Μία έως 3 στις 100 εγκύους υποφέρουν από υπερέμεση της κύησης (hyperemesis gravidarum), η οποία χαρακτηρίζεται από επίμονη και σοβαρή ναυτία και εμετούς που προκαλούν αφυδάτωση, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, διατροφική ανεπάρκεια, απώλεια βάρους και κέτωση.
Η υπερέμεση της κύησης είναι η συχνότερη αιτία εισαγωγής στο νοσοκομείο κατά τους τρεις πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης.
Η αιτία είναι μια ορμόνη που παράγει σε αυξημένα επίπεδα το έμβρυο, στην οποία ορισμένες γυναίκες είναι ευαίσθητες.
Η επιστημονική ομάδα με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ στη Βρετανία, διαπίστωσε πως οι γυναίκες που έχουν φυσικά χαμηλά επίπεδα της ορμόνης GDF15 πριν από την εγκυμοσύνη, τείνουν να είναι πιο ευαίσθητες στην έξαρση της ορμόνης κατά το πρώτο τρίμηνο.
Οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από γυναίκες που συμμετείχαν σε διάφορες μελέτες και χρησιμοποίησαν συνδυασμό προσεγγίσεων, συμπεριλαμβανομένης της ανθρώπινης γενετικής, νέους τρόπους μέτρησης ορμονών στο αίμα εγκύων και μελέτες σε κύτταρα και ποντίκια. Διαπίστωσαν ότι η πρωινή ναυτία εξαρτάτο από τα επίπεδα της GDF15 που παράγεται από το εμβρυϊκό τμήμα του πλακούντα και αποστέλλεται στην κυκλοφορία του αίματος, καθώς και από τις παρελθούσες εκθέσεις τους σε αυτήν.
«Τώρα γνωρίζουμε ότι το μωρό που αναπτύσσεται στη μήτρα παράγει μια ορμόνη σε επίπεδα που η μητέρα δεν έχει συνηθίσει. Όσο πιο ευαίσθητη είναι σε αυτή την ορμόνη, τόσο πιο άρρωστη θα νιώθει», δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης Σερ Στίβεν Ο’ Ράχιλι, συν-διευθυντής του Wellcome-Medical Research Council Institute of Metabolic Science στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Οι ερευνητές εκτιμούν πως η παρεμπόδιση της πρόσβασης της GDF15 στον συγκεκριμένο υποδοχέα της στον εγκέφαλο της μητέρας, θα αποτελέσει τελικά τη βάση για έναν αποτελεσματικό και ασφαλή τρόπο αντιμετώπισης αυτής της διαταραχής.
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature.
Πηγη: https://www.onmed.gr/
