Τα τρία «αγκάθια» που εμποδίζουν την εφαρμογή του ΦΕΚ
Η μη αποζημίωση των βιοδεικτών από τον Οκτώβριο του 2025, όταν εκδόθηκε
το σχετικό ΦΕΚ που διεύρυνε τη λίστα και κοστολόγησε 39 νέες ενδείξεις μοριακών
βιοδεικτών, είναι ένα από τα πιο διακριτά παράδοξα του ελληνικού συστήματος
υγείας και ταλαιπωρεί χιλιάδες ογκολογικούς (και όχι μόνο) ασθενείς.
Είναι εμφανές ότι η εφαρμογή του ΦΕΚ «κόλλησε» στην πράξη και προς το
παρόν δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη πολιτική απόφαση για την «αποκόλλησή» του.
Επιπλέον, ένα τυπογραφικό λάθος στην Υπουργική Απόφαση που προέβλεπε την
αποζημίωση των νέων βιοδεικτών και εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2025 έχει
οδηγήσει σε αποκλεισμό εκατοντάδων γυναικών με καρκίνο των ωοθηκών.
Ενδεχόμενη διόρθωση της απόφασης εκτιμάται ότι μπορεί να προκαλέσει νέα
καθυστέρηση της αποζημίωσης. Έως σήμερα, με βάση σχετική απόφαση
του 2014, αποζημιώνονται 24 κωδικοί βιοδεικτών, που δεν ανταποκρίνονται στις
πραγματικές ανάγκες των ασθενών.
Η τρέχουσα εικόνα έχει ως εξής: Η πίεση από τους συλλόγους ασθενών
(όπως η ΕΛΛΟΚ) και την ιατρική κοινότητα (ΕΟΠΕ) ανάγκασε τον ΕΟΠΥΥ
να κινηθεί. Ο νέος διοικητής του οργανισμού, Αθανάσιος Ζαμάνης, που
ανέλαβε καθήκοντα τον Ιούλιο του 2026, έθεσε την πλήρη ενεργοποίηση της
αποζημίωσης των μοριακών βιοδεικτών ως άμεση προτεραιότητα εντός του
2026, χωρίς, ωστόσο, να γίνει πιο συγκεκριμένος για τις ενέργειες που θα
γίνουν και τα χρονοδιαγράμματα κάθε μιας. Διότι μέχρι να ολοκληρωθούν οι
ψηφιακές ρυθμίσεις και να κλείσουν οι συμφωνίες με τα εργαστήρια, πολλοί
ασθενείς εξακολουθούν να αναγκάζονται να πληρώνουν τις εξετάσεις αυτές από την
τσέπη τους (κόστη που συχνά κυμαίνονται από 300 έως 600+ ευρώ), προκειμένου
να μη χάσουν πολύτιμο χρόνο για τη θεραπεία τους. Επίσης, για να μπορέσει ο
ΕΟΠΥΥ να αποζημιώσει τους βιοδείκτες, πρέπει να επιλύσει τρία προβλήματα, που
δεν είναι όλα της αρμοδιότητάς του.
1. Η εκκρεμότητα των διαπραγματεύσεων
με τα εργαστήρια
Το γεγονός ότι ορίστηκαν τιμές στο ΦΕΚ δεν σημαίνει αυτόματα πληρωμή
από τον ΕΟΠΥΥ. Έπρεπε πρώτα να ξεκινήσει επίσημη διαπραγμάτευση
από την αρμόδια Επιτροπή του ΕΟΠΥΥ με τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και
εργαστήρια, ώστε να υπογραφούν οι σχετικές συμβάσεις, επιτυγχάνοντας
φυσικά και τις μέγιστες δυνατές εκπτώσεις.
Η διαδικασία αυτή άνοιξε μόλις πρόσφατα (τον Μάιο του 2026), με τον ΕΟΠΥΥ
να καλεί τα εργαστήρια να καταθέσουν αιτήσεις συμμετοχής και εκείνα να
είναι εξαιρετικά διστακτικά, καθώς οι προτεινόμενες τιμές αποζημίωσης
θεωρούνται πολύ χαμηλές.
2. Το πραγματικό «αγκάθι»: Κόστος και clawback
Οι βιοδείκτες είναι ακριβές εξετάσεις με συγκριτικά υψηλό κόστος αντιδραστηρίων.
Τα διαγνωστικά εργαστήρια εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις για το αν οι τιμές που
ορίστηκαν (οι οποίες είναι μεσοσταθμικά 30% χαμηλότερες από τις τιμές λιανικής
που ίσχυαν στην αγορά) είναι βιώσιμες, ειδικά αν σε αυτές επιβληθεί το γνωστό
clawback. Η συνεχής μείωση του προϋπολογισμού για τους βιοδείκτες,
που όπως αναφέρουν τα εργαστήρια έχει φθάσει σε 1,6 εκατ. ευρώ για το σύνολο
των βιοδεικτών, έχει δημιουργήσει συνθήκες ασφυξίας στα ιδιωτικά
εργαστήρια, τα οποία εκτιμούν ότι η προτεινόμενη τιμή από τον ΕΟΠΥΥ για
μια εξέταση βιοδείκτη ισοδυναμεί με την τιμή που δίνεται μια συνηθισμένη εξέταση,
γεγονός που καθιστά ασύμφορη τη συμμετοχή τους στην όλη διαδικασία του
ΕΟΠΥΥ.
3. Ενσωμάτωση κωδικών στην ΗΔΙΚΑ και διασύνδεση με
πρωτόκολλα και ηλεκτρονικό φάκελο
Για να μπορεί να συνταγογραφηθεί μια εξέταση βιοδείκτη μέσω ΕΟΠΥΥ,
πρέπει το σύστημα της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης (ΗΔΙΚΑ) να είναι
πλήρως ενημερωμένο. Αυτό απαιτεί την ενσωμάτωση των νέων κωδικών
στο σύστημα. Αν οι κωδικοί αυτοί δεν περαστούν στη βάση δεδομένων
της ΗΔΙΚΑ, ο γιατρός δεν βλέπει την εξέταση στην οθόνη του για να την
επιλέξει. Επίσης, για να αποφευχθεί η υπερσυνταγογράφηση, ο ΕΟΠΥΥ
επιβάλλει «κόφτες». Η ΗΔΙΚΑ πρέπει να προγραμματίσει το σύστημα έτσι
ώστε ένας συγκεκριμένος βιοδείκτης να «ξεκλειδώνει» μόνο αν ο γιατρός
έχει εισάγει συγκεκριμένους κωδικούς ασθένειας. Επίσης, απαιτείται διασύνδεση
των βιοδεικτών με συγκεκριμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα και τον
Ψηφιακό Φάκελο Ασθενούς, ώστε να διασφαλίζεται ότι η εξέταση γίνεται
αυστηρά βάσει ιατρικών ενδείξεων.
Επίσης, πρέπει τα ιδιωτικά εργαστήρια και τα δημόσια νοσοκομεία να μπορούν
να «διαβάσουν» το παραπεμπτικό, να εκτελέσουν την εξέταση ψηφιακά
και να στείλουν το αποτέλεσμα ή την τιμολόγηση πίσω στο σύστημα του
ΕΟΠΥΥ (μέσω e-ΔΑΠΥ). Από τη στιγμή που θα υπογραφούν οι συμβάσεις
με τα εργαστήρια, η καθαρή τεχνική ενσωμάτωση και διασύνδεση από την
ΗΔΙΚΑ απαιτεί συνολικά περίπου 3 με 5 μήνες. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΕΟΠΥΥ,
γίνονται προσπάθειες οι φάσεις αυτές να τρέξουν παράλληλα, ώστε με την
ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων το σύστημα να είναι έτοιμο να δεχτεί τις
πρώτες συνταγογραφήσεις.
Πηγη:HealthDaily
