιολογία.
Αντίθετα, θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά, προσφέροντας μια ευρύτερη εικόνα όταν οι κλασικές εξετάσεις δεν έχουν καταφέρει να εντοπίσουν την αιτία.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η ταχύτητα και η ακρίβεια στη διάγνωση μιας λοίμωξης του κεντρικού νευρικού συστήματος μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Ένα βήμα προς πιο «έξυπνη» διάγνωση
Η συγκεκριμένη έρευνα δείχνει πώς η γενετική αλληλούχιση και η βιοπληροφορική μπορούν να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν ένα από τα βασικά προβλήματα της σύγχρονης διάγνωσης: όχι μόνο να βρίσκουμε περισσότερα δεδομένα, αλλά να μπορούμε να καταλαβαίνουμε ποια από αυτά έχουν πραγματική σημασία.
Η μεταγονιδιωματική αλληλούχιση έχει τη δυνατότητα να αναζητά ταυτόχρονα πολλούς πιθανούς μικροοργανισμούς, όμως η σωστή ερμηνεία των αποτελεσμάτων παραμένει κρίσιμη.
Τα νέα φίλτρα αποτελούν ένα ακόμη βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Χρειάζεται, βέβαια, περαιτέρω έρευνα και τυποποίηση πριν τέτοιες προσεγγίσεις ενσωματωθούν ευρέως στην καθημερινή κλινική πρακτική.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να εντοπίζεται περισσότερο γενετικό υλικό. Είναι να μπορεί η ιατρική ομάδα να ξεχωρίζει μέσα σε αυτό το τεράστιο σύνολο πληροφοριών το σήμα που μπορεί πραγματικά να οδηγήσει στη διάγνωση.
Πηγη: https://www.healthweb.gr/
