Ο πρόωρος τοκετός αφορά το 8% των κυήσεων

Σε αυτόν οφείλονται το 60-80% των νεογνικών θανάτων
Ως πρόωρος τοκετός ορίζεται ο τοκετός που εξελίσσεται και πραγματοποιείται πριν
από την 37η εβδομάδα και αφορά το 8% των κυήσεων.Αν και υπάρχει ομοφωνία για το ανώτερο χρονικό όριο, το κατώτερο όριο στην Ελλάδα έχει αποφασιστεί να είναι 22η εβδομάδα, ενώ ποικίλλει από κράτος σε κράτος (π.χ. στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι η 20η εβδομάδα). Φυσικά για τη διάγνωση του πρόωρου τοκετού υπάρχουν προϋποθέσεις όπως, ο χρονολογικός προσδιορισμός του κύκλου που είναι συχνά ανακριβής με μεταβλητό ρυθμό ή και φυσιολογικός 28 ημερών.

«Ο πρόωρος τοκετός είναι ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα της κύησης, αφού αποτελεί ένα υψηλό ποσοστό νεογνικών θανάτων, από 60-80% που δεν οφείλονται σε συγγενείς ή χρωμοσωματικές ανωμαλίες. Επίσης, αποτελεί μεγάλο ποσοστό άμεσης ή απώτερης χρονικά νεογνικής νοσηρότητας. Για τους παιδιάτρους πρόωρος τοκετός θεωρείται όταν το νεογνό είναι κάτω από 2.500 γρ. βάρος», αναφέρει ο Ευστράτιος Κιρμουτσέλης, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης ΛΗΤΩ. «Το 1/3 των πρόωρων τοκετών με πολύ χαμηλά ποσοστά επιβίωσης είναι κάτω από την 32η εβδομάδα. Έτσι, στην 23η εβδομάδα, το ποσοστό επιβίωσης είναι 0-7%, στην 25η εβδομάδα ανέρχεται από 0-29%, στην 26η εβδομάδα ανέρχεται 56-67% και στην 28η εβδομάδα 88-92%», προσθέτει.

«Ο πρόωρος τοκετός μπορεί να εκδηλωθεί στις ακόλουθες καταστάσεις: Σε αυτόματη ρήξη υμένων, ανεπάρκεια τραχήλου, συγγενείς ανωμαλίες της μήτρας, σε υπερδιάταση της μήτρας, σε εμβρυϊκές ανωμαλίες, σε κύηση με ταυτόχρονη παρουσία ενδομητρίου σπειράματος, σε ενδομήτριο θάνατο εμβρύου, ιστορικό προηγούμενων πρόωρων τοκετών της μητέρας, συστηματικές παθήσεις της μητέρας. Επίσης υπάρχει και ο ιατρογενής πρόωρος τοκετός: προεκλαμψία, πολύδυμη κύηση, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης του εμβρύου, εμβρυϊκές ανωμαλίες ασύμβατες με τη ζωή, αποκόλληση πλακούντα, ενδομήτρια εμβρυϊκή δυσφορία. Η θεραπεία των αιτιολογικών παραγόντων και η αντιμετώπιση για την αναστολή του πρόωρου τοκετού είναι ο κλινοστατισμός ή η χορήγηση κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής όπως οι συμπαθητικομιμητικοί παράγοντες ή β’ αγωνιστές (ριτοδρίνη, τερβουταλίνη, φαινοτερόλη κ.ά.), οι αντιπροσταγλανδινικοί παράγοντες, το θειικό μαγνήσιο, οι αποκλειστές διαύλων Ca++(νιφεδιπίνη) ή οι ανταγωνιστές των υποδοχέων ωκυτοκίνης».

 

 

Πηγη:HealthDaily

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *