Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν αρκεί, εάν τα επιπλέον χρόνια συνοδεύονται από χρόνια νοσήματα και εξάρτηση. Η Ευρυδίκη Χατζηανδρέου αναλύει στο The Doctor τις πολιτικές που μπορούν να αυξήσουν το healthspan των Ελλήνων, από την πρωτοβάθμια φροντίδα έως την ιατρική ακριβείας.
Κυρία Χατζηανδρέου, τι σημαίνει επιστημονικά και κοινωνικά η έννοια του healthspan;
Το healthspan -το υγιές προσδόκιμο ζωής- είναι ο αριθμός των ετών που ζούμε χωρίς σημαντική χρόνια νόσο, λειτουργικό περιορισμό ή εξάρτηση. Διαφέρει ουσιωδώς από το lifespan, τη συνολική διάρκεια ζωής. Η Eurostat (2023) δείχνει το χάσμα ευκρινώς: στην ΕΕ το προσδόκιμο ζωής φτάνει τα 84 χρόνια για τις γυναίκες και 78,7 για τους άνδρες, αλλά τα Healthy Life Years μόλις τα 63,3 και 62,8 αντίστοιχα. Επιστημονικά, η έννοια στηρίζεται στη «συμπίεση της νοσηρότητας» (compression of morbidity) του JamesFries – στην ιδέα ότι μπορούμε να μεταθέσουμε την έναρξη των χρόνιων νοσημάτων όσο πιο κοντά γίνεται στο τέλος της ζωής.
Κοινωνικά, η μετατόπιση είναι βαθιά: αλλάζει τον σκοπό της ιατρικής από τη διαχείριση της νόσου στη διατήρηση της λειτουργικότητας, σημαίνει ότι η ιατρική δεν αρκεί να παρατείνει τη ζωή – οφείλει να εξασφαλίσει αυτονομία, νοητική διαύγεια και ικανότητα συμμετοχής. Αυτό μεταφράζεται σε νέα ιεράρχηση προτεραιοτήτων και σε αλλαγή δομών και συστημάτων.
Από την κλασσική ιατρική, της αντιμετώπισης συμπτώματος, ασθένειας στην προσέγγιση ότι τα βιολογικά στοιχεία ενός οργανισμού – γονίδια, πρωτεΐνες, μεταβολίτες, κύτταρα, όργανα, μικροβίωμα, περιβαλλοντικά σήματα – αλληλεπιδρούν ως ολοκληρωμένο σύστημα για να παράγουν υγεία ή ασθένεια. Για τον πολίτη αυτό σημαίνει ότι παίρνει ενεργό ρόλο στην υγεία του. Για τα συστήματα υγείας σημαίνει τεράστια εξοικονόμηση – γιατί η θεραπεία μιας χρόνιας νόσου κοστίζει πολλαπλάσια από την πρόληψή της. Η πρόκληση; Τα συστήματα υγείας είναι ακόμα δομημένα γύρω από την ασθένεια. Αλλά αυτό αλλάζει – αργά αλλά αναπόφευκτα.
Πού τελειώνουν τα τεκμηριωμένα δεδομένα και πού αρχίζουν οι υπερβολικές υποσχέσεις;
Η διαχωριστική γραμμή είναι σαφέστερη απ’ όσο υποδηλώνει η καταναλωτική ζήτηση. Αυτή την στιγμή καμία παρέμβαση δεν προσθέτει υγιή χρόνια όσο ο τρόπος ζωής! Τεκμηριωμένα, οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής -διατροφή, άσκηση, ύπνος, διαχείριση του στρες, αποχή από το κάπνισμα, κοινωνικές σχέσεις- έχουν τη μεγαλύτερη και πιο σταθερή επίδραση στο υγιές προσδόκιμο ζωής, 10-15 έτη. Κανένα γηροθεραπευτικό δεν έχει εγκριθεί ακόμα από τον FDA.
Ο FDA δεν αναγνωρίζει τη γήρανση ως ένδειξη νόσου και δεν υπάρχει ρυθμιστική οδός για αντιγηραντικές παρεμβάσεις. Όλες οι μελέτες αξιολογούν δευτερεύουσες ενδείξεις (καρδιαγγειακή υγεία, σαρκοπενία, νόσος Alzheimer κ.λπ.) ως proxy για γήρανση. Ραπαμυκίνη (αναστολείς mTOR), μετφορμίνη , GLP-1 αγωνιστές, (χαρακτηρίζονται σαν “αντιγηραντικά” λόγω της πλειοτροπικής τους δράσης), Senolytics, πρόδρομα NAD+, σπερμιδίνη. Υπάρχουν επίσης νέα μόρια που βρίσκονται σε κλινικές δοκιμές φάσης 2. Μια συναρπαστική εξέλιξη είναι η εισαγωγή του μερικού επαναπρογραμματισμού σε κλινικές δοκιμές. Ο πρώτος ασθενής το έλαβε στις 26 Ιουνίου.
Στόχος: η αναστροφή τύφλωσης. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό είναι το μέλλον της υγειούς μακροζωίας. Ο μερικός επιγενετικός επαναπρογραμματισμός βασίζεται σε μια σύντομη, ελεγχόμενη έκθεση σε παράγοντες Yamanaka όπου αρκεί για να επαναφέρει ένα κύτταρο σε νεαρότερη επιγενετική κατάσταση χωρίς να χάσει την αρχική του ταυτότητα.
Πάνω από 10 εταιρείες με επενδύσεις δισεκατομμυρίων βρίσκονται σε προ κλινικό στάδιο δοκιμών. Εκεί τελειώνουν τα δεδομένα. Οι υπερβολές ξεκινούν όπου ακούμε για «αναστροφή της γήρανσης», για πανάκριβα πρωτόκολλα συμπληρωμάτων, πεπτιδίων χωρίς κλινική τεκμηρίωση. Η στάση μου είναι σταθερά επιστημονική: η βιολογία της γήρανσης είναι πραγματική και συναρπαστική· η φαρμακολογική «ανανέωση» στον άνθρωπο, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακόμα ερευνητική. Εκτιμώ όμως ότι σε 5 χρόνια θα έχουμε πολύ καλύτερη εικόνα.
Σε ποιον βαθμό η βιολογική γήρανση είναι τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου;
Σε σημαντικό βαθμό – και αυτή είναι η μεγάλη εννοιολογική μετατόπιση της γηροεπιστήμης. Η κεντρική υπόθεση είναι ότι η γήρανση αποτελεί τον ισχυρότερο κοινό παράγοντα κινδύνου για τα περισσότερα χρόνια νοσήματα -καρδιαγγειακά, καρκίνο, νευροεκφυλισμό, διαβήτη- και ότι, αν επιβραδύνουμε τους υποκείμενους μηχανισμούς της, μπορούμε να καθυστερήσουμε ταυτόχρονα πολλές νόσους. Οι López-Otín και Kroemerκωδικοποίησαν αυτούς τους μηχανισμούς στα δεκατέσσερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γήρανσης (hallmarks of aging) -από τη γονιδιωματική αστάθεια και τις επιγενετικές μεταβολές μέχρι την κυτταρική γήρανση, την απορρύθμιση της ανίχνευσης θρεπτικών και τη χρόνια φλεγμονή (inflammaging).
Το κρίσιμο είναι ότι πολλά από αυτά είναι τροποποιήσιμα: ανταποκρίνονται στη διατροφή, την άσκηση, τον ύπνο, το περιβάλλον στην διαχείριση του στρες. Άρα η γήρανση δεν είναι ένα μονολιθικό, αναπόφευκτο γεγονός, αλλά ένας ρυθμός που μπορούμε εν μέρει να επηρεάσουμε. Προσοχή όμως στη διατύπωση: δεν μιλάμε για κατάργηση της γήρανσης, αλλά για διαμόρφωση της τροχιάς της. Ήδη σήμερα, αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης αναλύουν πρωτεΐνες αίματος και εντοπίζουν αν ο εγκέφαλος ή η καρδιά «γερνά» γρηγορότερα από το αναμενόμενο – πριν εκδηλωθεί οποιοδήποτε σύμπτωμα άρα δυνατότητα παρέμβασης. Το ρεαλιστικό, και επιστημονικά υπεύθυνο, ζητούμενο είναι να γεράσουμε πιο αργά και πιο υγιώς – όχι να μη γεράσουμε.
Ποιες πολιτικές Δημόσιας Υγείας είναι κρίσιμες για την Ελλάδα;
Η Ελλάδα είναι από τις χώρες με τον ταχύτερο δημογραφικό γήρανση: η διάμεση ηλικία είναι ήδη γύρω στα 47 έτη και περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού —κοντά στο 24%— είναι άνω των 65, ποσοστό που προβλέπεται να ξεπεράσει το 30% έως το 2050.
Το προσδόκιμο ζωής, γύρω στα 81,5 έτη, είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, αλλά αυτό ακριβώς είναι το διακύβευμα: αν δεν επενδύσουμε στο healthspan, θα κερδίζουμε χρόνια νόσου αντί για χρόνια υγείας. Μελέτη του London Business School και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δημοσιευμένη στο Cold Spring Harbor Perspectives in Medicine (2023), εκτίμησε ότι η αύξηση του υγιούς προσδόκιμου ζωής κατά 1 χρόνο έχει ετήσιο όφελος ~4-5% του ΑΕΠ. Τα κέρδη είναι συνεργιστικά — το να στοχεύεις τη γήρανση ως σύνολο αποδίδει πολύ περισσότερο από το να στοχεύεις μεμονωμένες ασθένειες.
Για αυτό θεωρώ κρίσιμες τρεις κατευθύνσεις. Πρώτον, μια στροφή του συστήματος από τη θεραπεία στην πρόληψη συστηματικά με ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα που εντοπίζει νωρίς τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο και την ευθραυστότητα (frailty). Δεύτερον, παρεμβάσεις σε πληθυσμιακή κλίμακα στους τροποποιήσιμους παράγοντες —διατροφή, σωματική δραστηριότητα, ύπνος, κάπνισμα, ψυχική υγεία— που είναι και οι πιο αποδοτικές. Χρειαζόμαστε ριζική μείωση του καπνίσματος (η Ελλάδα παραμένει υψηλά στην ΕΕ) και έλεγχο της παχυσαρκίας στους νεότερους. Επίσης δομές κίνησης για τους 65+ — υποδομές βαδίσματος, προγράμματα ισορροπίας και πρόληψης πτώσεων, που μειώνουν αναπηρία και νοσηλείες.
Δίνω έμφαση στην ψυχική υγεία και κοινωνική ένταξη ως μέρος της υγειονομικής ατζέντας· η κοινωνική απομόνωση είναι πλέον αναγνωρισμένη ως 14η χαρακτηριστική διεργασία της γήρανσης. Τρίτον, υποδομές δεδομένων και αγωγή υγείας, από πολύ νωρίς ώστε οι πολιτικές να σχεδιάζονται στοχευμένα με βάση την πραγματικότητα του ελληνικού πληθυσμού. Στο Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιούς Μακροζωίας αυτή ακριβώς την εικόνα επιδιώκουμε να αποτυπώσουμε — γιατί δεν μπορούμε να βελτιώσουμε αυτό που δεν μετράμε.
Ποια χρόνια νοσήματα πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα και ποιες παρεμβάσεις αποδίδουν περισσότερο;
Θα έβαζα στην πρώτη γραμμή τα νοσήματα που μοιράζονται την ίδια υποκείμενη βιολογία της γήρανσης και ταυτόχρονα παράγουν τη μεγαλύτερη εξάρτηση: τα καρδιαγγειακά, τον καρκίνο, τον νευροεκφυλισμό —ιδίως την άνοια— και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μαζί με τη σαρκοπενία και την ευθραυστότητα που οδηγούν στην απώλεια αυτονομίας. Η λογική της υγιούς μακροζωίας είναι ότι αυτά δεν είναι ανεξάρτητα: τα συνδέει ένα κοινό έδαφος, με κεντρικό άξονα τη χρόνια, υποκλινική φλεγμονή (inflammaging) και την καρδιομεταβολική δυσλειτουργία.
Σε επίπεδο πληθυσμού, οι παρεμβάσεις με τη μεγαλύτερη απόδοση δεν είναι οι εντυπωσιακές, αλλά οι θεμελιώδεις: ο έλεγχος του καπνίσματος, η προαγωγή της σωματικής δραστηριότητας, η έγκαιρη αντιμετώπιση της υπέρτασης, της δυσλιπιδαιμίας και της δυσγλυκαιμίας στην πρωτοβάθμια φροντίδα, και —κάτι που για εμάς είναι σχεδόν αυτονόητο— η επιστροφή στο μεσογειακό διατροφικό πρότυπο. Έχουμε στα χέρια μας ένα από τα πιο τεκμηριωμένα προστατευτικά μοντέλα διατροφής παγκοσμίως· το παράδοξο είναι ότι ο ελληνικός πληθυσμός απομακρύνεται σταδιακά από αυτό. Η επανασύνδεση με τη μεσογειακή διατροφή είναι ίσως η πιο ώριμη πληθυσμιακή μας ευκαιρία.
Πώς περνά η γενετική πληροφορία με ασφάλεια και κλινική αξία από το εργαστήριο στην καθημερινή φροντίδα;
Για να περάσει η γενετική πληροφορία στην καθημερινή φροντίδα με πραγματική αξία, πρέπει να περάσει διαδοχικά τρία φίλτρα. Το πρώτο είναι η αναλυτική και κλινική εγκυρότητα: το τεστ να μετράει αξιόπιστα αυτό που υπόσχεται και να συσχετίζεται όντως με τη νόσο. Το δεύτερο, και δυσκολότερο, είναι η κλινική χρησιμότητα (clinical utility): να αλλάζει την απόφαση του γιατρού και, τελικά, την έκβαση για τον ασθενή — κάτι που αποδεικνύεται μόνο με προοπτικές μελέτες, όχι με συσχετίσεις. Το τρίτο είναι η δυνατότητα δράσης: μια γενετική πληροφορία αποκτά νόημα όταν συνδέεται με μια συγκεκριμένη παρέμβαση.
Πάνω από αυτά, χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις-κλειδιά: εκπαίδευση των κλινικών και συστήματα υποστήριξης αποφάσεων ενσωματωμένα στον φάκελο υγείας· ισότητα, με βάσεις αναφοράς κατάλληλες για τον πληθυσμό μας· και αυστηρή διακυβέρνηση των δεδομένων. Η μετάβαση από το εργαστήριο στην εξέταση δεν είναι θέμα τεχνολογίας — είναι θέμα κλινικής δομής. Όπου αυτή υπάρχει (ογκολογία, καρδιολογία, ορισμένες περιοχές της φαρμακογονιδιωματικής), η ενσωμάτωση προχωρά με ασφάλεια.
Η αρχή που υπερασπίζομαι είναι απλή: η γονιδιωματική πρέπει να μπει ως ένα επιπλέον επίπεδο πληροφορίας που ενημερώνει την κλινική κρίση, ποτέ ως αυτόνομη «ετυμηγορία». Και δεν παραγγέλνουμε ένα γενετικό τεστ αν δεν υπάρχει σαφής διαδρομή διαχείρισης για το αποτέλεσμά του.
Ποιο είναι σήμερα το πραγματικό όφελος των πολυγονιδιακών βαθμολογιών στον καρδιαγγειακό κίνδυνο;
Σήμερα το όφελος είναι σαφές αλλά οριοθετημένο. Οι πολυγονιδιακές βαθμολογίες κινδύνου (polygenic riskscores) προσθέτουν πληροφορία πέρα από τους κλασικούς παράγοντες. Το πρόσφατο κείμενο συναίνεσης της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC, 2025) αποτυπώνει ακριβώς αυτή την ισορροπία. ο μεγαλύτερο όφελος προκύπτει στους ασθενείς ενδιαμέσου κινδύνου με το SCORE2, όπου το PRS μπορεί να αναταξινομήσει περίπου 10-20% σε υψηλότερη ή χαμηλότερη κατηγορία.
Στη μελέτη GENVASC (Fuat et al., Eur Heart J 2024), το PRS προστέθηκε στο QRISK2 σε ασθενείς της πρωτοβάθμιας φροντίδας του NHS και βελτίωσε την αναταξινόμηση κινδύνου με κλινικά αποδεκτή ροή εργασίας. Για τον γιατρό, αυτό σημαίνει: στους ασθενείς που σήμερα μένουν σε μια γκρίζα ζώνη — όπου δεν είναι σαφές αν χρειάζεται στατίνη — το PRS μπορεί να γείρει την απόφαση τεκμηριωμένα. Για τον ασθενή, σημαίνει ότι η πρόληψη δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους, αλλά εντατικοποιείται όπου χρειάζεται. Είναι ένα ώριμο εργαλείο για στοχευμένη χρήση, όχι μια γενική σάρωση για όλους.
Αρα, πραγματική προστιθέμενη αξία εντοπίζεται σε τρία σημεία: στους νεότερους ενήλικες, όπου η προβλεπτική απόδοση είναι μεγαλύτερη· στην επαναταξινόμηση των ατόμων ενδιάμεσου κινδύνου· και ως συμπλήρωμα του οικογενειακού ιστορικού. Πρακτικά, το PRSλειτουργεί ως «ενισχυτής κινδύνου» (risk enhancer) που βελτιώνει την εκτίμηση και μπορεί να μετακινήσει έναν ασθενή ενδιάμεσου κινδύνου προς την έγκαιρη πρόληψη.
Πότε ένα PRS μπορεί να αποζημιωθεί από το ελληνικό σύστημα
Για να εξεταστεί σοβαρά ένα PRS εργαλείο για αποζημίωση από το ελληνικό σύστημα υγείας, πρέπει να ικανοποιήσει τρεις προϋποθέσεις. Πρώτη, αποδεδειγμένη κλινική χρησιμότητα: ότι αλλάζει θεραπευτικές αποφάσεις και κλινικές εκβάσεις σε σύγκριση με την τρέχουσα αξιολόγηση κινδύνου.
Η βιβλιογραφία είναι πλέον επαρκής για συγκεκριμένες ομάδες — κυρίως ενδιαμέσου κινδύνου ασθενείς σε πρωτοβάθμια πρόληψη — αλλά λιγότερο ώριμη για γενικευμένη εφαρμογή. Δεύτερη, οικονομική αποδοτικότητα σε ελληνικά δεδομένα: το κόστος ανά αποτρεπόμενο καρδιαγγειακό συμβάν να είναι ανταγωνιστικό άλλων προληπτικών παρεμβάσεων. Πρόσφατες οικονομικές μελέτες δείχνουν ότι η ενσωμάτωση PRS μπορεί να είναι cost-effective εφόσον στοχεύεται σε επιλεγμένες ομάδες. Τρίτη, υποδομή εφαρμογής: εργαστηριακή πιστοποίηση κατά EN ISO 15189, εκπαίδευση κλινικών στην ερμηνεία, καθορισμένη κλινική ροή με δυνατότητα παραπομπής σε γενετικό σύμβουλο, και ψηφιακή υποδομή για ενσωμάτωση στον ηλεκτρονικό φάκελο.
Στην Ελλάδα, ένα ρεαλιστικό μονοπάτι θα ξεκινούσε με στοχευμένα pilot programs σε επιλεγμένα κέντρα, για συγκεκριμένο πληθυσμό ενδιαμέσου κινδύνου, με συλλογή δεδομένων κόστους-αποτελεσματικότητας. Από εκεί, η μετάβαση σε ευρύτερη αποζημίωση γίνεται με βάση την τεκμηρίωση — όχι με βάση την εμπορική πίεση.
Υπάρχει κίνδυνος οι γονιδιωματικές τεχνολογίες να διευρύνουν τις ανισότητες;
Η εξατομικευμένη πρόληψη οφείλει να σχεδιαστεί ως μέσο μείωσης ανισοτήτων. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και έχει δύο διαστάσεις. Η πρώτη είναι επιστημονική: η συντριπτική πλειονότητα των γονιδιωματικών μελετών έχει διεξαχθεί σε πληθυσμούς ευρωπαϊκής καταγωγής — περίπου το 78% των ατόμων στον κατάλογο GWAS τον Ιανουάριο του 2024. Επειδή η ακρίβεια ενός PRS μειώνεται όσο αυξάνεται η γενετική απόσταση από τον πληθυσμό εκπαίδευσης, η αποτελεσματικότητα τους μειώνεται.
Αν δεν διορθωθεί, αυτή η ανισορροπία μπορεί να διευρύνει, αντί να μειώσει, τις ανισότητες υγείας. Η δεύτερη διάσταση είναι οικονομική: αν τα τεστ δεν αποζημιώνονται, η εξατομικευμένη πρόληψη θα αφορά μόνο όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα. Η απάντηση είναι διπλή: επιστημονικά, επένδυση σε δεδομένα πολλαπλών καταγωγών και σε πληθυσμιακές βάσεις αναφοράς —ιδανικά και μια ελληνική βάση· και πολιτικά, ενσωμάτωση μόνο των επικυρωμένων εργαλείων στο δημόσιο σύστημα, με ισότητα εξ ορισμού. Η εξατομικευμένη ιατρική θα δικαιωθεί ηθικά μόνο αν γίνει δημόσιο αγαθό — όχι προνόμιο.
Ποιες δικλίδες προστασίας, συναίνεσης και διακυβέρνησης θεωρείτε αδιαπραγμάτευτες;
Τα γενετικά δεδομένα είναι μοναδικά ευαίσθητα για τρεις λόγους: είναι αμετάβλητα, είναι ταυτοποιητικά, και αφορούν έμμεσα και τους συγγενείς ενός ατόμου — μια εύρεση σε εμένα λέει κάτι και για τα παιδιά ή τα αδέλφια μου. Γι’ αυτό θεωρώ ορισμένες δικλίδες αδιαπραγμάτευτες.
Πρώτον, ουσιαστικά ενημερωμένη, λεπτομερής και ανακλητή συναίνεση — όχι μια υπογραφή σε ένα έντυπο, αλλά κατανόηση του τι μετριέται, γιατί, και τι θα γίνει με το αποτέλεσμα. Δεύτερον, αρχή του περιορισμού του σκοπού και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων, σύμφωνα με το πλαίσιο του GDPR· τα δεδομένα συλλέγονται για συγκεκριμένο λόγο και όχι «για κάθε ενδεχόμενο».
Τρίτον, ισχυρή ασφάλεια και, ιδανικά, αρχιτεκτονικές όπου η ανάλυση γίνεται χωρίς να μετακινούνται τα ακατέργαστα δεδομένα. Τέταρτον, νομική προστασία από διακρίσεις — στην ασφάλιση και την εργασία. Και, καθοριστικά, διακυβέρνηση: ανεξάρτητη ηθική εποπτεία, διαφάνεια, το δικαίωμα του ατόμου «να μη γνωρίζει», και ξεκάθαρη διαχείριση των ευρημάτων που αφορούν την οικογένεια. Η εμπιστοσύνη του πολίτη είναι η πιο πολύτιμη υποδομή της γονιδιωματικής ιατρικής· χωρίς αυτήν, τίποτα άλλο δεν λειτουργεί.
Πώς πρέπει να επικοινωνείται ένας αυξημένος γενετικός κίνδυνος σε έναν υγιή άνθρωπο;
Αυτό είναι ίσως το πιο λεπτό σημείο όλης της εξατομικευμένης πρόληψης, και είναι κατεξοχήν ζήτημα επικοινωνίας. Η πρώτη αρχή είναι ότι ο κίνδυνος είναι πιθανότητα, όχι πεπρωμένο. Πρέπει να μιλάμε σε απόλυτους και όχι μόνο σε σχετικούς όρους —«ο κίνδυνός σας πηγαίνει από το Χ στο Ψ», με κατανοητούς αριθμούς— γιατί ένα «διπλάσιος κίνδυνος» χωρίς βάση τρομάζει χωρίς να ενημερώνει. Η δεύτερη, και η πιο απελευθερωτική, είναι η έμφαση στην τροποποιησιμότητα: τα γονίδια γεμίζουν το όπλο, αλλά ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον είναι αυτά που συχνά τραβούν —ή δεν τραβούν— τη σκανδάλη. Η τρίτη είναι η ρητή αποδόμηση του γενετικού ντετερμινισμού: τα περισσότερα κοινά νοσήματα προκύπτουν από την αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος, όχι από ένα μόνο γονίδιο.
Το παράδειγμα της APOE ε4 είναι χαρακτηριστικό: ένας ομόζυγος φορέας έχει αυξημένο κίνδυνο Alzheimer, αλλά η Lancet Commission(Livingston et al., 2024) τεκμηριώνει ότι έως 45% του κινδύνου άνοιας συνδέεται με τροποποιήσιμους παράγοντες (αρτηριακή, κάπνισμα, παχυσαρκία, ακοή, μόρφωση, κοινωνική σύνδεση). Δηλαδή ο γενετικός κίνδυνος συναντά τη συμπεριφορά. Και η τέταρτη, καθοριστική: ποτέ δεν παραδίδουμε έναν κίνδυνο χωρίς ένα σχέδιο. Κάθε μήνυμα αυξημένου κινδύνου πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένα, εφικτά βήματα πρόληψης και, όπου χρειάζεται, από γενετική συμβουλευτική. Στόχος δεν είναι να φοβίσουμε, αλλά να δώσουμε στον άνθρωπο την αίσθηση —και την πραγματικότητα— ότι έχει τον έλεγχο. Η γνώση οφείλει να ενδυναμώνει, όχι να παραλύει.
Σε ποιους τομείς βλέπετε τις πιο ώριμες εφαρμογές της φαρμακογονιδιωματικής σήμερα;
Η φαρμακογονιδιωματική είναι ήδη ώριμη εκεί όπου υπάρχουν ζεύγη γονιδίου-φαρμάκου με ισχυρή τεκμηρίωση, κωδικοποιημένα σε διεθνείς κατευθυντήριες όπως αυτές του CPIC —που σήμερα καλύπτουν 34 γονίδια και 164 φάρμακα— και του ολλανδικού DPWG. Η φαρμακογονιδιωματική έχει σήμερα κλινική ωριμότητα σε αρκετούς τομείς. Η μελέτη PREPARE (Swen et al., Lancet 2023; 401:347-356) — η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή τυχαιοποιημένη δοκιμή — εξέτασε προληπτικό έλεγχο 12 γονιδίων σε 6.944 ασθενείς και έδειξε 30% μείωση των κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σχεδόν το 93% των συμμετεχόντων έφερε τουλάχιστον μία γνωστή κλινικά αξιοποιήσιμη παραλλαγή.
Πλέον ώριμες εφαρμογές βρίσκονται σε τέσσερα πεδία. Ογκολογία: το DPYD πριν από φλουοροπυριμιδίνες (5-FU, καπεσιταβίνη) αποτρέπει σοβαρή έως θανατηφόρα τοξικότητα σε φορείς ελλιπούς λειτουργίας — εξέταση που πλέον συστήνεται και από τον EMA. Το TPMT πριν από θειοπουρίνες και το UGT1A1 πριν από ιρινοτεκάνη ακολουθούν την ίδια λογική. Ψυχιατρική: το CYP2C19 και CYP2D6 επηρεάζουν τον μεταβολισμό SSRIs και τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, και συμβάλλουν στη διαχείριση ανθεκτικής στη θεραπεία κατάθλιψης. Καρδιολογία: το CYP2C19 για κλοπιδογρέλη και το SLCO1B1 για στατίνες έχουν σαφείς συστάσεις από το CPIC (Clinical Pharmacogenetics Implementation Consortium). Λοιμωξιολογία: το HLA-B*57:01 πριν από αμπακαβίρη απέκλεισε σχεδόν εξ ολοκλήρου τη σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας. Πρακτικά, η φαρμακογονιδιωματική δεν είναι επιστήμη του μέλλοντος — είναι ώριμη παρέμβαση που χρειάζεται κλινική υποδομή για να εφαρμοστεί ευρέως.
Ο φάκελος του ασθενούς μπορεί να περιλαμβάνει έναν “γενετικό φαρμακευτικό φάκελο” εφ’ όρου ζωής, που συμβουλεύεται κάθε φορά που συνταγογραφείται κάτι νέο. Το μήνυμα προς τους κλινικούς είναι ότι η προληπτική (pre-emptive) εξέταση με πάνελ είναι πλέον και οικονομικά αποδοτική: ξέρουμε το προφίλ του ασθενούς πριν χρειαστεί να συνταγογραφήσουμε.
Πώς συνδυάζονται βιοδείκτες, exposome, διατροφή, άσκηση και γενετική σε ένα αξιόπιστο μοντέλο πρόληψης;
Η σύγχρονη πρόληψη δεν χωρά πια σε ένα μόνο επίπεδο δεδομένων. Το γονιδίωμα δίνει σταθερή προδιάθεση. Το epigenome (επιγένωμα ) και ο μεταβολισμός αντανακλούν το πώς το περιβάλλον αποτυπώνεται στο σώμα. Η διατροφή, η άσκηση, ο ύπνος και το exposome (εκθεσίωμα), αποτυπώνουν το σύνολο των μη γενετικών εκθέσεων κατά τη ζωή. Εκεί κρύβεται το μεγαλύτερο μέρος του τροποποιήσιμου κινδύνου.
Ένα επιστημονικά αξιόπιστο μοντέλο πρόληψης ενσωματώνει: γονιδιωματικό κίνδυνο (PRS), επιγενετικούς δείκτες ταχύτητας γήρανσης (DunedinPACE, GrimAge), κλινικούς βιοδείκτες (λιπιδαιμικός έλεγχος, HbA1c, hsCRP, ApoB), λειτουργικές μετρήσεις (αερόβια ικανότητα, δύναμη λαβής, νοητική επίδοση), Η ολοκλήρωση γίνεται μέσω της πολυωμικής (multi-omics) ανάλυσης, και δεδομένα συμπεριφοράς από wearables (ύπνος, βήματα, μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού).
Σήμερα κανένα από αυτά δεν είναι ένας έτοιμος κλινικός αλγόριθμος, (αν και ήδη υπάρχουν εφαρμογές ΑΙ)— όλα μαζί όμως διαμορφώνουν ένα προφίλ κινδύνου πολύ πιο ακριβές από τους κλασικούς δείκτες. Το ζητούμενο δεν είναι ο μέγιστος αριθμός εξετάσεων, αλλά η σωστή ιεράρχηση: τι αλλάζει απόφαση, σε ποια ηλικία, για ποιον και πως. Εκεί χωρίζεται η πραγματική Ιατρική Ακριβείας από την εμπορική.
Ποια πρότυπα τεκμηρίωσης, εκπαίδευσης και εποπτείας χρειάζεται ο χώρος της longevity medicine;
Ο χώρος της longevity medicine αναπτύσσεται ταχύτερα από τους κανόνες του, και αυτό είναι ακριβώς το ρίσκο. Η ταχεία ανάπτυξη υπηρεσιών “longevity medicine” δημιουργεί κενό ρύθμισης που πρέπει να καλυφθεί. Χωρίς πρότυπα, ο χώρος γίνεται ευάλωτος σε δύο κινδύνους: μη τεκμηριωμένες πρακτικές που αναλαμβάνουν τη φόρμα της ιατρικής χωρίς το βάρος των αποδείξεων, και εμπορική υπερβολή που εκμεταλλεύεται την επιθυμία ευεξίας
Χρειαζόμαστε, πρώτον, κοινά πρότυπα τεκμηρίωσης: κάθε παρέμβαση —φάρμακο, συμπλήρωμα, «πρωτόκολλο»— να κρίνεται με τα ίδια κριτήρια τεκμηριωμένης ιατρικής, με σαφή διάκριση ανάμεσα σε ό,τι είναι επικυρωμένο και σε ό,τι παραμένει πειραματικό. Δεύτερον, εκπαίδευση και πιστοποίηση: η υγιής μακροζωία οφείλει να ασκείται από καταρτισμένους επαγγελματίες υγείας, με αναγνωρισμένα προγράμματα και όχι από αυτοσχέδιους «ειδικούς».
Τρίτον, εποπτεία και ρύθμιση: αυστηρός έλεγχος των ισχυρισμών και της διαφήμισης, με πλήρη συμμόρφωση στο κανονιστικό πλαίσιο —στην Ελλάδα, στις απαιτήσεις του ΕΟΦ— ώστε να μη διατυπώνονται θεραπευτικοί ισχυρισμοί για προϊόντα που δεν τους δικαιολογούν. Και, τέταρτον, διαφάνεια: δημοσιοποίηση του επιπέδου των αποδείξεων και των τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων. Πιστεύω βαθιά ότι η αξιοπιστία είναι το μόνο μακροπρόθεσμο κεφάλαιο αυτού του πεδίου. Στο Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιούς Μακροζωίας θεωρούμε ότι μέρος της αποστολής μας είναι ακριβώς αυτό: να θέσουμε τον επιστημονικό πήχη και να εκπαιδεύσουμε, ώστε η υγιής μακροζωία να μείνει επιστήμη και να μην εκπέσει σε εμπόρευμα.
Ποια θέλετε να είναι η εικόνα της πρόληψης στην Ελλάδα την επόμενη δεκαετία, και τι πρέπει να ξεκινήσει άμεσα;
Το όραμά μου είναι μια Ελλάδα όπου η πρόληψη θα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Μέσα στην επόμενη δεκαετία θα ήθελα να δω μια πρωτοβάθμια φροντίδα που διαχειρίζεται ενεργά το healthspan και όχι μόνο τη νόσο· έναν πληθυσμό που έχει ξανασυνδεθεί με τη μεσογειακή του κληρονομιά· επικυρωμένα εργαλεία ακριβείας ενσωματωμένα με ισότητα στο δημόσιο σύστημα· και πολίτες εξοικειωμένους με την έννοια της βιολογικής ηλικίας. Πάνω απ’ όλα, θα ήθελα τα επιπλέον χρόνια που μας χαρίζει το προσδόκιμο ζωής να είναι χρόνια υγείας, αυτονομίας και νοήματος.
Η δημογραφική μας πρόκληση μπορεί έτσι να μετατραπεί σε ένα πραγματικό «μέρισμα μακροζωίας» (longevity dividend) — οικονομικό και κοινωνικό. Η αλλαγή που πρέπει να ξεκινήσει άμεσα είναι, στην ουσία της, πολιτισμική και συστημική ταυτόχρονα: η μετάβαση από ένα σύστημα που θεραπεύει τη νόσο σε ένα σύστημα που προστατεύει την υγεία. Και έχει συγκεκριμένη αφετηρία: ενίσχυση της πρόληψης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, μαζική αγωγή υγείας, και υποδομές δεδομένων που χαρτογραφούν τον ελληνικό πληθυσμό.
Συνεπώς, εθνική στρατηγική υγιούς μακροζωίας, με μετρήσιμους στόχους, χρονοδιάγραμμα, και θεσμοθετημένη παρακολούθηση — με συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας, της κοινωνίας των πολιτών και του ιδιωτικού τομέα, σε σαφές δημόσιο πλαίσιο. Η υγιής μακροζωία δεν είναι πολυτέλεια· είναι η πιο αποδοτική επένδυση δημόσιας υγείας που μπορεί να κάνει η Ελλάδα στην επόμενη δεκαετία. Και ξεκινά σήμερα.
- Η Δρ. Εύη Χατζηανδρέου είναι ειδικός στη Δημόσια Υγεία και μέλος της Healthy Longevity Medicine Society. Είναι Επιστημονική Σύμβουλος στην iDNA Genomics. Απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατέχει διδακτορικό δίπλωμα (joint Doctoral Degree) στην Πολιτική και Διοίκηση Υγείας και στην Επιδημιολογία από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Harvard.
Πηγη: https://healthpharma.gr
