Τα μη συνταγογραφούμενα ρινικά σπρέι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ισχυρό όπλο ενάντια σε μια σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία, την αντίσταση στα αντιβιοτικά, αναφέρουν οι ερευνητές.
Η ανάλυσή τους, η οποία εξέτασε δεδομένα από σχεδόν 14.000 ενήλικες, διαπίστωσε ότι τα κοινά ρινικά σπρέι θα μπορούσαν να κρατήσουν τις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού μακριά, μειώνοντας την ανάγκη για αντιβιοτικά.
Η αντίσταση στα αντιβιοτικά που προκαλείται από την υπερβολική και κακή χρήση αυτών των φαρμάκων, καθιστά τις βακτηριακές λοιμώξεις δύσκολα αντιμετωπίσιμες.
Η νέα μελέτη διαπίστωσε ότι η χρήση των μη συνταγογραφούμενων ρινικών σπρέι μείωσε τον αριθμό των ημερών που οι άνθρωποι είχαν σοβαρά συμπτώματα του ανώτερου αναπνευστικού. Οι ημέρες ασθένειας μειώθηκαν κατά περίπου 20%.
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι αφορμή για τη νέα ανάλυση αποτέλεσαν πρόσφατα στοιχεία που έδειξαν ότι η χρήση ρινικών σπρέι για την απομάκρυνση του ιού από τη μύτη και το λαιμό ή η ενίσχυση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού μέσω της άσκησης και της διαχείρισης του στρες, θα μπορούσε να μειώσει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των λοιμώξεων του αναπνευστικού.
Χρησιμοποίησαν στοιχεία από 13.800 ασθενείς από 332 ιατρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όλοι είχαν κάποιο υπάρχον πρόβλημα υγείας, παράγοντα κινδύνου για λοίμωξη ή ιστορικό επαναλαμβανόμενων αναπνευστικών λοιμώξεων. Τους μοίρασαν τυχαία σε τρεις ομάδες.
Τα μέλη της μίας ομάδας έλαβαν ένα ρινικό σπρέι με βάση τη γέλη, η οποία παγιδεύει και εξουδετερώνει τους ιούς στη μύτη για να αποτρέψει την εξάπλωσή τους. Τα μέλη της δεύτερης ομάδας έλαβαν ρινικό σπρέι με βάση τον φυσιολογικό ορό, που μειώνει τα επίπεδα του ιού στο ανώτερο τμήμα του λαιμού πίσω από τη μύτη. Τα μέλη της τρίτης ομάδας έκαναν άσκηση και υιοθέτησαν πρακτικές για τη διαχείριση του στρες.
Οι χαμένες ημέρες εργασίας και κανονικής δραστηριότητας μειώθηκαν κατά 20-30%, ενώ για όσους προσπαθούσαν να διαχειριστούν το άγχος, το ποσοστό έφτασε μόλις το 5%.
«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τα ρινικά σπρέι λειτουργούν καλά για τη μείωση της διάρκειας και της σοβαρότητας των αναπνευστικών λοιμώξεων και της παρεμβολής στις κανονικές δραστηριότητες», δήλωσε ο συν-συγγραφέας της μελέτης Paul Little, ερευνητής πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση The Lancet Respiratory Medicine.
Πηγη: https://www.onmed.gr/
