Στην Ελλάδα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη συνταγογράφηση
Η αυξανόμενη πίεση που δέχονται οι προϋπολογισμοί υγείας και η ανησυχία για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας αποτελούν 2 βασικές παραμέτρους που καθιστούν ακόμα πιο σημαντική την αξιολόγηση της αξίας των νέων τεχνολογιών. Με αυτή τη διαπίστωση, ξεκίνησε την ομιλία του στο συνέδριο The Future of Healthcare in Greece ο Αναπληρωτής καθηγητής, Αναπληρωτής Διευθυντής, LSE Health, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, London School of Economics Πάνος Καναβός Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην συνταγογράφηση, τονίζοντας ότι η χώρα μας, μέσα σ όλα τ’ άλλα πρέπει να κάνει πολύ περισσότερη δουλειά απ’ ό, τι έχει κάνει μέχρι τώρα. Ίσως η σημαντικότερη συμβολή των οργανισμών ΗΤΑ δεν είναι η αξιολόγηση των προϊόντων αυτή καθαυτή, αλλά το πώς η αξιολόγηση οδηγεί στα κλινικά και συνταγογραφικά πρωτόκολλα. Επί παραδείγματι, ανέφερε ότι ένα περίπου 50% του προϋπολογισμού του NICE στην Αγγλία πηγαίνει στη συγγραφή των κλινικών πρωτοκόλλων και της συνταγογράφησης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας εν εξελίξει έρευνας, η οποία αφορά σε 1.400 φάρμακα με τις ενδείξεις τους σε 7 χώρες, τα οποία πήραν άδεια κυκλοφορίας μεταξύ 2009 και 2018 και μπήκαν στη διαδικασία αποζημίωσης και χρήσης μέχρι το 2021, ένα 15 με 16% των φαρμάκων τα οποία είχαν υποβληθεί στους οργανισμούς αξιολόγησης είχαν εγκριθεί όπως είχαν υποβληθεί δηλαδή με την ένδειξη τους. Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι είναι ότι 71% των φαρμάκων που είχαν υποβληθεί είχαν κάποιους περιορισμούς -κλινικούς αλλά και οικονομικούς- και ένα 13% των φαρμάκων είχαν απορριφθεί τελείως (μία ή δύο, σε ακραίες περιπτώσεις και τρεις φορές), με 24% όλων των φαρμάκων που υποβλήθηκαν σε οργανισμούς ΑΤΥ αν έχουν τουλάχιστον μια προηγούμενη απόρριψη, υποδηλώνοντας γενικότερη αποτυχία να ικανοποιηθούν οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων σε ορισμένα κριτήρια, κυρίως σε ότι αφορά την ποιότητα των κλινικών δεδομένων. Βλέποντας λοιπόν την ποιότητα των κλινικών στοιχείων, τα αποδεικτικά στοιχεία υψηλής ποιότητας εντοπίστηκαν μόνο σε ένα μικρό ποσοστό γύρω στο 20% όλων των υποβληθέντων φαρμάκων, ενώ το 47% και το 33% είχαν μέση ή χαμηλή ποιότητα. Επίσης, πολύ σημαντικές είναι οι κοινωνικές αξιολογικές κρίσεις (social value judgement), δηλαδή παράμετροι που πολλές φορές λειτουργούν ως τροποποιητές για τις τελικές αποφάσεις. Σε ένα 43% του δείγματος, αναγνωρίστηκε η ανεκπλήρωτη ανάγκη. Άρα λοιπόν, προϊόντα που είχαν ανεκπλήρωτη ανάγκη έλαβαν μεγαλύτερο priority, το πλεονέκτημα χορήγησης καθώς και η σοβαρότητα της νόσου. Άρα αυτά τα κριτήρια λαμβάνονται υπόψη και σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούν ως τροποποιητές των αποφάσεων. Δυστυχώς, δεν έχουμε τη δυνατότητα να ποσοτικοποιήσουμε το πόσο ακριβώς λαμβάνεται υπόψη το κάθε κριτήριο, τόνισε ο καθηγητής.Επιπλέον, όπως ανέφερε, το 65% των αποτελεσμάτων που είχαν έγκριση με περιορισμούς υπόκεινται σε έναν η περισσότερους κλινικούς περιορισμούς, κυρίως περιορισμούς πληθυσμού.
πΗΓΗ:HEALTHDAILY
