Έρευνα ελβετικής εταιρείας
Έρευνα για τη διατροφική αξία των τροφών, την επίδραση της καταστροφής του Περιβάλλοντος στη διατροφική αλυσίδα, δεδομένης της πανδημίας και της ανάγκης προστασίας της υγείας, πραγματοποίησε η ελβετική εταιρεία Genevia Lifesciences AG. Τα ευρήματα της διετούς έρευνας της Ελβετικής εταιρίας Genevia Lifesciences https://genevia.com/ που περιλαμβάνει δεδομένα, αρχεία και στατιστικά στοιχεία από παγκόσμιες μελέτες πανεπιστημίων, ινστιτούτων, ερευνητικών κέντρων και οργανισμών, δείχνουν ότι η θρεπτική αξία των φυτικών και ζωικών τροφών που καταναλώνουμε σήμερα υπολείπεται κατά πολύ αυτών που καταναλώναμε πριν από μερικά χρόνια. Η ποιότητα, δηλαδή, των τροφών έχει επηρεαστεί τις τελευταίες δεκαετίες από πολύ συγκεκριμένους παράγοντες και η υποβάθμισή της είναι σημαντική για την υγεία μας. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένας σημαντικός όγκος πρόσφατων μελετών που διαπιστώνει την ανησυχητική μείωση των θρεπτικών συστατικών, κυρίως των ανόργανων μεταλλικών στοιχείων, στις καλλιέργειες. Μάλιστα, πρόσφατα δεδομένα μελετών που εκτείνονται σε βάθος 50 έως 70 χρόνων ως προς τα θρεπτικά συστατικά σε φρούτα και λαχανικά, δείχνουν εμφανείς μειώσεις σε ανόργανα μεταλλικά στοιχεία, βιταμίνες και πρωτεΐνες, με τις τελευταίες πιο έντονα στα λαχανικά.
Περίπου 820 εκατ. άνθρωποι παγκοσμίως επηρεάζονται από τη μείωση της απόδοσης των αγροτικών καλλιεργειών και των αγρονομικών παρεμβάσεων με αποτέλεσμα την επισιτιστική ανασφάλεια (έλλειψη φυσικής και οικονομικής πρόσβασης στα τρόφιμα), αλλά και τη χαμηλή συγκέντρωση πρωτεϊνών και μικροθρεπτικών συστατικών (π.χ. Zn, Fe, Se, B, I) στις τροφές που καταναλώνουν. Ειδικά εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, με την επιβολή καραντίνας, κλειστών συνόρων, απαγόρευσης ή περιορισμού εξαγωγών και μετακίνησης εργαζομένων, έλλειψης πρώτων υλών και τελικών προϊόντων που ενισχύουν τον προστατευτισμό και τον διατροφικό εθνικισμό με σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια επισιτιστική και εφοδιαστική αλυσίδα (κυρίως βασικών ειδών διατροφής) και το διεθνές εμπόριο,113 εκατ. άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ένδεια. Εξάλλου, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) αναφέρει ότι το 11% του παγκόσμιου πληθυσμού ήδη υποσιτίζεται. Οι μεγαλύτεροι ρυπαντές του περιβάλλοντος φαίνεται να είναι οι εταιρείες παραγωγής κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Οι συνολικές εκπομπές από την παγκόσμια κτηνοτροφία εκτιμάται σε 7,1 γιγατόννους (Gigatonnes) CO2 – ισοδύναμα ετησίως, αντιπροσωπεύοντας το 14,5% όλων των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, οι οποίες με τη σειρά τους επιταχύνουν την κλιματική αλλαγή παγκοσμίως. Τα αντιμικροβιακά σκευάσματα που χορηγούνται στα ζώα για προστασία απέναντι στα μικρόβια, βακτήρια, παράσιτα και ιούς, αλλά και οι αυξητικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των ορμονικών ουσιών, έχουν εγκριθεί από πολλούς Οργανισμούς Υγείας σε όλο τον κόσμο για χρήση στην εντατική εκτροφή βοοειδών και αιγοπροβάτων, με τις τελευταίες να χρησιμοποιούνται για την γρήγορη ανάπτυξη των ζώων. Αυτή η πρακτική εξακολουθεί να προκαλεί μεγάλη ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα σχετικά με τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Η θωράκιση του οργανισμού βελτιώνεται με μια ποικίλη, υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή, υψηλής ποιότητας και πιστοποίησης συμπληρώματα διατροφής, λιγότερο άγχος, τακτική άσκηση και σεβασμό του περιβάλλοντος. Σημ.: Ολόκληρη η έρευνα της Genevia Lifesciences θα δημοσιευτεί τον Ιούλιο του 2020 στον ιστότοπο https://genevia.com/
Πηγη:HealthDaily
