Πάνω από 50% η μείωση των γεννήσεων σε 6 νομούς της Ελλάδας – Ποιο νησί αντιστέκεται στην υπογεννητικότητα

Αντιμέτωπη με μια βαθιά και διαρκώς εντεινόμενη δημογραφική αλλαγή βρίσκεται η Ελλάδα. Η μείωση των γεννήσεων έχει ιδιαίτερα έντονο αποτύπωμα στην περιφέρεια, με τα στοιχεία να καταγράφουν μια μακρά πορεία υποχώρησης της γεννητικότητας που συνοδεύεται από γήρανση του πληθυσμού και αύξηση των θανάτων, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών.

Από περίπου 148.000 γεννήσεις κατά μέσο όρο την περίοδο 1979-1980, η χώρα έφτασε μόλις στις 67.000 το 2024-2025. Την ίδια στιγμή, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε σχεδόν κατά έξι χρόνια, από τα 26,2 στα 32,2 έτη. Η πτωτική τάση ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και, με εξαίρεση την περίοδο 2003-2009, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η μελανή εικόνα σε ό,τι αφορά στη μείωση του πληθυσμού δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα. Μεταξύ 2009 και 2024 οι γεννήσεις μειώθηκαν πανελλαδικά κατά 42%, από 117.440 σε 68.310. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, τη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα, η μείωση ξεπέρασε το 50%. Αντίθετα, σε αρκετές νησιωτικές περιοχές η υποχώρηση των γεννήσεων είναι σαφώς μικρότερη, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο περιορίστηκε κάτω από 15%.

Καθοριστικό ρόλο έχει διαδραματίσει η μείωση της διαγενεακής γονιμότητας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός αυτός περιορίστηκε σε λιγότερα από 1,5. Παράλληλα, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 σε μόλις 1.240 το 2024-2025.

Αναλυτικότερα, το 2024 αντιστοιχούσαν σε εθνικό επίπεδο 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, έναντι 92 το 2009. Σε ορισμένες Περιφερειακές Ενότητες, η αναλογία έφτασε ακόμη και τους 376 θανάτους ανά 100 γεννήσεις. Μόλις πέντε (Θήρας, Μυκόνου, Κω, Νάξου, Ρεθύμνου) από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.

Πού οφείλονται οι αποκλίσεις

Οι μεγάλες περιφερειακές αποκλίσεις συνδέονται, σύμφωνα με την ανάλυση, με τρεις βασικούς παράγοντες: τη διαφορετική εξέλιξη της γονιμότητας, τη δημογραφική γήρανση και τις μεταναστευτικές ροές. Περιοχές που συγκράτησαν ή προσέλκυσαν νεότερους κατοίκους εμφανίζουν ηπιότερες απώλειες, ενώ εκείνες που έχασαν μεγάλο μέρος του νεανικού τους πληθυσμού αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα λιγότερες γεννήσεις και περισσότερους θανάτους.

Με βάση τα παραπάνω, φαίνεται ότι το δημογραφικό πρόβλημα δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ο χάρτης της χώρας αλλάζει, με τη δημογραφική συρρίκνωση να πλήττει εντονότερα περιοχές που συνδυάζουν χαμηλή γονιμότητα, γήρανση και απώλεια πληθυσμού.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Η Ελλάδα στην 9η θέση παγκοσμίως σε αριθμό εθελοντών δοτών μυελού των οστών

Μια σημαντική θέση στην παγκόσμια κατάταξη κατακτά η Ελλάδα, καθώς περισσότεροι από 306.000 άνθρωποι έχουν εγγραφεί ως εθελοντές δότες μυελού των οστών. Νέες δράσεις ενημέρωσης και εγγραφής πραγματοποιούνται σε όλη τη χώρα

Στην 9η θέση παγκοσμίως σε αριθμό εθελοντών δοτών μυελού των οστών, αναλογικά με τον πληθυσμό της, βρίσκεται πια η Ελλάδα, ανεβαίνοντας θεαματικά στην παγκόσμια κατάταξη.

O Σύλλογος ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ που ιδρύθηκε το 2012, από την αείμνηστη Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη, πρωτοστατεί στην θεαματική αυτή αύξηση, καθώς, από την ίδρυσή του έως σήμερα, έχει εγγράψει 207.000 εθελοντές δότες μυελού των οστών, περίπου το 70%, δηλαδή, του συνολικού αριθμού των εγγεγραμμένων εθελοντών δοτών στην Ελλάδα (συνολικός αριθμός εθελοντών δοτών στην Ελλάδα: 306.130).

Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντή Δότη Μυελού των Οστών και τα ενθαρρυντικά αυτά η στοιχεία, η Πρόεδρος του Συλλόγου ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ κυρία Χριστιάννα Β. Βαρδινογιάννη δήλωσε: «Ο Σύλλογος ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ, σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εθελοντών Δοτών Μυελού των Οστών, WMDA, σήμερα που τιμάται η Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντή Δότη Μυελού των Οστών στέλνουν ένα δυνατό μήνυμα αλληλεγγύης, ενσυναίσθησης και προσφοράς. Νιώθω βαθιά συγκίνηση και περηφάνεια που οι νέοι μας, 18-45 ετών, αγκαλιάζουν το έργο μας και γίνονται κομμάτι του ΟΡΑΜΑΤΟΣ της αείμνηστης μητέρας μου, Μαριάννας, να μην υπάρχει ούτε ένας συνάνθρωπός μας που δεν μπορεί να βρει συμβατό δότη. Ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της μεγάλης αλυσίδας αγάπης. Όλοι μαζί, ενωμένοι, δίνουμε πρωτιά στη ζωή!».

Δράσεις για την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας από το Όραμα Ελπίδας 
  • Ενημερωτικά περίπτερα την Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2026 στην Πλατεία Συντάγματος και στην Πλατεία Κοραή στον Πειραιά, καθώς επίσης και μέσω των συνεργατών μας σε Θεσσαλονίκη, Κομοτηνή, Κάρυστο, Κιλκίς, Περαχώρα Κορινθίας, Κρήτη, Σπάρτη, Ηγουμενίτσα, Τρίκαλα, Κατερίνη, Σύρο, Αλεξανδρούπολη και Ιωάννινα. Στα ειδικά διαμορφωμένα περίπτερα θα γίνεται ενημέρωση ενώ θα πραγματοποιούνται και εγγραφές νέων εθελοντών δοτών από εξειδικευμένα στελέχη του Συλλόγου
  • Φωταγώγηση εμβληματικών κτιρίων και συγκεκριμένα του κτιρίου του Ελληνικού Κοινοβουλίου, του Πύργου του Πειραιά αλλά και του σιντριβανιού στην Πλατεία Ομονοίας
  • Συνεργασία με τη SuperLeague. Όλοι οι αγώνες της 5ης αγωνιστικής που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026 ήταν αφιερωμένοι στην εθελοντική δωρεά μυελού των οστών. Σε όλους τους αγώνες της 5ης αγωνιστικής του Πρωταθλήματος Stoiximan Super League, οι ποδοσφαιριστές, οι διαιτητές και τα παιδιά παράταξης εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο φορώντας T-shirts με μηνύματα για την εθελοντική δωρεά μυελού των οστών, ενώ παράλληλα, κατά την παράταξη των ομάδων, θα αναρτηθούν banners με μηνύματα ευαισθητοποίησης και στήριξης της δράσης του Συλλόγου «ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ»
  • Ειδικές φωτεινές σημάνσεις στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών ‘’Ελευθέριος Βενιζέλος’’ καθώς επίσης σε σταθμούς στις γραμμές 2 και 3 του ΜΕΤΡΟ σε συνεργασία με την ΣΤΑΣΥ
  • Ενημέρωση της κοινής γνώμης μέσα από Δελτία Τύπου, τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά σποτ

Μπορείτε να ενημερωθείτε για το έργο του Συλλόγου ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ αλλά και πώς να γίνετε και εσείς εθελοντές δότες στο www.oramaelpidas.gr

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

COVID-19: Μεγάλη μελέτη επιβεβαιώνει ότι μπορεί να «ξυπνήσει» ιούς που κρύβονται για χρόνια στο σώμα

Η COVID-19 μπορεί να «ξυπνήσει» ιούς που βρίσκονται εδώ και χρόνια σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον οργανισμό, επιβεβαιώνει μεγάλη νέα μελέτη σε περισσότερους από 1.100 νοσηλευόμενους ασθενείς. Το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο στους επιστήμονες, όμως η νέα έρευνα αποτυπώνει σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα πόσο συχνά μπορεί να συμβαίνει και διερευνά τη σχέση του με τη βαρύτητα της νόσου και τη long COVID.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature, παρακολούθησε 1.154 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με COVID-19, εξετάζοντας όχι μόνο τον SARS-CoV-2, αλλά και τους χρόνιους ιούς που ήδη «φιλοξενούσε» ο οργανισμός τους. Πρόκειται για ιούς που πολλοί άνθρωποι αποκτούν κάποια στιγμή στη ζωή τους και οι οποίοι μπορούν στη συνέχεια να παραμένουν για χρόνια σε λανθάνουσα κατάσταση, χωρίς να προκαλούν συμπτώματα. Μεταξύ αυτών βρίσκονται γνωστοί ερπητοϊοί, όπως ο Epstein-Barr (EBV), ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) και ο ιός του απλού έρπητα τύπου 1 (HSV-1).

Τι βρήκαν οι επιστήμονες

Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος και από το αναπνευστικό σύστημα, καθώς και εκτενή ανοσολογικά και μοριακά δεδομένα, παρακολουθώντας τους ασθενείς τόσο κατά την οξεία φάση της COVID-19 όσο και για έως και έναν χρόνο μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. Η ανάλυση αποκάλυψε σημαντική επανενεργοποίηση διαφορετικών χρόνιων ιών, ιδιαίτερα από τις οικογένειες Herpesviridae και Anelloviridae. Μάλιστα, η ενεργοποίησή τους δεν ακολουθούσε το ίδιο μοτίβο: Διαφορετικοί ιοί φαίνεται ότι «ξυπνούσαν» σε διαφορετικές χρονικές στιγμές κατά τη διάρκεια της λοίμωξης.

Γιατί «ξυπνούν» παλιοί ιοί

Η επανενεργοποίηση λανθανόντων ιών σε περιόδους μεγάλης σωματικής καταπόνησης ή σοβαρής ασθένειας δεν είναι άγνωστη στην Ιατρική. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, το φαινόμενο συνδεόταν ιδιαίτερα με ανθρώπους των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα ήταν εξασθενημένο. Η νέα μελέτη περιπλέκει αυτή την εικόνα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ανοσοκαταστολή δεν αρκούσε για να εξηγήσει τα υψηλά ποσοστά επανενεργοποίησης που παρατηρήθηκαν. Το φαινόμενο εμφανιζόταν και σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς, υποδεικνύοντας ότι η έντονη φλεγμονώδης και ανοσολογική αναστάτωση που συνοδεύει τη σοβαρή COVID-19 μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο.

Η σύνδεση με τη long COVID

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τι συνέβαινε αφού είχε περάσει η οξεία λοίμωξη. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η επανενεργοποίηση ορισμένων ιών της οικογένειας Anelloviridae μπορούσε να επιμένει για τουλάχιστον τρεις μήνες μετά τη νοσηλεία. Αυτή η παρατεταμένη δραστηριότητα συνδέθηκε με συμπτώματα της long COVID, ιδιαίτερα με την κόπωση και τη μειωμένη σωματική λειτουργικότητα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι ιοί προκαλούν long COVID.

Η μελέτη είναι παρατηρητική και οι ίδιοι οι συγγραφείς τονίζουν ότι δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Είναι πιθανό η επανενεργοποίηση να συμβάλλει στα επίμονα συμπτώματα, αλλά είναι επίσης πιθανό να αποτελεί ένδειξη μιας ευρύτερης διαταραχής του ανοσοποιητικού που προκαλεί η σοβαρή λοίμωξη.

Η πιθανή σχέση λανθανόντων ιών και long COVID, άλλωστε, απασχολεί τους επιστήμονες εδώ και χρόνια. Προηγούμενες έρευνες είχαν ήδη στρέψει την προσοχή κυρίως στον Epstein-Barr, χωρίς όμως να έχει αποσαφηνιστεί ο ακριβής ρόλος της ιικής επανενεργοποίησης.

Τι προσθέτει η νέα μελέτη

Το νέο στοιχείο, επομένως, δεν είναι ότι η COVID-19 μπορεί να συνδέεται με την επανενεργοποίηση ενός λανθάνοντος ιού. Αυτό είχε παρατηρηθεί και στο παρελθόν. Η σημασία της νέας έρευνας βρίσκεται στο ότι εξέτασε συστηματικά ένα πολύ μεγαλύτερο φάσμα χρόνιων ιών σε 1.154 ασθενείς, χρησιμοποιώντας παράλληλα ανοσολογικές, μεταβολικές και γενετικές αναλύσεις και παρακολουθώντας την εξέλιξή τους σε βάθος χρόνου. Έτσι, η COVID-19 αρχίζει να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως μια λοίμωξη από έναν συγκεκριμένο ιό, αλλά και ως ένα γεγονός που μπορεί να διαταράξει το ήδη υπάρχον «ιολογικό οικοσύστημα» του ανθρώπινου οργανισμού.

Το επόμενο ερώτημα είναι και το σημαντικότερο: Οι ιοί που επανενεργοποιούνται είναι απλώς μάρτυρες αυτής της αναστάτωσης ή συμμετέχουν ενεργά στη σοβαρή νόσο και στη long COVID; Η απάντηση θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους τόσο για την πρόβλεψη του κινδύνου όσο και, ενδεχομένως, για την αντιμετώπιση ορισμένων ασθενών με επίμονα συμπτώματα.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Ποιοι κινδύνευσαν περισσότερο από τον κορωνοϊό στην Ελλάδα; Ανάλυση σε 4,9 εκατομμύρια ασθενείς δίνει απαντήσεις

Η ηλικία, τα χρόνια νοσήματα και η εμβολιαστική κατάσταση διαμόρφωσαν το προφίλ της θνητότητας την περίοδο 2020 έως 2023 – Τι δείχνουν τα εθνικά ψηφιακά μητρώα

Σχεδόν 4,9 εκατομμύρια άνθρωποι, περισσότερα από 5,4 εκατ. καταγεγραμμένα επεισόδια λοίμωξης από SARS-CoV-2 και 33.740 θάνατοι. Η πορεία της πανδημίας στην Ελλάδα από το 2020 έως τις αρχές του 2023 αποτυπώνεται τώρα μέσα από μια μεγάλη ανάλυση των εθνικών ψηφιακών μητρώων, επιχειρώντας να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Ποιοι κινδύνευσαν περισσότερο να χάσουν τη ζωή τους από την COVID-19; Και ποιοι απεβίωσαν, τελικά;

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Epidemiologia και, σύμφωνα με τους ερευνητές, αποτελεί την πρώτη εις βάθος ανάλυση συνδεδεμένων ατομικών δεδομένων από το Εθνικό Μητρώο Ασθενών COVID-19 και το Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών στην Ελλάδα.

Την εργασία υπογράφουν οι Ivo Rakovac, Χρήστος Τριανταφύλλου, Vion Psiakis, Adela Galinovic, Ana Marques Domingues, Παύλος Μυριανθεύς και Joao Breda, με συμμετοχή ερευνητών από το Περιφερειακό Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Ευρώπη, το Γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ).

Βάση δεδομένων σχεδόν 4,9 εκατ. ανθρώπων

Συνολικά, σημειώθηκαν 5.472.147 επεισόδια COVID-19 σε 4.887.589 διαφορετικά άτομα. Το 11,9% είχε περισσότερες από μία καταγεγραμμένες λοιμώξεις, ενώ η διάμεση ηλικία όσων μολύνθηκαν ήταν τα 43 έτη.

Βέβαια, η εικόνα άλλαζε όταν η ανάλυση περιοριζόταν στις απώλειες.

Από τους 33.740 θανάτους, το 81,5% αφορούσε άτομα 70 ετών και άνω. Η διάμεση ηλικία όσων έχασαν τη ζωή τους ήταν τα 83 έτη, ενώ το 54,7% ήταν άνδρες. Ωστόσο, δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που ξεχώρισε.

Το «βάρος» των χρόνιων νοσημάτων

Οι άνθρωποι που πέθαναν είχαν κατά διάμεσο όρο δύο συννοσηρότητες. Η υπέρταση ήταν η συχνότερη και καταγράφηκε στο 67,1% των θανάτων, ενώ ακολουθούσαν η δυσλιπιδαιμία με 62,7%, ο διαβήτης τύπου 2 με 35,1% και η στεφανιαία νόσος με 22,8%.

Στους άνω των 70 ετών η επιβάρυνση ήταν ακόμη εντονότερη. Το 72,7% είχε υπέρταση, το 66,4% δυσλιπιδαιμία, το 37,6% διαβήτη τύπου 2 και το 25,3% στεφανιαία νόσο. Περισσότεροι από τους μισούς θανάτους σε αυτή την ομάδα αφορούσαν ανθρώπους με δύο ή τρεις συννοσηρότητες.

Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, η Ελλάδα αποτελείται από γηραιότερο και βεβαρημένο από χρόνια νοσήματα πληθυσμό σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές υγειονομικές κρίσεις.

Τι έδειξαν τα δεδομένα για τον εμβολιασμό

Η εμβολιαστική κατάσταση ήταν ένας ακόμη παράγοντας που συνδέθηκε με τη θνητότητα. Από τους 33.740 ανθρώπους που πέθαναν, το 70% κατατάχθηκε στην κατηγορία «μη εμβολιασμένοι», το 14% είχε λάβει δύο δόσεις και το 16% τρεις ή περισσότερες. Στους ανθρώπους ηλικίας 70 ετών και άνω, το 67,2% των θανάτων αφορούσε την πρώτη κατηγορία.

Σημειώνεται ότι στις περιγραφικές αναλύσεις οι ερευνητές συμπεριέλαβαν ως «μη εμβολιασμένους» τόσο όσους δεν είχαν καταγεγραμμένη δόση όσο και όσους είχαν λάβει μόνο μία. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, τα άτομα με μία δόση αποκλείστηκαν λόγω του μικρού αριθμού τους και η σύγκριση έγινε με όσους δεν είχαν λάβει καμία.

Μετά την προσαρμογή για την ηλικία και τους υπόλοιπους διαθέσιμους παράγοντες, οι δύο δόσεις συνδέθηκαν με 65% χαμηλότερες πιθανότητες θανάτου. Για την πρώτη ενισχυτική δόση ήταν κατά 84% χαμηλότερες και για τη δεύτερη κατά 91%.

Η Omicron και η μεταβολή του τοπίου

Η μελέτη εξέτασε ξεχωριστά τις (3) περιόδους επικράτησης της αρχικής/Alpha παραλλαγής, της Delta και της Omicron.

Σε σύγκριση με την περίοδο Delta, η Omicron συσχετίστηκε με 72% χαμηλότερες πιθανότητες θανάτου. Αντίθετα, δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της αρχικής/Alpha και της Delta.

Κάθε περίοδος της πανδημίας χαρακτηριζόταν από διαφορετική εμβολιαστική κάλυψη και διαφορετικές συνθήκες διαχείρισης της νόσου.

Τα όρια της μελέτης

Το μέγεθος του πληθυσμού και η χρήση εθνικών μητρώων αποτελούν ισχυρά πλεονεκτήματα της έρευνας. Οι συγγραφείς, ωστόσο, καταγράφουν και σημαντικούς περιορισμούς. Τα χρόνια νοσήματα εντοπίστηκαν μέσω δεδομένων συνταγογράφησης. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να έχουν διαφύγει αδιάγνωστες παθήσεις ή νοσήματα που δεν αντιμετωπίζονταν με φαρμακευτική αγωγή σε εξωνοσοκομειακό επίπεδο.

Επιπλέον, τα δεδομένα δεν επέτρεπαν σε όλες τις περιπτώσεις να διαχωριστούν οι άνθρωποι που πέθαναν από COVID-19 από εκείνους που πέθαναν με COVID-19, όταν δηλαδή η λοίμωξη δεν αποτελούσε την υποκείμενη αιτία θανάτου. Το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα την περίοδο Omicron.

Το μάθημα για μια ενδεχόμενη επόμενη υγειονομική κρίση

Η μελέτη δεν αποτυπώνει τη σημερινή επιδημιολογική κατάσταση της COVID-19. Περιγράφει μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερα φορτισμένη περίοδο, από την έναρξη της πανδημίας έως τον Ιανουάριο του 2023.

Για τους ερευνητές, όμως, το βασικό δίδαγμα υπερβαίνει τον SARS-CoV-2. Η μεγάλη συγκέντρωση θανάτων στους ηλικιωμένους και στους ανθρώπους με πολλαπλά χρόνια νοσήματα αναδεικνύει την ανάγκη για δύο παράλληλες γραμμές άμυνας: προστασία των ευάλωτων από τις λοιμώξεις και, ταυτόχρονα, καλύτερη πρόληψη και αντιμετώπιση των μη μεταδοτικών νοσημάτων.

Στα συμπεράσματά τους, οι συγγραφείς δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην υπέρταση, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τον διαβήτη και την παχυσαρκία, αλλά και στην ανάγκη ενίσχυσης της δημόσιας υγείας και της ποιότητας της φροντίδας. Η πανδημία δεν έφερε στο φως μόνο τα «τρωτά σημεία» απέναντι σε έναν νέο ιό. Έδειξε πόσο καθοριστική μπορεί να γίνει η συνολική κατάσταση υγείας ενός πληθυσμού εάν – και όταν – εμφανιστεί η επόμενη μεγάλη υγειονομική απειλή.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Κώστας Αθανασάκης : Το μοντέλο του clawback είναι στα όριά του-Κίνδυνος για την πρόσβαση στα φάρμακα

Η φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση. Η συνολική δαπάνη αυξάνεται, το clawback και το rebate έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ η αγορά προειδοποιεί ότι για ορισμένα φάρμακα οι υποχρεωτικές επιστροφές καθιστούν πλέον μη βιώσιμη την παραμονή τους στη χώρα.Την ίδια στιγμή, οι αποσύρσεις σημαντικών θεραπειών, ακόμη και για σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή παθήσεις, εντείνουν την ανησυχία για το κατά πόσο το σημερινό οικονομικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση των ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία. Διότι πίσω από κάθε θεραπεία βρίσκεται ένας ασθενής και μια οικογένεια που χρειάζονται ασφάλεια, συνέχεια στη θεραπεία και ισότιμη πρόσβαση στις καλύτερες διαθέσιμες επιλογές.Παράλληλα, η Πολιτεία σχεδιάζει σημαντικές αλλαγές: ένα νέο σύστημα αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας, με αναφορά στο γαλλικό μοντέλο, τη δημιουργία οργανισμού HTA, αλλά και το Ταμείο Καινοτομίας. Μπορούν, όμως, αυτές οι παρεμβάσεις να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις της αγοράς και να αποτρέψουν τον κίνδυνο καθυστέρησης ή μη διάθεσης νέων θεραπειών στην Ελλάδα;

Για όλα αυτά μιλά στην εκπομπή Opinion Health του Healthweb.gr και στη Νικολέτα Ντάμπου ο Κώστας Αθανασάκης, Επίκουρος Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας και Οικονομικής Αξιολόγησης των Τεχνολογιών Υγείας στο Τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.  Αναλύει τι έχει πάει λάθος, γιατί η απλή αύξηση του προϋπολογισμού δεν αρκεί, πώς το clawback επηρεάζει τη βιωσιμότητα της αγοράς και ποιες αλλαγές μπορούν πραγματικά να διασφαλίσουν την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες.

Στην εκπομπή Opinion Health του Healthweb.gr και στη Νικολέτα Ντάμπου μιλά ο Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας, Κώστας Αθανασάκης.

Νικολέτα Ντάμπου: Κύριε Αθανασάκη, ποιο είναι σήμερα το βασικό πρόβλημα της φαρμακευτικής πολιτικής; Έχουμε ανεπαρκή δημόσια χρηματοδότηση ή ένα σύστημα που δεν καταφέρνει να ελέγξει αποτελεσματικά τη δαπάνη; Εάν αυξήσουμε απλώς τον προϋπολογισμό, χωρίς θεραπευτικά πρωτόκολλα, μητρώα ασθενών, έλεγχο της συνταγογράφησης και ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων, μήπως πολύ γρήγορα βρεθούμε ξανά στο ίδιο σημείο;

Κώστας Αθανασάκης: Είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Αν δει κανείς τη γενική εικόνα, θα διαπιστώσει ότι τα βασικά μέτρα φαρμακευτικής πολιτικής που χρησιμοποιούμε σήμερα δημιουργήθηκαν κυρίως κατά την περίοδο των Μνημονίων. Πρόκειται, δηλαδή, για πολιτικές οι οποίες σχεδιάστηκαν με βασικό στόχο τον περιορισμό της δαπάνης.

Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά έχει αλλάξει πάρα πολύ. Τίποτα δεν είναι σήμερα ίδιο σε σχέση με το 2012 και το 2013. Ο κόσμος του φαρμάκου έχει μεταβληθεί σημαντικά και, κατά συνέπεια, χρειαζόμαστε μια νέα προσέγγιση στη φαρμακευτική πολιτική.

Η δημόσια χρηματοδότηση τα τελευταία χρόνια αυξάνεται και, πιθανότατα, με ρυθμό μεγαλύτερο από εκείνον της οικονομίας. Ωστόσο, η συνολική δαπάνη της αγοράς αυξάνεται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα, ορισμένες φορές διπλάσια ή και τριπλάσια. Συνεπώς, πρέπει να εξετάσουμε τις αιτίες που παράγουν αυτή την αύξηση.

Ακόμη και εάν είχαμε ένα «μαγικό ραβδί» και προσθέταμε 300, 400 ή 500 εκατομμύρια ευρώ στον προϋπολογισμό, τα χρήματα αυτά πιθανότατα θα επαρκούσαν μόνο για ένα ή δύο χρόνια. Στη συνέχεια θα επιστρέφαμε στην προηγούμενη κατάσταση. Χρειάζεται, επομένως, συνολική αναθεώρηση και ένα νέο μείγμα πολιτικής.

Νικολέτα Ντάμπου: Αυξάνονται, όμως, και οι ανάγκες του πληθυσμού, όπως και η κατανάλωση φαρμάκων.

Κώστας Αθανασάκης: Βεβαίως. Πρόσφατη μελέτη που ολοκληρώσαμε δείχνει ότι η κατανάλωση φαρμάκων αυξάνεται. Ωστόσο, η συνολική κατανάλωση δεν αποτελεί το μείζον πρόβλημα της ελληνικής αγοράς, καθώς βρισκόμαστε περίπου κοντά στον διεθνή μέσο όρο, αν και το τελευταίο διάστημα κινούμαστε λίγο υψηλότερα.

Η κατανάλωση αυξάνεται επειδή αλλάζουμε ως πληθυσμός: αυξάνεται η ηλικία μας, μεταβάλλονται οι ανάγκες που δημιουργούνται από τη νοσηρότητα και αλλάζουν οι προτιμήσεις μας ως προς τις θεραπείες που επιθυμούμε να έχουμε στη διάθεσή μας.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα φαίνεται να αφορά περισσότερο το μείγμα της αγοράς: πόσα πρωτότυπα, πόσα εκτός πατέντας και πόσα γενόσημα φάρμακα χρησιμοποιούμε. Με βάση τα διεθνή δεδομένα, πρόκειται περισσότερο για πρόβλημα του μείγματος και λιγότερο για πρόβλημα του συνολικού όγκου κατανάλωσης.

Νικολέτα Ντάμπου: Ο ΣΦΕΕ και η PIF έχουν αναδείξει ότι το clawback στα νοσοκομειακά φάρμακα άνω των 30 ευρώ φτάνει στο 80,7%. Τι σημαίνει οικονομικά ένα τέτοιο ποσοστό;

Κώστας Αθανασάκης: Πρόκειται για ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο επιστροφών, το οποίο για ορισμένα προϊόντα μπορεί να καταστεί μη βιώσιμο. Για να κατανοήσουμε και να λύσουμε το πρόβλημα του νοσοκομειακού clawback, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις αιτίες που το δημιουργούν.

Έχει τεθεί ένας προϋπολογισμός ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα φάρμακα που διακινούνται μέσα από το νοσοκομείο. Περιλαμβάνει τόσο τα φάρμακα που συνδέονται άμεσα με τη νοσηλεία όσο και εκείνα για τα οποία το νοσοκομείο λειτουργεί κυρίως ως κανάλι διάθεσης. Αυτές είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες ενώθηκαν σε έναν αρχικό, κατά τη γνώμη μου αυθαίρετο, προϋπολογισμό.

Ο προϋπολογισμός αυτός αυξήθηκε εν μέρει με την πάροδο των ετών, αλλά δεν μπορεί να καλύψει ούτε την αλλαγή της τεχνολογίας ούτε τη μεταβολή του ρόλου του νοσοκομείου ως φορέα διάθεσης φαρμάκων.

Τα συγκεκριμένα ποσοστά δείχνουν ότι το μοντέλο μπορεί να έχει φτάσει στα όριά του. Μια αγορά με τόσο υψηλές επιστροφές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κινείται με βιώσιμο τρόπο.

Νικολέτα Ντάμπου: Πόσο πιεσμένη είναι η εξωνοσοκομειακή αγορά, δηλαδή τα φάρμακα που αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ;<
Κώστας Αθανασάκης: Οι επιστροφές διαφοροποιούνται ανάλογα με την κατηγορία. Άλλα είναι τα ποσοστά στα γενόσημα, διαφορετικά στα εκτός προστασίας φάρμακα και υψηλότερα στα φάρμακα που βρίσκονται ακόμη υπό καθεστώς προστασίας.

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα. Απέναντι στα περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ που διαθέτει το κράτος για την εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική περίθαλψη, υπάρχουν σχεδόν άλλα τόσα –λίγο λιγότερα– από ιδιωτικές πληρωμές.

Σε αυτές περιλαμβάνονται οι θεσμοθετημένες συμμετοχές των ασθενών, οι διαφορές από την τιμή αναφοράς, τα φάρμακα που αγοράζονται αποκλειστικά από την τσέπη του πολίτη, τα μη αποζημιούμενα σκευάσματα, αλλά και ορισμένα ιατροτεχνολογικά προϊόντα.

Αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες τόσο ως προς τις ανισότητες όσο και ως προς τη συνέπεια και τη συνέχεια της θεραπείας. Έχει έρθει η ώρα να εξετάσουμε πολύ σοβαρά το ζήτημα της συμμετοχής των ασθενών.

Νικολέτα Ντάμπου: Έχει μετακυλιστεί σημαντικό μέρος του κόστους στους ασθενείς;

Κώστας Αθανασάκης: Το 2009 η συνολική φαρμακευτική αγορά εκτός νοσοκομείων στην Ελλάδα χρηματοδοτούνταν περίπου κατά 80% από τη δημόσια δαπάνη και κατά 20% από την ιδιωτική. Σήμερα η αναλογία βρίσκεται περίπου στο 51%-49%, σχεδόν στο 50%-50%.

Αυτό σημαίνει ότι ένα συνεχώς αυξανόμενο μέρος του κόστους έχει μεταφερθεί στους καταναλωτές, δηλαδή στους ανθρώπους που χρειάζονται και αγοράζουν φάρμακα. Πρέπει να το δούμε πολύ σοβαρά, επειδή η ιδιωτική δαπάνη υγείας που πληρώνεται απευθείας από την τσέπη του πολίτη δημιουργεί ανισότητες και προβλήματα στη συνέπεια και στη συνέχεια της θεραπείας.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Ανθεκτικά βακτήρια: Νέες οδηγίες για θεραπεία με βακτηριοφάγους όταν τα αντιβιοτικά αποτυγχάνουν

Πάνω από 60 συστάσεις δημοσιεύθηκαν στο Nature Medicine για τη χρήση των βακτηριοφάγων, των ιών που μπορούν να εντοπίζουν και να καταστρέφουν συγκεκριμένα βακτήρια – Για ποιους ασθενείς μπορεί να εξετάζεται η θεραπεία

Μια θεραπευτική προσέγγιση με ιστορία άνω του ενός αιώνα επιστρέφει στο προσκήνιο, καθώς η αυξανόμενη αντοχή των βακτηρίων στα αντιβιοτικά περιορίζει τις επιλογές για ορισμένους ασθενείς με δύσκολες λοιμώξεις.

Πρόκειται για τη χρήση βακτηριοφάγων, δηλαδή ιών που προσβάλλουν επιλεκτικά βακτήρια και μπορούν να τα καταστρέψουν, χωρίς να μολύνουν τα ανθρώπινα κύτταρα. Η μεγάλη εξειδίκευσή τους είναι και το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης. Ένας βακτηριοφάγος ή απλά φάγος, μπορεί να είναι αποτελεσματικός απέναντι σε συγκεκριμένο είδος ή ακόμη και συγκεκριμένο στέλεχος βακτηρίου, αλλά όχι απέναντι σε άλλα.

Αυτό σημαίνει ότι πριν από τη χορήγησή τους πρέπει να έχει εντοπιστεί το βακτήριο που προκαλεί τη λοίμωξη και να επιλεγεί ο κατάλληλος φάγος για το συγκεκριμένο περιστατικό. Η αντιμετώπιση είναι επομένως εξατομικευμένη και δεν βασίζεται σε μία ενιαία θεραπεία για όλους τους ασθενείς.

Σε αυτό το πλαίσιο, νέες αναλυτικές συστάσεις δημοσιεύθηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στο Nature Medicine, με στόχο να καθοριστούν κοινοί κανόνες για την επιλογή, την παρασκευή, τον ποιοτικό έλεγχο και τη χορήγηση των βακτηριοφάγων στην κλινική πράξη.

Πάνω από 60 συστάσεις – Από το εργαστήριο έως τον ασθενή

Οι νέες οδηγίες αναπτύχθηκαν υπό την ηγεσία της Γερμανικής Εταιρείας Λοιμωδών Νοσημάτων, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από 20 επιστημονικές εταιρείες, οργανώσεις ασθενών και ρυθμιστικές αρχές, καθώς και 18 διεθνών ειδικών. Περιλαμβάνουν δε περισσότερες από 60 συστάσεις και θέσεις.

Το πλαίσιο καλύπτει όλη τη διαδρομή που απαιτείται πριν ένας βακτηριοφάγος φτάσει στον ασθενή:

  • την ακριβή ταυτοποίηση του βακτηρίου που προκαλεί τη λοίμωξη,
  • την επιλογή του κατάλληλου φάγου που μπορεί να το προσβάλει,
  • τον έλεγχο ποιότητας και την ασφαλή παρασκευή του,
  • τον τρόπο χορήγησης και την παρακολούθηση του ασθενούς,
  • αλλά και την καταγραφή των περιστατικών και των αποτελεσμάτων σε ειδικά μητρώα.

Οι συστάσεις όμως δεν σταματούν στην επιλογή του κατάλληλου φάγου. Περιγράφουν και τις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για να εφαρμοστεί η θεραπεία με ασφάλεια.

Οι ειδικοί προτείνουν η απόφαση να λαμβάνεται με τη συμμετοχή διεπιστημονικής ομάδας, στην οποία μπορεί να συμμετέχουν θεράποντες γιατροί, λοιμωξιολόγοι, μικροβιολόγοι, φαρμακοποιοί και ειδικοί στους βακτηριοφάγους. Οι δομές που χορηγούν τη θεραπεία πρέπει επίσης να διαθέτουν κατάλληλες συνθήκες φύλαξης, εξειδικευμένο προσωπικό και δυνατότητα παρακολούθησης της ασφάλειας του ασθενούς.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην ποιότητα των σκευασμάτων. Οι φάγοι που προορίζονται για θεραπευτική χρήση πρέπει να είναι καλά χαρακτηρισμένοι και να ελέγχονται, μεταξύ άλλων, ως προς την ταυτότητα, τη δραστικότητα, τη στειρότητα και την καθαρότητά τους.

Παράλληλα, οι οδηγίες θεωρούν σημαντική την καταγραφή των θεραπειών σε εθνικά ή διεθνή μητρώα, ώστε να συγκεντρώνονται στοιχεία για τα θεραπευτικά σχήματα, την έκβαση και τυχόν απρόβλεπτα συμβάντα.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι η θεραπεία με φάγους θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, κυρίως όταν οι καθιερωμένες θεραπείες έχουν αποτύχει ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Αυτό μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, δύσκολες λοιμώξεις από βακτήρια ανθεκτικά στα αντιβιοτικά ή λοιμώξεις στις οποίες σχηματίζεται βιοφίλμ. Δηλαδή ένα προστατευτικό στρώμα μέσα στο οποίο τα βακτήρια μπορούν να επιβιώνουν και να γίνονται δυσκολότερα προσβάσιμα από τη θεραπεία.

Πώς επιλέγεται ο κατάλληλος φάγος

Η εξατομίκευση είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας. Αρχικά πρέπει να απομονωθεί και να αναγνωριστεί το βακτήριο που προκαλεί τη λοίμωξη. Στη συνέχεια, στο εργαστήριο αναζητείται ένας βακτηριοφάγος – ή συνδυασμός βακτηριοφάγων – που είναι δραστικός απέναντι στο συγκεκριμένο βακτήριο.

Οι οδηγίες επισημαίνουν ότι η ευαισθησία του βακτηρίου στους φάγους πρέπει να ελέγχεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην έναρξη της θεραπείας, επειδή μπορεί να μεταβάλλεται με τον χρόνο.

Σε λοιμώξεις στις οποίες συμμετέχουν περισσότερα από ένα βακτήρια, πρέπει να εξετάζονται όλα τα βακτηριακά είδη που θεωρούνται υπεύθυνα για τη λοίμωξη. Διαφορετικά, η εξουδετέρωση ενός μόνο βακτηρίου μπορεί να μην είναι αρκετή για να υποχωρήσει η λοίμωξη.

Η θεραπεία με φάγους μπορεί επίσης, ανάλογα με το περιστατικό, να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά με αντιβιοτικά. Δεν πρόκειται επομένως απαραίτητα για επιλογή «φάγοι αντί αντιβιοτικών», αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις για μια επιπλέον θεραπευτική στρατηγική.

Ανθεκτικά βακτήρια – Το μεγάλο πρόβλημα

Το ενδιαφέρον για τους βακτηριοφάγους έχει αυξηθεί ιδιαίτερα εξαιτίας της μικροβιακής αντοχής.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια η μικροβιακή αντοχή ευθύνεται άμεσα για περίπου 133.000 θανάτους τον χρόνο και συνδέεται έμμεσα με περίπου 541.000 θανάτους. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, το οικονομικό κόστος εκτιμάται σε περίπου 11,7 δισ. ευρώ ετησίως, εξαιτίας των δαπανών Υγείας και των απωλειών παραγωγικότητας.

Ο ΠΟΥ θεωρεί ότι οι βακτηριοφάγοι μπορούν να αποτελέσουν μια πολλά υποσχόμενη θεραπευτική επιλογή απέναντι στις δύσκολες βακτηριακές λοιμώξεις, Τονίζει, ωστόσο, την ανάγκη για περισσότερα κλινικά δεδομένα. Σήμερα, στις περισσότερες χώρες η εξατομικευμένη θεραπεία με φάγους χρησιμοποιείται κυρίως σε ειδικές περιπτώσεις, συχνά όταν οι συμβατικές θεραπευτικές επιλογές έχουν αποτύχει.

Το ίδιο επισημαίνουν και οι συντάκτες των νέων οδηγιών. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, όταν τηρούνται οι απαιτούμενες προδιαγραφές ποιότητας, η θεραπεία με φάγους φαίνεται γενικά ασφαλής. Ωστόσο, τα ελεγχόμενα κλινικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα και η αποτελεσματικότητά της δεν έχει ακόμη αποδειχθεί με συνέπεια στις κλινικές δοκιμές.

Χρειάζονται επομένως καλύτερα σχεδιασμένες προοπτικές μελέτες, ώστε να διευκρινιστεί σε ποιες λοιμώξεις, με ποιους φάγους και με ποια θεραπευτικά σχήματα μπορεί να προσφέρει το μεγαλύτερο όφελος.

Οι νέες συστάσεις επιχειρούν να καλύψουν ένα άλλο σημαντικό κενό. Το να υπάρχουν κοινοί κανόνες και συγκεκριμένες προδιαγραφές ώστε, όταν η θεραπεία χρησιμοποιείται, η επιλογή των φάγων, η παρασκευή, η ποιότητα, η χορήγηση και η παρακολούθηση του ασθενούς να γίνονται με έναν ασφαλή και τυποποιημένο τρόπο.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

F. Bocchetti: Το ελληνικό σύστημα Υγείας να περάσει από μεμονωμένες μεταρρυθμίσεις σε πιο ολοκληρωμένο μοντέλο φροντίδας

Η οικοδόμηση ενός βιώσιμου οικοσύστηματος υγείας που θα επιτρέπει την έγκαιρη πρόσβαση στην καινοτομία, διασφαλίζοντας παράλληλα την υπεύθυνη και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων θα πρέπει να είναι κοινός στόχος για όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς – την κυβέρνηση, τη βιομηχανία, τους επαγγελματίες υγείας και τις ενώσεις ασθενών”, μας λέει ο Fabrizio Bocchetti, Managing Director στη Merck Greece & Cyprus.

Kαινοτόμα φάρμακα και Ελλάδα. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση μεταξύ των καινοτόμων φαρμακευτικών προϊόντων και της Ελλάδας και ποια βήματα θα πρέπει να ληφθούν για την προώθηση μιας αρμονικής και βελτιωμένης συνύπαρξης μεταξύ των δύο;

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές δυνατότητες να επωφεληθεί από τη φαρμακευτική καινοτομία, χάρη στην άρτια καταρτισμένη επιστημονική και ιατρική κοινότητά της, καθώς και στη συνεχή ανάπτυξη του οικοσυστήματος υγείας της. Η βασική πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι αυτές οι δυνατότητες θα μεταφραστούν σε έγκαιρη και βιώσιμη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται η δημιουργία ενός προβλέψιμου και βιώσιμου πλαισίου για την καινοτομία. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να περιλαμβάνει την καλύτερη ευθυγράμμιση της δημόσιας χρηματοδότησης της φαρμακευτικής δαπάνης με τις πραγματικές ανάγκες υγείας της χώρας, τη βελτίωση της προβλεψιμότητας γύρω από τις υποχρεωτικές επιστροφές, την επιτάχυνση των διαδικασιών αξιολόγησης και αποζημίωσης, καθώς και την ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων υγείας για τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων.

Ταυτόχρονα, η καινοτομία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μονοσήμαντα ως δαπάνη και άρα επιβάρυνση για το εθνικό σύστημα υγείας. Όταν αξιολογείται και στοχεύει κατάλληλα, αποτελεί επένδυση για το μέλλον – μια επένδυση που μπορεί να βελτιώσει τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, να μειώσει το ευρύτερο φορτίο των ασθενειών και να δημιουργήσει αξία για το σύστημα υγείας, την οικονομία και την κοινωνία.

Τελικά, ο στόχος θα πρέπει να είναι κοινός για όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς – την κυβέρνηση, τη βιομηχανία, τους επαγγελματίες υγείας και τις ενώσεις ασθενών: η οικοδόμηση ενός βιώσιμου οικοσύστηματος υγείας που θα επιτρέπει την έγκαιρη πρόσβαση στην καινοτομία, διασφαλίζοντας παράλληλα την υπεύθυνη και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.

Ποια είναι η παρουσία σήμερα της Merck στην Ελλάδα; Πόσα σκευάσματα εισάγει, μέσω ποιων καναλιών διανομής και ποιος είναι ο σχεδιασμός για την επόμενη μέρα, δηλαδή σε ποιες θεραπευτικές κατηγορίες θέλετε να επικεντρωθείτε;

Η Merck δραστηριοποιείται στην Ελλάδα εδώ και περισσότερες από πέντε δεκαετίες και σήμερα η τοπική μας παρουσία περιλαμβάνει τόσο τον τομέα της Υγείας όσο και τον τομέα
των Βιοεπιστημών.

Στον τομέα της Υγείας, διαθέτουμε ένα καθιερωμένο χαρτοφυλάκιο σε τομείς όπως η Ογκολογία, η Νευρολογία και η Ανοσολογία, η Γονιμότητα, η Ενδοκρινολογία και οι καρδιομεταβολικές παθήσεις, ενώ πιο πρόσφατα διευρύναμε την εστίασή μας και στους σπάνιους όγκους.
Στον τομέα της Βιοεπιστημών, υποστηρίζουμε τις επιστημονικές και ακαδημαϊκές κοινότητες και τη βιομηχανία με τεχνολογίες, προϊόντα και υπηρεσίες για την έρευνα και την ανάπτυξη βιοφαρμακευτικών προϊόντων.

Επιπλέον, στο πλαίσιο της δέσμευσής μας για την ενίσχυση της συνεργασίας με την τοπική βιομηχανία και τις επενδύσεις στην Ελλάδα, η Merck συνεργάζεται με έναν τοπικό παραγωγό για την εγχώρια παραγωγή ενός ευρέως χρησιμοποιούμενου φαρμάκου για τον διαβήτη. Η πρωτοβουλία αυτή αντικατοπτρίζει τη δέσμευσή μας να στηρίζουμε την ελληνική φαρμακευτική βιομηχανία, να ενισχύουμε τις τοπικές παραγωγικές δυνατότητες και να συμβάλλουμε στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης της χώρας.

Η στρατηγική μας για την Ελλάδα δεν περιορίζεται απλώς στην επέκταση του χαρτοφυλακίου μας. Στόχος μας είναι να καταστήσουμε τη χώρα μέρος του ευρύτερου οικοσύστηματος καινοτομίας της Merck. Αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσουμε να φέρνουμε ουσιαστική καινοτομία στους Έλληνες ασθενείς, να στηρίζουμε την επιστημονική συνεργασία και την κλινική έρευνα, καθώς και να διερευνούμε ευκαιρίες που μπορούν να συνδέσουν ακόμη περισσότερο την Ελλάδα με τις διεθνείς δυνατότητες και την τεχνογνωσία μας.

Κοιτάζοντας προς το μέλλον, βλέπουμε εξαιρετικές δυνατότητες, ιδίως σε εξειδικευμένους τομείς όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων της θεραπευτικής κατηγορίας των σπάνιων όγκων, διατηρώντας παράλληλα την ισχυρή μας δέσμευση στους καθιερωμένους θεραπευτικούς μας τομείς.

Αν και έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην ανάπτυξη των κλινικών μελετών στην Ελλάδα υπάρχουν πάντα περιθώρια βελτίωσης. Ποια είναι αυτά κατά τη γνώμη σας και ποια είναι η παρουσία της εταιρείας στον συγκεκριμένο τομέα στην εσωτερική αγορά;

Η Ελλάδα έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο στην κλινική έρευνα και διαθέτει σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: άρτια καταρτισμένους επαγγελματίες υγείας, ισχυρή επιστημονική τεχνογνωσία, έμπειρα κλινικά κέντρα και ένα οικοσύστημα υγείας με προοπτικές ανάπτυξης.

Η επόμενη πρόκληση είναι να μετατρέψουμε αυτά τα πλεονεκτήματα σε πράξεις με μεγαλύτερη ταχύτητα και προβλεψιμότητα και σε μία ευρύτερη κλίμακα. Η κλινική έρευνα γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο, καθώς οι χώρες ανταγωνίζονται για την προσέλκυση των ίδιων μελετών, επενδύσεων και επιστημονικών ευκαιριών. Ως εκ τούτου, η απλοποίηση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών, η μείωση στους χρόνους σύναψης συμβάσεων και ενεργοποίησης των ερευνητικών κέντρων, καθώς και η ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ νοσοκομείων, ερευνητικών ιδρυμάτων, αρμόδιων αρχών και της βιομηχανίας, είναι απαραίτητες.

Υπάρχει επίσης η δυνατότητα να διασφαλιστεί ότι τα διαθέσιμα κίνητρα για την κλινική έρευνα επηρεάζουν ουσιαστικά τις αποφάσεις για διεθνείς επενδύσεις. Θα πρέπει να αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται και οργανώνεται στην πράξη η παγκόσμια κλινική έρευνα, ώστε οι επενδύσεις σε έρευνα που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα να αναγνωρίζονται και να ενθαρρύνονται αποτελεσματικά.

Ταυτόχρονα, οι κανονιστικές απαιτήσεις πρέπει να παραμένουν αναλογικές προς τη φύση και τον κίνδυνο κάθε ερευνητικής δραστηριότητας. Περαιτέρω απλοποίηση, ιδιαίτερα για έρευνα χαμηλής παρέμβασης, θα μπορούσε να διευκολύνει την υποστήριξη επιστημονικών ιδεών που αναπτύσσονται τοπικά, καθώς και μελετών με πρωτοβουλία των ίδιων των ερευνητών, διατηρώντας πάντοτε τα υψηλότερα πρότυπα προστασίας των ασθενών και επιστημονικής ποιότητας.

Ένας ακόμη σημαντικός καταλύτης είναι η διαθεσιμότητα και η αποτελεσματική αξιοποίηση δεδομένων υγείας υψηλής ποιότητας και μητρώων ασθενών. Τα καλύτερα δεδομένα μπορούν να διευκολύνουν τον εντοπισμό επιλέξιμων πληθυσμών ασθενών, να βελτιώσουν την αξιολόγηση εφικτότητας των μελετών και να καταστήσουν την Ελλάδα ολοένα και πιο ελκυστική για τη διεθνή κλινική έρευνα.

Στη Merck, θέλουμε να συμβάλουμε ενεργά σε αυτήν την εξέλιξη. Η φιλοδοξία μας είναι να αξιοποιήσουμε τις παγκόσμιες ερευνητικές μας δυνατότητες για να αυξήσουμε τη συμμετοχή της Ελλάδας στην καινοτόμο κλινική ανάπτυξη, συνεργαζόμενοι στενά με Έλληνες ερευνητές, νοσοκομεία και την επιστημονική κοινότητα.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι στο παγκόσμιο οικοσύστημα υγείας οι κλινικές δοκιμές δεν έχουν μόνο μία διάσταση, την αμιγώς επιστημονική. Παρέχουν στους ασθενείς πρώιμη πρόσβαση στην καινοτομία, ενισχύουν την τεχνογνωσία των επαγγελματιών υγείας και των ερευνητικών κέντρων και προσελκύουν επενδύσεις στη χώρα. Ως εκ τούτου, η δημιουργία ενός ταχύτερου, πιο προβλέψιμου και διεθνώς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος κλινικής έρευνας μπορεί να δημιουργήσει σημαντική αξία για τους ασθενείς, το σύστημα υγείας και την ελληνική οικονομία.

Μολονότι στον Υγεία έχουν γίνει σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού και βελτίωσης, ωστόσο η κατάσταση πολλές φορές χωλαίνει από τις αναίτιες καθυστερήσεις στην εφαρμογή υπουργικών αποφάσεων (π.χ. βιοδείκτες) . Αν συμφωνείτε με αυτή μου την τοποθέτηση, τι πρέπει να αλλάξει;

Η πραγματική ευκαιρία για το ελληνικό σύστημα υγείας σήμερα είναι να περάσει από μεμονωμένες μεταρρυθμίσεις σε ένα πιο ολοκληρωμένο και συνεκτικά εφαρμοσμένο μοντέλο φροντίδας. Σημαντικά δομικά στοιχεία έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή, ιδίως στον τομέα της ψηφιακής υγείας, της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και των υποδομών δεδομένων υγείας. Η επόμενη πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι όλα αυτά τα στοιχεία λειτουργούν αποτελεσματικά μεταξύ τους και μεταφράζονται σε ταχύτερη πρόσβαση για τους ασθενείς.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε τομείς όπως η ιατρική ακριβείας, όπου η πρόσβαση σε μια καινοτόμο θεραπεία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την έγκαιρη πρόσβαση στην κατάλληλη διαγνωστική εξέταση ή στον κατάλληλο βιοδείκτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το φάρμακο και η αντίστοιχη διαγνωστική διαδρομή πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέρος της ίδιας διαδρομής του ασθενούς και όχι μέσα από ξεχωριστές και ασύνδετες διαδικασίες.

Γενικότερα, η μεγαλύτερη προβλεψιμότητα είναι απαραίτητη. Τα σαφή χρονοδιαγράμματα, ο ενισχυμένος συντονισμός μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και η καλύτερη ευθυγράμμιση μεταξύ αξιολόγησης, αποζημίωσης και εφαρμογής μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των περιττών καθυστερήσεων. Παράλληλα, η καλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων από την πραγματική κλινική πρακτική και των μητρώων ασθενών μπορεί να υποστηρίξει πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις, να μας επιτρέψει να μετράμε τα αποτελέσματα και να βοηθήσει στην κατανομή των πόρων εκεί όπου δημιουργούν τη μεγαλύτερη αξία.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο εκσυγχρονισμός της υγειονομικής περίθαλψης αφορά τελικά τη σύνδεση όλων αυτών των στοιχείων. Όταν οι ψηφιακές υποδομές, τα διαγνωστικά εργαλεία, τα φάρμακα και οι διαδικασίες αποζημίωσης λειτουργούν ως μέρος ενός ολοκληρωμένου συστήματος, μπορούμε να φέρουμε την καινοτομία στους ασθενείς ταχύτερα, καθιστώντας παράλληλα τη δαπάνη για την υγεία πιο στοχευμένη και βιώσιμη.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Δημογραφικό – ημερίδα iatronet: Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, η στήριξη της οικογένειας και η ανάγκη για μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική

Η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα, η ενίσχυση της γονιμότητας και η ουσιαστική στήριξη της οικογένειας βρέθηκαν στο επίκεντρο των τοποθετήσεων ειδικών από τον χώρο της ιατρικής, της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, του δικαίου και της κοινωνικής δράσης. Οι ομιλητές ανέδειξαν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για παρεμβάσεις που θα συνδυάζουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, την ενημέρωση, την επιστημονική έρευνα και τη δημιουργία υποδομών για τη στήριξη των νέων οικογενειών.

Ο Στέφανος Χανδακάς, Πρόεδρος και Ιδρυτής της HOPEgenesis, Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου ΥΓΕΙΑ του HHG Group, Αναπληρωτής Καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος και Ιατρός Αναπαραγωγής, αναφέρθηκε στην ανάγκη αύξησης των γεννήσεων στην Ελλάδα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ακριτικές και νησιωτικές περιοχές, όπου παρατηρείται σημαντική μείωση των γεννήσεων και περιορισμένη πρόσβαση των κατοίκων σε υπηρεσίες υγείας. Όπως σημείωσε, κρίσιμη παρέμβαση αποτελεί η υποστήριξη των εγκύων γυναικών μέσω συστημάτων τηλεϊατρικής, ώστε να αντιμετωπιστούν οι γεωγραφικές ανισότητες στην παροχή φροντίδας.

Παράλληλα, παρουσίασε την επέκταση του οργανωτικού προγράμματος της HOPEgenesis, το οποίο, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, από 12 περιοχές στην Ελλάδα έχει επεκταθεί σε περίπου 400 περιοχές, παρέχοντας σημαντική υποστήριξη. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα έργα υποδομής που συμβάλλουν στη στήριξη της οικογένειας, όπως η δημιουργία παιδικών σταθμών σε νησιά, χώροι άθλησης, μαθήματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και προγράμματα υποτροφιών. Οι δράσεις αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσέγγιση που συνδέει την ενίσχυση των γεννήσεων με τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την ενδυνάμωση των τοπικών κοινωνιών.

Ο Κωνσταντίνος Πάντος, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Ειδικός Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, Πρόεδρος της Κλινικής ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΘΗΝΩΝ και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής, εστίασε στις αλλαγές που έχουν σημειωθεί στις αντιλήψεις της κοινωνίας γύρω από την τεκνοποίηση και τη γονιμότητα. Αναφέρθηκε στην ανάγκη να εξεταστεί το ζήτημα της ηλικίας κατά την οποία οι άνθρωποι αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδί, καθώς και στον δείκτη γονιμότητας, επισημαίνοντας ότι οι κοινωνικές αντιλήψεις έχουν μεταβληθεί σημαντικά.

Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, τα επιδόματα από μόνα τους δεν επαρκούν για να ανατρέψουν την πορεία του δημογραφικού προβλήματος, καθώς η ανθρώπινη αναπαραγωγή διέπεται και από βιολογικούς περιορισμούς. Ο κ. Πάντος υπογράμμισε, επίσης, τη σημασία της ενημέρωσης του κοινού, προτείνοντας την ένταξη εκστρατειών ευαισθητοποίησης και γνώσης στον δημόσιο διάλογο, ώστε οι πολίτες να έχουν πληρέστερη εικόνα για τη γονιμότητα και τους παράγοντες που επηρεάζουν τον οικογενειακό προγραμματισμό.

Στην ανάγκη για μια ολοκληρωμένη και διεπιστημονική προσέγγιση της γονιμότητας αναφέρθηκε ο Νικόλαος Δ. Πετρογιάννης, MD, PhD, MSc, Γυναικολόγος-Μαιευτήρας, Ειδικός Αναπαραγωγής, Διευθυντής της Μονάδας Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής του Ν.Ν.Α. και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Μαιευτικής και Γυναικολογικής Εταιρείας (Ε.Μ.Γ.Ε.). Ο ίδιος παρουσίασε το έργο της Μονάδας, τονίζοντας ότι καταβάλλεται εντατική διεπιστημονική προσπάθεια για τη λειτουργία μιας ολοκληρωμένης διακλαδικής δομής, με στόχο την ολιστική αντιμετώπιση των ζητημάτων γονιμότητας.

Όπως ανέφερε, βασικοί άξονες της λειτουργίας της Μονάδας είναι η ποιότητα και η ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών, η απλοποίηση των διαδικασιών, η προετοιμασία των πολιτών για τη γονεϊκότητα μέσω ειδικών μαθημάτων, η ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας και της επιστημονικής εξέλιξης, καθώς και η παραγωγή εθνικού και κοινωνικού έργου. Παράλληλα, σημείωσε την ανάγκη ενίσχυσης της επιστημονικής ομάδας με την παρουσία γενετιστή, προκειμένου να καλύπτονται πληρέστερα οι ανάγκες μιας σύγχρονης μονάδας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η Ισμήνη Κριάρη, Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου και Πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ΕΑΙΥΑ), αναφέρθηκε στη θέση της Ελλάδας στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επισημαίνοντας ότι η χώρα βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και προσελκύει ενδιαφερόμενους από πολλές περιοχές του κόσμου. Όπως ανέφερε, το 2025 γεννήθηκαν στην Ελλάδα 1.700 παιδιά από αλλοδαπούς, ενώ σημαντικός αριθμός ανθρώπων από το εξωτερικό επιλέγει τη χώρα για υπηρεσίες ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η κ. Κριάρη έθεσε, επίσης, ζητήματα που αφορούν την ανάγκη χρήσης γεννητικού υλικού από το εξωτερικό, όπως σπέρμα και ωάρια, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διερεύνησης των λόγων για τους οποίους καταγράφεται αυξημένη ζήτηση ξένου σπέρματος. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη να αποσαφηνιστούν τα επιστημονικά και θεσμικά όρια καταλληλότητας του γεννητικού υλικού, καθώς και να υπάρξει συστηματική ενημέρωση και διάχυση της γνώσης γύρω από τα ζητήματα αυτά.

Στο πλαίσιο της παρέμβασής της, ανέδειξε τη σημασία της συμμετοχής της Βουλής στη διαμόρφωση πολιτικών για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και το δημογραφικό, επισημαίνοντας ότι τα συγκεκριμένα θέματα δεν αφορούν αποκλειστικά την εκάστοτε κυβέρνηση. Όπως υποστήριξε, το δημογραφικό αποτελεί πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα που απαιτεί ευρύτερη θεσμική αντιμετώπιση και κομματική συναίνεση, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.

Τέλος, η δικηγόρος κ. Σοκάρδου, μέσα από τη δική της μαρτυρία, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η γενιά της σε σχέση με την απόκτηση παιδιού. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, πρόκειται για μια γενιά που έχει βιώσει αποτρεπτικές εμπειρίες, οι οποίες συνδέονται με την καθυστέρηση της τεκνοποίησης. Η προσωπική αυτή διάσταση ανέδειξε τη σημασία της κατανόησης των κοινωνικών και πρακτικών εμποδίων που επηρεάζουν τις αποφάσεις των ανθρώπων για τη δημιουργία οικογένειας.

Οι τοποθετήσεις των ομιλητών ανέδειξαν τις πολλαπλές διαστάσεις του δημογραφικού ζητήματος, από την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή έως την ενημέρωση, την επιστημονική έρευνα και τις κοινωνικές υποδομές.

Η ενίσχυση της οικογένειας και η αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας προϋποθέτουν συνδυασμό πολιτικών και δράσεων, με συμμετοχή της Πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας, καθώς και έναν ευρύτερο διάλογο για τις συνθήκες υπό τις οποίες οι πολίτες επιλέγουν να αποκτήσουν παιδιά.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Δημογραφικό – ημερίδα iatronet: Μειώνονται οι γεννήσεις, γερνά ο πληθυσμός και διευρύνονται οι κοινωνικές ανισότητες

Με μελανά χρώματα περιέγραψαν οι ομιλητές τις δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας τη μείωση των γεννήσεων, τη γήρανση του πληθυσμού και τις χωρικές ανισότητες, κατά τη διάρκεια της ημερίδας «Υπογεννητικότητα & Οικογένεια: Συνθέτοντας Λύσεις για το Δημογραφικό Πρόβλημα».

Στην ένταση του δημογραφικού προβλήματος και στις επιπτώσεις του για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας αναφέρθηκε ο καθηγητής Κοινωνικής Δημογραφίας και Στατιστικής Κώστας Ρόντος. Όπως ανέφερε, το 2023 καταγράφηκαν περίπου 71.500 γεννήσεις, ενώ το 2025 ο αριθμός τους μειώθηκε κάτω από τις 66.000. Την ίδια περίοδο, το ισοζύγιο μετανάστευσης ήταν θετικό, χωρίς ωστόσο να ανακόψει τις ευρύτερες δημογραφικές πιέσεις.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ηλικία απόκτησης του πρώτου παιδιού, η οποία παρουσιάζει διαχρονική αύξηση. Από τα 24,2 έτη το 1980, έφτασε στα 31,1 έτη το 2021 και περίπου στα 32 έτη το 2024. Η καθυστέρηση στην απόκτηση παιδιών αποτελεί μία από τις παραμέτρους που συνδέονται με τις εξελίξεις στη γονιμότητα και τη διαμόρφωση της οικογενειακής ζωής.

Χωρικές ανισότητες και γήρανση του πληθυσμού

Στη δημογραφική γήρανση και στις διαφοροποιήσεις που καταγράφονται μεταξύ των περιοχών της χώρας, αναφέρθηκε η Καθηγήτρια Δημογραφίας, στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αλεξάνδρα Τραγάκη, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο γερασμένες χώρες. Όπως τόνισε, η εικόνα της χώρας αποκαλύπτει τη χωρική διάσταση των δημογραφικών αλλαγών, καθώς μόλις τέσσερις περιφερειακές ενότητες διαθέτουν δυναμική δημογραφικής ανάπτυξης.

Η δημογραφική συρρίκνωση, σύμφωνα με την τοποθέτησή της, συνδέεται και με την αποδυνάμωση των υποδομών, δημιουργώντας σε αρκετές περιοχές αίσθηση παρακμής και εγκατάλειψης. Σε αυτό το περιβάλλον, όπως ανέφερε, ενισχύονται ο θυμός και η ανασφάλεια, ενώ διαμορφώνεται ένας νέος χάρτης ανισοτήτων.

Στάθηκε επίσης στις ανισότητες που αφορούν το κόστος κατοικίας αναδεικνύοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στις συνθήκες στέγασης, τις οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών και τις προοπτικές δημιουργίας οικογένειας.

Στο επίκεντρο η στήριξη της οικογένειας και της κατοικίας

Την ανάγκη για συγκεκριμένες παρεμβάσεις με στόχο την ενίσχυση των οικογενειών και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της στεγαστικής κρίσης ανέδειξε ο Γενικός Γραμματέας Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής. κ. Κωνσταντίνος Γλούμης Ατσαλάκης.

Μεταξύ των προτάσεων που τέθηκαν, περιλαμβάνονται ένα πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών, η αξιοποίηση και ενίσχυση προγραμμάτων όπως το «Εξοικονομώ», καθώς και η στήριξη των φοιτητών. Παράλληλα, επισημάνθηκε η σημασία της ευρύτερης στήριξης των οικογενειών, αλλά και της υλοποίησης εκστρατείας ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για το δημογραφικό ζήτημα.

Οι τοποθετήσεις των ομιλητών ανέδειξαν την ανάγκη για συνδυασμό πολιτικών που θα αντιμετωπίζουν τις δημογραφικές εξελίξεις, τις κοινωνικές και χωρικές ανισότητες, αλλά και τις συνθήκες που επηρεάζουν τις αποφάσεις των πολιτών για τη δημιουργία οικογένειας.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Μόριο αίματος προβλέπει πόσο γρήγορα θα εξελιχθεί η ALS

Η ALS ή νόσος του Lou Gehrig χαρακτηρίζεται από τρομερά, προοδευτικά επιδεινούμενα συμπτώματα και χωρίς θεραπεία. Ωστόσο, μια ομάδα ερευνητών στην Ιαπωνία λέει ότι μπορεί να βρήκε μια πιθανή πορεία προς νέες θεραπευτικές επιλογές και ξεκίνησε με κάτι τόσο συνηθισμένο όσο ένα δείγμα αίματος. Η νέα τους εργασία υποδεικνύει μια ένωση που επιβράδυνε την εξέλιξη της ALS όταν δοκιμάστηκε σε ποντίκια και η πορεία προς αυτήν ξεκίνησε με ένα παράξενο μοτίβο που κρυβόταν στο αίμα των ασθενών.

Η ALS βλάπτει τα νευρικά κύτταρα που ελέγχουν την κίνηση των μυών. Με την πάροδο του χρόνου, οι ασθενείς χάνουν τη μυϊκή τους δύναμη και τελικά την ικανότητα να κινούνται, να καταπίνουν και να αναπνέουν μόνοι τους.

Δεν υπάρχει θεραπεία και οι τρέχουσες θεραπείες επιβραδύνουν μόνο μέτρια την ασθένεια για τους περισσότερους ασθενείς. Οι γιατροί έχουν επίσης παρατηρήσει ότι οι ασθενείς με ALS συχνά καίνε θερμίδες ασυνήθιστα γρήγορα και αναπτύσσουν προβλήματα σακχάρου στο αίμα ακόμη και πριν εμφανιστούν τα κύρια συμπτώματα, γεγονός που υποδηλώνει ότι κάτι δεν πάει καλά με τον μεταβολισμό του σώματος πολύ πέρα ​​από τα ίδια τα νεύρα. Αυτό το υπόβαθρο βοήθησε στην απόφαση αυτής της ερευνητικής ομάδας να εμβαθύνει στη χημεία του αίματος των ασθενών.

Αυτή η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό JCI Insight, λειτούργησε αντίστροφα με έναν έξυπνο τρόπο. Αντί να ξεκινήσουν με ένα φάρμακο και να το δοκιμάσουν σε ασθενείς, οι ερευνητές ξεκίνησαν με σήματα που υπήρχαν ήδη στο αίμα ατόμων που ζούσαν με ALS και στη συνέχεια χρησιμοποίησαν αυτά τα στοιχεία για να καθοδηγήσουν την αναζήτηση ενώσεων που άξιζαν να δοκιμαστούν.

Υψηλότερα επίπεδα ενός μορίου αίματος

Οι ερευνητές συνέκριναν δείγματα αίματος από ασθενείς με ALS των οποίων η νόσος εξελισσόταν γρήγορα με δείγματα από ασθενείς των οποίων η νόσος εξελισσόταν πιο αργά. Μία ομάδα μορίων ξεχώρισε: Οι Ν-ακυλοταυρίνες ή NAT, εμφανίστηκαν σε υψηλότερα επίπεδα σε ασθενείς με ταχύτερα εξελισσόμενη νόσο, και αυτά τα επίπεδα παρακολουθούνταν στενά τόσο με την ταχύτερη λειτουργική παρακμή όσο και με τη μικρότερη επιβίωση.

Εδώ είναι που η ιστορία γίνεται λίγο αντιφατική. Υψηλότερα επίπεδα NAT παρατηρήθηκαν με χειρότερη ασθένεια, αλλά οι ερευνητές κατέληξαν να υποψιάζονται ότι η αύξηση δεν ήταν το ίδιο το πρόβλημα.

Τα NAT ανήκουν σε ένα δίκτυο σηματοδότησης στο σώμα που ονομάζεται διευρυμένο ενδοκανναβινοειδές σύστημα και η θεωρία της ομάδας είναι ότι η αύξηση μπορεί να είναι η προσπάθεια του σώματος να αντισταθεί στην ασθένεια, μια αντισταθμιστική απόκριση που απλά δεν είναι αρκετά ισχυρή από μόνη της. Αυτή η ιδέα, αντί να αντιμετωπίζονται τα NAT ως ένας απλός κακός, διαμόρφωσε όλα όσα ακολούθησαν.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/