ECDC: Ρεκόρ λοιμώξεων από γονόρροια και σύφιλη – Τι δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα

Στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας έφτασαν οι καταγεγραμμένες περιπτώσεις γονόρροιας και σύφιλης στην Ευρώπη, ενώ σχεδόν διπλασιάστηκαν και τα περιστατικά συγγενούς σύφιλης.

Τα νέα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) για το 2024 δείχνουν επίμονη μετάδοση των βακτηριακών σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων, σοβαρά κενά στην πρόληψη και αυξημένους κινδύνους για γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και νεογνά.

Στην Ελλάδα, οι αναφορές γονόρροιας, σύφιλης και χλαμυδιακής λοίμωξης εμφανίζονται αυξημένες σε σχέση με το 2020. Ωστόσο, τα επίσημα στοιχεία αποτυπώνουν πιο σύνθετη εικόνα από έναν απλό ισχυρισμό περί «έκρηξης»: το 2024 καταγράφηκε μείωση της γονόρροιας και της σύφιλης σε σχέση με το 2023, ενώ στα χλαμύδια σημειώθηκε μικρή αύξηση.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με νέο ρεκόρ γονόρροιας και σύφιλης

Το 2024, 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ανέφεραν 106.331 επιβεβαιωμένα περιστατικά γονόρροιας, με δείκτη 26,9 περιπτώσεις ανά 100.000 πληθυσμού. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό από την έναρξη της ευρωπαϊκής επιτήρησης των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων το 2009, ενώ ο δείκτης αυξήθηκε κατά 303% σε σύγκριση με το 2015.

Αντίστοιχα, 29 χώρες ανέφεραν 45.577 επιβεβαιωμένα περιστατικά σύφιλης, με δείκτη 10,8 ανά 100.000 πληθυσμού στις χώρες με ολοκληρωμένα συστήματα επιτήρησης. Από το 2015 έως το 2024, ο δείκτης της σύφιλης υπερδιπλασιάστηκε, φτάνοντας επίσης στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.

Τα χλαμύδια παραμένουν η συχνότερα καταγεγραμμένη βακτηριακή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη στην Ευρώπη, με 213.443 περιπτώσεις το 2024. Σε αντίθεση, όμως, με τη γονόρροια και τη σύφιλη, ο συνολικός δείκτης χλαμυδιακής λοίμωξης μειώθηκε κατά 10% έναντι του 2023 και κατά 6% έναντι του 2015 στις χώρες που παρείχαν συγκρίσιμα στοιχεία.

Παράλληλα, η αφροδίσια λεμφοκοκκίωση, γνωστή ως LGV, συνέχισε να εμφανίζει μετάδοση στην Ευρώπη, με 3.490 αναφερόμενες λοιμώξεις το 2024.

Η συγγενής σύφιλη προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα της συγγενούς σύφιλης, δηλαδή της μετάδοσης της λοίμωξης από την έγκυο στο έμβρυο ή στο νεογνό. Το 2024, 14 ευρωπαϊκές χώρες ανέφεραν 140 επιβεβαιωμένα περιστατικά, έναντι 78 το 2023. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό καταγεγραμμένων περιστατικών από το 2009, όταν το ECDC ανέλαβε τον συντονισμό της ευρωπαϊκής επιτήρησης.

Η συγγενής σύφιλη μπορεί να προκαλέσει αποβολή, θνησιγένεια, πρόωρο τοκετό, νεογνικό θάνατο ή μακροχρόνιες επιπλοκές στο παιδί. Το ECDC συνδέει τη νέα αύξηση με χαμένες ευκαιρίες πρόληψης, όπως ελλείψεις στον προγεννητικό έλεγχο, ανεπαρκή παρακολούθηση, περιορισμένο επανέλεγχο στην εγκυμοσύνη και καθυστερήσεις στη θεραπεία.

Η ευρωπαϊκή αρχή ζητά από τα κράτη να ενισχύσουν τα πρωτόκολλα προγεννητικού ελέγχου για τη σύφιλη, ώστε η διάγνωση και η θεραπεία να πραγματοποιούνται έγκαιρα και να προλαμβάνεται η κάθετη μετάδοση στο έμβρυο.

Από τις ομάδες υψηλού κινδύνου στον ευρύτερο πληθυσμό

Οι άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες εξακολουθούν να επηρεάζονται δυσανάλογα από τη γονόρροια και τη σύφιλη. Στη γονόρροια αντιστοιχούσαν στο 62% των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα τρόπου μετάδοσης, ενώ στη σύφιλη αντιστοιχούσαν στο 69% των αντίστοιχων περιστατικών.

Ωστόσο, το ECDC επισημαίνει ότι η μετάδοση δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε συγκεκριμένες ομάδες. Από το 2021 παρατηρείται σταθερή αύξηση της σύφιλης σε όλες τις ενήλικες ηλικιακές κατηγορίες μεταξύ ετεροφυλόφιλων ανδρών και γυναικών. Η αύξηση στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συνδέεται άμεσα με τον κίνδυνο συγγενούς σύφιλης.

Στη σύφιλη, οι δείκτες του 2024 ήταν πάνω από έξι φορές υψηλότεροι στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες, ενώ τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στους άνδρες ηλικίας 25 έως 34 ετών. Την ίδια στιγμή, οι δείκτες αυξήθηκαν σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές ομάδες γυναικών μεταξύ 2023 και 2024, με ιδιαίτερα έντονη άνοδο στις ηλικίες 20 έως 34 ετών.

Ελλάδα: Άνοδος σε σχέση με το 2020, αλλά όχι νέα κορύφωση το 2024

Τα δεδομένα του ECDC για την Ελλάδα δείχνουν ότι οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις βρίσκονται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα από εκείνα της πρώτης πανδημικής χρονιάς. Ωστόσο, το 2024 δεν καταγράφηκε νέα κορύφωση σε όλες τις λοιμώξεις.

Στη γονόρροια, η Ελλάδα ανέφερε 420 επιβεβαιωμένα περιστατικά το 2024, με δείκτη 4,0 ανά 100.000 πληθυσμού. Το 2020 είχαν καταγραφεί 161 περιστατικά, με δείκτη 1,5 ανά 100.000. Συνεπώς, με βάση τους στρογγυλοποιημένους δείκτες, η αύξηση στην πενταετία φτάνει περίπου το 167%. Ωστόσο, το 2024 καταγράφηκε μείωση έναντι του 2023, όταν είχαν αναφερθεί 457 περιστατικά και δείκτης 4,4 ανά 100.000.

Στη σύφιλη, η χώρα ανέφερε 735 επιβεβαιωμένα περιστατικά το 2024, με δείκτη 7,1 ανά 100.000 πληθυσμού. Το 2020 είχαν καταγραφεί 401 περιστατικά και δείκτης 3,7 ανά 100.000, γεγονός που αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 92% σε όρους δείκτη αναφοράς. Και εδώ, όμως, το 2024 υποχώρησε σε σχέση με το 2023, όταν είχαν αναφερθεί 911 περιστατικά και δείκτης 8,7 ανά 100.000.

Στα χλαμύδια, η Ελλάδα ανέφερε 101 περιστατικά το 2024, με δείκτη 1,0 ανά 100.000 πληθυσμού, έναντι 66 περιστατικών και δείκτη 0,6 ανά 100.000 το 2020. Με βάση τους δείκτες, η μεταβολή αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 67%, ενώ σε σύγκριση με το 2023, όταν καταγράφηκαν 96 περιστατικά, σημειώθηκε μικρή περαιτέρω αύξηση.

Λοίμωξη Ελλάδα 2020 Ελλάδα 2023 Ελλάδα 2024 Μεταβολή δείκτη 2020–2024
Γονόρροια 161 περιστατικά / 1,5 ανά 100.000 457 / 4,4 420 / 4,0 +167%
Σύφιλη 401 περιστατικά / 3,7 ανά 100.000 911 / 8,7 735 / 7,1 +92%
Χλαμύδια 66 περιστατικά / 0,6 ανά 100.000 96 / 0,9 101 / 1,0 +67%

Τα χαμηλά ελληνικά δεδομένα στα χλαμύδια χρειάζονται προσοχή στην ερμηνεία

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τους χαμηλότερους καταγεγραμμένους δείκτες χλαμυδιακής λοίμωξης στην Ευρώπη. Το ECDC, όμως, προειδοποιεί ότι οι μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις χώρες επηρεάζονται έντονα από τις πολιτικές ελέγχου, τις στρατηγικές εντοπισμού περιστατικών και την πληρότητα καταγραφής, περισσότερο ίσως από τις πραγματικές διαφορές στην επιδημιολογία.

Η παρατήρηση είναι κρίσιμη, καθώς πολλές χλαμυδιακές λοιμώξεις παραμένουν ασυμπτωματικές. Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) επισημαίνει ότι τα περισσότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να μην προκαλούν συμπτώματα ή να εμφανίζουν ήπια εικόνα, με αποτέλεσμα ένα άτομο να μεταδίδει τη λοίμωξη χωρίς να γνωρίζει ότι έχει μολυνθεί.

Γονόρροια: Στο προσκήνιο και η αντοχή στα αντιβιοτικά

Η αύξηση της γονόρροιας δημιουργεί πρόσθετη ανησυχία λόγω της μικροβιακής αντοχής. Το ECDC παρακολουθεί συστηματικά την ευαισθησία του βακτηρίου Neisseria gonorrhoeae στα αντιβιοτικά, καθώς η δυνατότητα αποτελεσματικής θεραπείας αποτελεί κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας.

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή έκθεση, η αντοχή στην κεφτριαξόνη, η οποία αποτελεί κύρια θεραπευτική επιλογή, παραμένει σπάνια, με δύο ανθεκτικά στελέχη να εντοπίζονται το 2024 στο Λουξεμβούργο και στη Νορβηγία. Παράλληλα, η αντοχή στην αζιθρομυκίνη, αν και μειώθηκε σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, παρέμεινε στο 19,1% το 2024.

Για την Ελλάδα, το ECDC καταγράφει ιδιαίτερα υψηλή αναλογία ανδρών προς γυναίκες στα περιστατικά γονόρροιας το 2024, με δείκτη 19 προς 1, έναν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Το στοιχείο υπογραμμίζει την ανάγκη στοχευμένων παρεμβάσεων πρόληψης και ελέγχου σε πληθυσμούς με αυξημένη έκθεση.

Σύφιλη: Η Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με υψηλή αναλογία περιστατικών σε άνδρες

Στη σύφιλη, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις χώρες όπου η αναλογία περιστατικών ανδρών προς γυναίκες ξεπερνά το 10 προς 1. Παράλληλα, στα ελληνικά δεδομένα του 2024, πάνω από το 75% των περιστατικών με διαθέσιμη πληροφορία τρόπου μετάδοσης αφορούσε άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή τάση επέκτασης της σύφιλης σε ετεροφυλόφιλους πληθυσμούς και ιδιαίτερα σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η έγκαιρη διάγνωση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η σύφιλη θεραπεύεται αποτελεσματικά όταν εντοπιστεί, ενώ χωρίς θεραπεία μπορεί σε βάθος χρόνου να προκαλέσει σοβαρές καρδιαγγειακές και νευρολογικές επιπλοκές.

Κόστος εξετάσεων και κενά πρόληψης στην Ευρώπη

Το ECDC δεν αποδίδει την επιδείνωση μόνο σε αλλαγές στη σεξουαλική συμπεριφορά. Επισημαίνει ότι υπάρχουν σημαντικά κενά στην πρόσβαση στην πρόληψη και στη διάγνωση. Σε 13 από τις 29 χώρες που παρείχαν στοιχεία, οι πολίτες εξακολουθούν να επιβαρύνονται οικονομικά για βασικές εξετάσεις σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων.

Παράλληλα, αρκετές εθνικές στρατηγικές παραμένουν ξεπερασμένες και δεν έχουν προσαρμοστεί στις αλλαγές που ακολούθησαν την πανδημία. Το ECDC ζητά ευκολότερη πρόσβαση σε εξετάσεις, ταχύτερη θεραπεία, αποτελεσματικότερη ενημέρωση των σεξουαλικών συντρόφων και επικαιροποίηση των εθνικών προγραμμάτων πρόληψης και επιτήρησης.

Πρόληψη: Τι συστήνουν οι υγειονομικές αρχές

Ο ΕΟΔΥ επισημαίνει ότι η πρόληψη των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων στηρίζεται στην ενημέρωση, στη συστηματική χρήση προφυλακτικού και στον προληπτικό έλεγχο, ιδιαίτερα σε άτομα με νέους ή πολλαπλούς σεξουαλικούς συντρόφους. Οι λοιμώξεις μπορεί να είναι ασυμπτωματικές, επομένως η απουσία συμπτωμάτων δεν αποκλείει τη μετάδοση.

Το ECDC συστήνει χρήση προφυλακτικού με νέους ή πολλαπλούς συντρόφους και εξέταση όταν εμφανίζονται συμπτώματα όπως πόνος, έκκριση ή έλκος. Για άτομα με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης, προτείνει συζήτηση με επαγγελματία υγείας για εξατομικευμένες επιλογές πρόληψης. Αντίθετα, δεν συστήνει ευρεία χρήση doxy-PEP για τη γονόρροια, λόγω της ήδη υψηλής αντοχής στα αντιβιοτικά και του κινδύνου περαιτέρω επιδείνωσής της.

Πηγη: https://healthpharma.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *