Τι μπορούν να μας πουν 1.211 ληξιαρχικές εγγραφές για την υγεία μιας τοπικής κοινωνίας;

Μια μεταδιδακτορική έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, βασισμένη στην ανάλυση δεδομένων της περιόδου 2017–2023, δείχνει πώς τα ληξιαρχικά δεδομένα μπορούν να αξιοποιηθούν ως εργαλείο παρακολούθησης της δημόσιας υγείας σε επίπεδο Δήμου.

Οι περισσότερες ληξιαρχικές εγγραφές θανάτου καταλήγουν σε ένα αρχείο και χρησιμοποιούνται κυρίως για διοικητικούς σκοπούς. Κι όμως, όταν αναλυθούν συστηματικά μέσα στον χρόνο, μπορούν να αποκαλύψουν σημαντικές δημογραφικές και υγειονομικές μεταβολές μιας κοινότητας. Μπορούν να δείξουν πώς γερνά ένας πληθυσμός, ποιες αιτίες θανάτου κυριαρχούν, πώς μεταβάλλονται οι ανάγκες υγείας και πώς μεγάλα γεγονότα, όπως μια πανδημία, αποτυπώνονται στη θνησιμότητα.

Με αυτή τη λογική πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας η παρούσα μεταδιδακτορική έρευνα, η οποία ανέλυσε 1.211 ληξιαρχικές εγγραφές θανάτου , καθώς και τα ληξιαρχικά δεδομένα γεννήσεων της περιόδου 2017–2023, από έναν Καλλικρατικό Δήμο της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας.

Στόχος δεν ήταν απλώς να περιγραφούν οι θάνατοι μιας περιοχής, αλλά να διερευνηθεί κατά πόσο τα ληξιαρχικά δεδομένα μπορούν να αξιοποιηθούν ως εργαλείο παρακολούθησης των δημογραφικών και επιδημιολογικών μεταβολών και, κατ’ επέκταση, ως έμμεσοι δείκτες του τοπικού συστήματος υγείας.

Η έρευνα εκπονήθηκε υπό την επιστημονική επίβλεψη της Καθηγήτριας Φωτεινής Μάλλη, στην οποία εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες για την καθοδήγηση και τη συνεχή υποστήριξή της καθ’ όλη τη διάρκεια της ερευνητικής διαδικασίας.Τι μπορούν να μας πουν 1.211 ληξιαρχικές εγγραφές για την υγεία μιας τοπικής κοινωνίας;
Μια κοινωνία που γερνά

Η πρώτη εικόνα που προέκυψε από την ανάλυση ήταν δημογραφική. Η μέση ηλικία θανάτου κατά την επταετία ήταν 80,2 έτη, ενώ το 75,9% των θανόντων ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω. Οι γυναίκες κατέγραψαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερη μέση ηλικία θανάτου από τους άνδρες, εύρημα που συμφωνεί με το γνωστό πρότυπο μεγαλύτερου προσδόκιμου ζωής των γυναικών.

Η πλειονότητα των θανόντων ήταν συνταξιούχοι, ενώ οι περισσότεροι ήταν έγγαμοι ή χήροι, στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα ενός πληθυσμού με έντονα γηρασμένη ηλικιακή δομή.
Οι αιτίες θανάτου αλλάζουν περισσότερο από την ηλικία

Παρότι η μέση ηλικία θανάτου παρέμεινε σχετικά σταθερή, η εικόνα των αιτιών θανάτου παρουσίασε μεγαλύτερες μεταβολές. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτέλεσαν την κυριότερη αιτία θανάτου, αντιπροσωπεύοντας το 25,2% των καταγεγραμμένων περιστατικών. Ακολούθησαν οι λοιμώξεις (18,7%) και τα κακοήθη νεοπλάσματα (18,2%), ενώ οι θάνατοι που αποδόθηκαν στη COVID-19 αντιστοιχούσαν στο 7,0% του συνόλου και εμφανίστηκαν αποκλειστικά μετά το 2020.

Η ηλικία θανάτου διαφοροποιήθηκε σημαντικά ανάλογα με την αιτία. Οι θάνατοι που αποδόθηκαν σε γήρας καταγράφηκαν στις μεγαλύτερες ηλικίες, με μέση ηλικία 91,1 έτη, ενώ οι βίαιοι θάνατοι εμφανίστηκαν σε σημαντικά νεότερα άτομα, με μέση ηλικία 60,5 έτη. Οι θάνατοι από κακοήθη νεοπλάσματα καταγράφηκαν σε ενδιάμεσες ηλικίες.
Τι άφησε πίσω της η πανδημία;

Η επταετία χωρίστηκε σε τρεις περιόδους: προπανδημική (2017–2019), πανδημική (2020–2021) και μεταπανδημική (2022–2023).

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα ήταν ότι η μέση ηλικία θανάτου δεν μεταβλήθηκε στατιστικά σημαντικά μεταξύ των τριών περιόδων. Με άλλα λόγια, η πανδημία δεν συνοδεύτηκε από μεταβολή της ηλικίας στην οποία καταγράφονταν οι θάνατοι στον συγκεκριμένο Δήμο.

Αυτό που μεταβλήθηκε ήταν η κατανομή των αιτιών θανάτου. Στη μεταπανδημική περίοδο αυξήθηκε η συχνότητα καταγραφής των λοιμώξεων και του γήρατος ως αιτιών θανάτου, ενώ μειώθηκαν οι καταγραφές αδιευκρίνιστης αιτίας. Η διαφοροποίηση αυτή ήταν στατιστικά σημαντική. Η μελέτη καταγράφει τη μεταβολή, χωρίς να διερευνά τους παράγοντες που την προκάλεσαν.
Πού καταγράφονται οι περισσότεροι θάνατοι;

Το 40,7% των θανάτων καταγράφηκε σε νοσοκομεία, το 31,3% στην οικία και το 23,0% σε ιδιωτικές κλινικές ή ιδρύματα, ενώ μόλις το 2,9% σημειώθηκε σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκε το ποσοστό των νοσοκομειακών θανάτων, από 40,1% στην προπανδημική περίοδο σε 51,6% κατά την πανδημία, πριν υποχωρήσει εκ νέου μετά το 2022. Η έρευνα περιγράφει αυτή τη μεταβολή, χωρίς να αποδίδει αιτιώδη ερμηνεία, καθώς δεν εξετάστηκαν παράγοντες όπως η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας ή οι αλλαγές στην οργάνωση της νοσοκομειακής φροντίδας.Τι μπορούν να μας πουν 1.211 ληξιαρχικές εγγραφές για την υγεία μιας τοπικής κοινωνίας;
Όταν τα ληξιαρχεία γίνονται εργαλείο Δημόσιας Υγείας

Η αξία της μελέτης δεν περιορίζεται στην περιγραφή των χαρακτηριστικών της θνησιμότητας ενός Δήμου. Αναδεικνύει πώς δεδομένα που ήδη συλλέγονται καθημερινά από τα ληξιαρχεία μπορούν να αξιοποιηθούν για την παρακολούθηση της δημόσιας υγείας σε τοπικό επίπεδο.

Στην υπό μελέτη περιοχή, οι γεννήσεις παρέμειναν ουσιαστικά σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια της επταετίας, χωρίς να καταγραφεί στατιστικά σημαντική μεταβολή. Η συστηματική ανάλυση της ηλικίας θανάτου, των αιτιών, του τόπου θανάτου και της σχέσης γεννήσεων-θανάτων μπορεί να αποτυπώσει τις δημογραφικές και επιδημιολογικές μεταβολές μιας τοπικής κοινωνίας διαχρονικά.

Με αυτή την έννοια, οι δείκτες θνησιμότητας μπορούν να λειτουργήσουν ως έμμεσοι δείκτες παρακολούθησης του τοπικού συστήματος υγείας και να υποστηρίξουν την επιδημιολογική επιτήρηση και τον σχεδιασμό πολιτικών δημόσιας υγείας σε επίπεδο Δήμου.

Η προσέγγιση αυτή δεν αξιολογεί άμεσα την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας ούτε τεκμηριώνει σχέσεις αιτίου–αποτελέσματος. Προτείνει όμως ένα πρακτικό πλαίσιο παρακολούθησης, βασισμένο σε δεδομένα που ήδη υπάρχουν και μπορούν να αναλυθούν συστηματικά.
Ένα μήνυμα που ξεπερνά τα όρια της συγκεκριμένης μελέτης

Η δημογραφική γήρανση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα πολλές ελληνικές τοπικές κοινωνίες. Παράλληλα, η ανάγκη για αξιόπιστα δεδομένα που θα υποστηρίζουν τον σχεδιασμό υπηρεσιών υγείας γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.

Η εμπειρία της συγκεκριμένης μελέτης δείχνει ότι τα ληξιαρχικά δεδομένα μπορούν να αξιοποιηθούν πολύ πέρα από τον διοικητικό τους ρόλο. Όταν αναλύονται συστηματικά, προσφέρουν μια αξιόπιστη εικόνα των δημογραφικών και επιδημιολογικών μεταβολών μιας τοπικής κοινωνίας και μπορούν να υποστηρίξουν την τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων για τη δημόσια υγεία σε τοπικό επίπεδο.

Δρ. Λαμπρόπουλος Χ. Ιωάννης

Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Τμήματος Νοσηλευτικής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων Πανεπιστημίου Πατρών

 

Πηγη: https://www.healthreport.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *