Νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην Ελλάδα την περίοδο 2015-2025 δείχνει ότι η πρόσβαση στην υγεία παραμένει βαθιά άνιση, με σοβαρές ακάλυπτες ανάγκες στα χαμηλότερα εισοδήματα και μεγάλη εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές.
Η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας στην Ελλάδα παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με το εισόδημα, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες την περίοδο 2015-2025. Παρά τη βελτίωση βασικών οικονομικών δεικτών μετά την κρίση, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ακάλυπτες ανάγκες, υψηλές ιδιωτικές πληρωμές και περιορισμένη πρόσβαση σε φροντίδα.
Η υγεία ως καθρέφτης των κοινωνικών ανισοτήτων
Η καλή υγεία στην Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εισόδημα. Αυτό είναι το πιο ηχηρό συμπέρασμα νέας μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, η οποία εξετάζει την εξέλιξη των ανισοτήτων στη χώρα την περίοδο 2015-2025.
Παρότι η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της τη βαθύτερη φάση της δημοσιονομικής κρίσης, η καθημερινή εμπειρία πολλών νοικοκυριών δείχνει ότι η ανάκαμψη δεν κατανέμεται ισότιμα. Η πρόσβαση στην υγεία, στην πρόληψη, στη διάγνωση και στη θεραπεία εξακολουθεί να επηρεάζεται έντονα από την οικονομική δυνατότητα του πολίτη.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που παρουσιάστηκαν, η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το στοιχείο αυτό έχει καθοριστική σημασία, καθώς όταν ένα μεγάλο μέρος του κόστους μεταφέρεται απευθείας στα νοικοκυριά, οι οικονομικά ασθενέστεροι πολίτες είναι οι πρώτοι που καθυστερούν εξετάσεις, αναβάλλουν θεραπείες ή δεν καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες τους.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μία πλευρά, επιβαρύνει την υγεία των πιο ευάλωτων ομάδων. Από την άλλη, αυξάνει μελλοντικά το κόστος για το ίδιο το σύστημα υγείας, καθώς η καθυστερημένη διάγνωση και η ανεπαρκής παρακολούθηση οδηγούν συχνά σε βαρύτερα περιστατικά.
Το χάσμα ανάμεσα στα χαμηλά και τα υψηλά εισοδήματα
Τα στοιχεία της μελέτης αποτυπώνουν καθαρά την εισοδηματική διάσταση της υγείας. Το 32% των ατόμων που ανήκουν στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας. Αντίθετα, στο υψηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 10%.
Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί απλώς στατιστική απόκλιση. Περιγράφει δύο διαφορετικές πραγματικότητες μέσα στο ίδιο σύστημα υγείας. Για τα υψηλότερα εισοδήματα, η πρόσβαση σε γιατρό, διαγνωστική εξέταση ή θεραπεία μπορεί να εξασφαλιστεί ευκολότερα μέσω ιδιωτικών πληρωμών ή ιδιωτικής ασφάλισης. Για τα χαμηλότερα εισοδήματα, το ίδιο κόστος λειτουργεί συχνά ως φραγμός.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η σύνδεση εισοδήματος και χρόνιων νοσημάτων. Σύμφωνα με τη μελέτη, τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο. Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες με χαμηλότερο εισόδημα έχουν συχνότερα αυξημένες ανάγκες φροντίδας, αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν λιγότερους πόρους για να τις καλύψουν.
Έτσι, η ανισότητα δεν αφορά μόνο το πορτοφόλι. Μετατρέπεται σε ανισότητα υγείας, σε διαφορά στο προσδόκιμο υγιούς ζωής, στην ποιότητα της καθημερινότητας και στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να εργαστεί, να κινηθεί, να φροντίσει την οικογένειά του και να συμμετέχει ισότιμα στην κοινωνική ζωή.

Οι ιδιωτικές πληρωμές ως μηχανισμός αποκλεισμού
Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές αποτελεί μία από τις πιο επίμονες αδυναμίες του ελληνικού συστήματος υγείας. Παρότι το ΕΣΥ παρέχει καθολική κάλυψη ως βασική αρχή, στην πράξη οι πολίτες εξακολουθούν να πληρώνουν σημαντικά ποσά από την τσέπη τους για επισκέψεις, εξετάσεις, φάρμακα, διαγνωστικές πράξεις ή ταχύτερη πρόσβαση.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν οι δημόσιες δομές εμφανίζουν αναμονές, ελλείψεις ή δυσκολίες συντονισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όποιος έχει την οικονομική δυνατότητα στρέφεται πιο εύκολα στον ιδιωτικό τομέα. Όποιος δεν την έχει, περιμένει ή παραιτείται από την ανάγκη.
Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί έναν αθόρυβο μηχανισμό ανισότητας. Η πρόσβαση δεν αποκλείεται θεσμικά, αλλά περιορίζεται οικονομικά. Ο πολίτης έχει τυπικά δικαίωμα σε φροντίδα, αλλά στην πράξη μπορεί να μην καταφέρνει να τη λάβει εγκαίρως.
Η κατάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη. Οι οικονομικά ασθενέστεροι είναι πιθανότερο να μην κάνουν προληπτικές εξετάσεις, να καθυστερήσουν τη διερεύνηση συμπτωμάτων ή να διακόψουν παρακολούθηση χρόνιων νοσημάτων. Όμως η πρόληψη αποτελεί το σημείο όπου η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να σώσει ζωές και να μειώσει μελλοντικές δαπάνες.

Η μακροχρόνια φροντίδα ως αδύναμος κρίκος
Η μελέτη του ΙΟΒΕ αναδεικνύει και έναν δεύτερο κρίσιμο πυλώνα ανισότητας: τη μακροχρόνια φροντίδα. Πρόκειται για υπηρεσίες και υποστήριξη σε άτομα που, λόγω ηλικίας, αναπηρίας, σωματικής ή ψυχικής ευαλωτότητας, χρειάζονται βοήθεια για μεγάλο χρονικό διάστημα στις καθημερινές δραστηριότητες ή συνεχή φροντίδα.
Στην Ελλάδα, η μακροχρόνια φροντίδα παραμένει ένας από τους πιο αδύναμους τομείς κοινωνικής προστασίας. Οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόσταση αυτή δείχνει ότι η χώρα δεν έχει ακόμη αναπτύξει επαρκές θεσμικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο για τη φροντίδα ηλικιωμένων, ατόμων με αναπηρία και πολιτών με μακροχρόνιες ανάγκες υποστήριξης.
Το κενό καλύπτει, σε μεγάλο βαθμό, η οικογένεια. Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα παραμένει ο κυρίαρχος μηχανισμός υποστήριξης, συχνά χωρίς οικονομική αναγνώριση, χωρίς εκπαίδευση και χωρίς επαρκή θεσμική στήριξη.
Η πραγματικότητα αυτή μεταφέρει το βάρος κυρίως στις γυναίκες, οι οποίες αναλαμβάνουν δυσανάλογο μέρος της φροντίδας ηλικιωμένων γονέων, συγγενών ή ατόμων με προβλήματα υγείας. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο κοινωνικό. Είναι και οικονομικό, καθώς η άτυπη φροντίδα περιορίζει τη συμμετοχή στην εργασία, μειώνει εισοδήματα και αυξάνει την οικονομική ανασφάλεια των νοικοκυριών.
Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει την πίεση
Το πρόβλημα της μακροχρόνιας φροντίδας θα γίνει ακόμη πιο πιεστικό τα επόμενα χρόνια. Η Ελλάδα γηράσκει με ταχύ ρυθμό, ενώ η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αλλάζουν τη δημογραφική δομή της χώρας.
Όσο αυξάνεται το ποσοστό των ηλικιωμένων, τόσο αυξάνονται και οι ανάγκες για κατ’ οίκον φροντίδα, δομές ημερήσιας υποστήριξης, υπηρεσίες αποκατάστασης, νοσηλευτική φροντίδα, υποστήριξη φροντιστών και οργανωμένη παρακολούθηση χρόνιων παθήσεων.
Η οικογένεια δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί ως μοναδικός πυλώνας. Η παραδοσιακή αντίληψη ότι τα παιδιά θα φροντίσουν τους ηλικιωμένους γονείς συγκρούεται με τη νέα κοινωνική πραγματικότητα: μικρότερες οικογένειες, μεγαλύτερη επαγγελματική πίεση, μετανάστευση νέων, περισσότερες γυναίκες στην αγορά εργασίας και αυξημένες ανάγκες εξειδικευμένης φροντίδας.
Αν η μακροχρόνια φροντίδα δεν ενισχυθεί θεσμικά, οι ανισότητες θα διευρυνθούν. Τα νοικοκυριά με υψηλότερο εισόδημα θα αγοράζουν υπηρεσίες από την ιδιωτική αγορά. Τα χαμηλότερα εισοδήματα θα εξαρτώνται από συγγενείς, συχνά με μεγάλο προσωπικό και οικονομικό κόστος.
Η ανισότητα δεν μετριέται μόνο με το εισόδημα
Ένα από τα κεντρικά σημεία της μελέτης είναι ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο μέσα από την κατανομή του εισοδήματος. Η εικόνα της Ελλάδας είναι πιο σύνθετη. Σε ορισμένους δείκτες έχει υπάρξει βελτίωση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης. Η απασχόληση έχει ενισχυθεί, η οικονομία έχει επιστρέψει σε αναπτυξιακή τροχιά και η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σύγκριση με τα πιο δύσκολα χρόνια.
Ωστόσο, η κοινωνική αίσθηση της ανισότητας παραμένει ισχυρή. Πολλά νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ η καθημερινή εμπειρία τους δεν συμβαδίζει πάντα με τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών.
Η εξήγηση βρίσκεται στις πολλαπλές διαστάσεις της ευημερίας. Δεν αρκεί να αυξηθεί το εισόδημα, αν ταυτόχρονα αυξάνεται το κόστος στέγασης, παραμένει ακριβή η υγεία, είναι δύσκολη η πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση ή λείπουν υπηρεσίες φροντίδας.
Η μελέτη εξετάζει τις ανισότητες μέσα από έξι αλληλένδετες διαστάσεις: εισόδημα, αγορά εργασίας, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύει ότι η κοινωνική θέση ενός πολίτη δεν καθορίζεται μόνο από τον μισθό του, αλλά από το σύνολο των ευκαιριών και υπηρεσιών στις οποίες έχει πραγματική πρόσβαση.
Η αγορά εργασίας και η ποιότητα της απασχόλησης
Η αύξηση της απασχόλησης αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν εξαλείφει από μόνη της την ανασφάλεια. Η ποιότητα της εργασίας, το ύψος των αποδοχών, η σταθερότητα της απασχόλησης, οι προοπτικές εξέλιξης και η ισορροπία με τις οικογενειακές υποχρεώσεις επηρεάζουν καθοριστικά την ευημερία.
Όταν ένας εργαζόμενος έχει χαμηλό εισόδημα, υψηλό κόστος στέγασης, ανάγκη να πληρώνει ιδιωτικά για υγεία και ταυτόχρονα υποχρεώσεις φροντίδας ηλικιωμένων, τότε η απασχόληση δεν αρκεί για να τον βγάλει από την αίσθηση επισφάλειας.
Η μελέτη δείχνει ακριβώς αυτό το χάσμα ανάμεσα στη στατιστική πρόοδο και στην καθημερινή πίεση. Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει βελτιωμένους δείκτες μετά την κρίση, αλλά μεγάλο μέρος των πολιτών εξακολουθεί να βιώνει περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα και δυσκολία πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες.
Η πολιτική πρόκληση είναι να μετατραπεί η ανάπτυξη σε πραγματική βελτίωση της ζωής των νοικοκυριών. Αυτό απαιτεί όχι μόνο αυξήσεις εισοδημάτων, αλλά και καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, μείωση των ιδιωτικών επιβαρύνσεων και στοχευμένη στήριξη όσων βρίσκονται χαμηλότερα στην εισοδηματική κλίμακα.
Η στέγαση ως νέος παράγοντας ανισότητας
Η στέγαση αποτελεί ακόμη μία κρίσιμη διάσταση. Τα τελευταία χρόνια, το κόστος στέγασης έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες οικονομικής πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Ακόμη και όταν το εισόδημα αυξάνεται, η αύξηση των ενοικίων, των επιτοκίων, της ενέργειας και των λοιπών λειτουργικών εξόδων περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό επηρεάζει άμεσα και την πρόσβαση στην υγεία. Ένα νοικοκυριό που δαπανά μεγάλο μέρος των εσόδων του για στέγη έχει λιγότερη δυνατότητα να πληρώσει εξετάσεις, φάρμακα, φροντίδα ή ιδιωτική ασφάλιση.
Έτσι, η υγεία, η στέγαση και η εισοδηματική ασφάλεια συνδέονται μεταξύ τους. Η ανισότητα δεν εμφανίζεται σε ένα μόνο πεδίο, αλλά συσσωρεύεται. Όποιος έχει χαμηλό εισόδημα συχνά έχει και χειρότερη στέγη, δυσκολότερη πρόσβαση σε υγεία, μεγαλύτερη πιθανότητα χρόνιων νοσημάτων και μικρότερο περιθώριο να απορροφήσει απρόβλεπτες δαπάνες.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την πολιτική υγείας
Τα ευρήματα του ΙΟΒΕ θέτουν σαφές ερώτημα για την πολιτική υγείας: μπορεί το σύστημα να περιορίσει την εξάρτηση της πρόσβασης από το εισόδημα;
Η απάντηση περνά από την ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών, τη μείωση των άμεσων ιδιωτικών πληρωμών, την καλύτερη οργάνωση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και την αύξηση της διαθεσιμότητας δωρεάν ή χαμηλού κόστους διαγνωστικών και προληπτικών υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόληψη. Όταν οι πολίτες με χαμηλό εισόδημα δεν έχουν πρόσβαση σε τακτικό έλεγχο, η διάγνωση καθυστερεί. Αυτό επιβαρύνει την υγεία τους και αυξάνει τη μελλοντική ανάγκη για πιο ακριβές και σύνθετες θεραπείες. Επομένως, η μείωση των ανισοτήτων στην υγεία δεν είναι μόνο κοινωνική πολιτική. Είναι και οικονομικά ορθολογική επιλογή.
Η ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας μπορεί να λειτουργήσει ως βασικό αντίβαρο. Ένα ισχυρό δίκτυο οικογενειακών γιατρών, δημόσιων δομών, κοινοτικών υπηρεσιών και προγραμμάτων πρόληψης μπορεί να μειώσει την ανάγκη προσφυγής σε ακριβότερες υπηρεσίες και να εντοπίζει εγκαίρως προβλήματα υγείας.
Η ανάγκη για οργανωμένη μακροχρόνια φροντίδα
Στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας, τα ευρήματα δείχνουν ότι η Ελλάδα χρειάζεται πιο συνεκτικό μοντέλο. Η σημερινή εξάρτηση από την οικογένεια δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της επόμενης δεκαετίας.
Απαιτούνται δημόσιες υπηρεσίες κατ’ οίκον φροντίδας, δομές ημέρας, προγράμματα ανάπαυλας για φροντιστές, ενίσχυση της κοινωνικής εργασίας, καλύτερη διασύνδεση υγείας και πρόνοιας, καθώς και οικονομική στήριξη για νοικοκυριά που επωμίζονται μακροχρόνια φροντίδα.
Η μακροχρόνια φροντίδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακό ζήτημα. Αφορά το μέλλον του κοινωνικού κράτους, την ισότητα των φύλων, την απασχόληση, τη φτώχεια των ηλικιωμένων και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που χρειάζονται υποστήριξη.
Αν η χώρα δεν κινηθεί έγκαιρα, το κόστος θα μεταφερθεί σιωπηρά στα νοικοκυριά. Και όπως δείχνει η μελέτη, όταν το κόστος μεταφέρεται στα νοικοκυριά, οι ανισότητες βαθαίνουν.
Η παρουσίαση και οι παρεμβάσεις των ειδικών
Η μελέτη παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση του ΙΟΒΕ από τον Αντώνη Μαυρόπουλο, Ανώτερο Ερευνητή του Ιδρύματος. Ομιλία για τις τάσεις των ανισοτήτων στην Ευρώπη πραγματοποίησε ο Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies του Λονδίνου.
Μετά την παρουσίαση ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υφυπουργού Εργασίας και μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, της Ειρήνης Ανδριοπούλου, Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, και της Νίκης Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης.
Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Βέττας.
Πηγη: https://healthpharma.gr