Εκτιμήσεις κινδύνου με βάση τη γονιδιωματική για την πρόβλεψη της άνοιας

Οι γενετικοί και οι κλινικοί παράγοντες κινδύνου – όταν συνδυαστούν σε ένα ενιαίο προφίλ κινδύνου βασισμένο στη γονιδιωματική – μπορούν να βοηθήσουν στην πρόβλεψη του ποιοι θα εξελιχθούν από φυσιολογική σκέψη (CU) ή ήπια γνωστική διαταραχή (MCI) σε άνοια. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από το National Alzheimer’s Coordinating Center (NACC) και το Alzheimer’s Disease Neuroimaging Initiative (ADNI), οι ερευνητές δημιούργησαν ένα μοντέλο κινδύνου που συνδύαζε κλινικές βαθμολογίες (τροποποιημένο CAIDE, mCAIDE), οικογενειακό ιστορικό, γονότυπο APOE, σπάνιες μεταλλάξεις της νόσου Alzheimer και πολυγονιδιακές βαθμολογίες κινδύνου (Polygenic Risk Scores, PRS).

«Μεταξύ 3.429 ενηλίκων, το 81% είχε τουλάχιστον έναν από αυτούς τους δείκτες υψηλού κινδύνου, με το οικογενειακό ιστορικό και το APOE ε4 να είναι τα συχνότερα. Τα στατιστικά μοντέλα έδειξαν σαφή τάση: κάθε πρόσθετος παράγοντας αύξανε τον κίνδυνο άνοιας κατά 34%, ενώ άτομα με τέσσερις δείκτες είχαν πενταπλάσιο κίνδυνο από όσους δεν είχαν κανέναν. Συνολικά, η μελέτη δείχνει ότι οι γονιδιωματικά ενημερωμένοι υπολογισμοί κινδύνου μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό ατόμων υψηλότερου κινδύνου νωρίτερα και να υποστηρίξουν πιο εξατομικευμένες στρατηγικές υγείας του εγκεφάλου», αναφέρει ο κ. Σπύρος Ευθυμιόπουλος Καθηγητής Νευροβιολογίας, Τμήμα Βιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και προσθέτει:

Γιατί έχει σημασία ο ολοκληρωμένος υπολογισμός κινδύνου άνοιας

Καθώς η νόσος Alzheimer γίνεται ολοένα και πιο συχνή και οι τρέχουσες θεραπείες παραμένουν περιορισμένες, η έγκαιρη πρόληψη αποκτά αυξανόμενη σημασία. Το άρθρο υπογραμμίζει τους γονιδιωματικά ενημερωμένους υπολογισμούς κινδύνου ως ένα υποσχόμενο εργαλείο που συνδέει τη μακροχρόνια γενετική προδιάθεση με τους καθημερινούς, τροποποιήσιμους παράγοντες υγείας. Τα παραδοσιακά κλινικά εργαλεία κινδύνου εστιάζουν κυρίως σε παράγοντες τρόπου ζωής, καρδιαγγειακής υγείας και κοινωνικών συνθηκών, ενώ τα γενετικά εργαλεία επικεντρώνονται σε κληρονομούμενες μεταλλάξεις, τον γονότυπο APOE ή σε ευρύτερα γενετικά μοτίβα. Συνδυάζοντας και τις δύο κατηγορίες πληροφοριών σε ένα ενιαίο προφίλ, η μελέτη επιδιώκει να αποτυπώσει μια πληρέστερη εικόνα – τόσο της βιολογικής ευαλωτότητας με την οποία γεννιόμαστε όσο και των παραγόντων κινδύνου που συσσωρεύουμε στη διάρκεια της ζωής.

Ποιοι συμμετείχαν και πόσο συχνοί ήταν οι παράγοντες κινδύνου

Η μελέτη περιέλαβε ηλικιωμένους ενήλικες από το NACC και το ADNI, με μέση ηλικία 75 ετών, και τους παρακολούθησε επί σχεδόν έξι χρόνια. Οι συμμετέχοντες του NACC ήταν συχνότερα γνωστικά ακέραιοι, ενώ το ADNI περιελάμβανε περισσότερα άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή. Και στις δύο ομάδες, ο συχνότερος παράγοντας κινδύνου ήταν το οικογενειακό ιστορικό (56%), ακολουθούμενο από το APOE ε4 (36%), υψηλές βαθμολογίες mCAIDE (34%) και υψηλό πολυγονιδιακό κίνδυνο (11%). Κανένας δεν έφερε σπάνιες μονογονιδιακές μεταλλάξεις Alzheimer, κάτι αναμενόμενο, καθώς αυτές είναι ασυνήθιστες ακόμη και σε εξειδικευμένες κλινικές μνήμης. Συνολικά, μόνο περίπου 20% των συμμετεχόντων δεν είχε κανέναν παράγοντα κινδύνου, ενώ περίπου 80% είχε έναν ή περισσότερους, δείχνοντας ότι τα άτομα που παρακολουθούνται σε αυτές τις κλινικές τείνουν να έχουν υψηλή βασική-βιολογική ευαλωτότητα.

Πώς προστίθεται ο κίνδυνος: Το μοτίβο «δόσης – απόκρισης»

Κεντρικό εύρημα της μελέτης είναι η σταδιακή, βήμα-βήμα αύξηση του κινδύνου άνοιας καθώς ενσωματώνονται περισσότεροι δείκτες. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι κάθε πρόσθετος παράγοντας αυξάνει τον κίνδυνο κατά 34%. Σε ομαδοποιημένη ανάλυση, άτομα με τέσσερις δείκτες είχαν πενταπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με άτομα χωρίς κανέναν. Όσοι είχαν δύο ή τρεις δείκτες εμφάνιζαν επίσης σημαντικά υψηλότερους κινδύνους—83% και 105% αντίστοιχα. Οι καμπύλες επιβίωσης έδειξαν ότι άτομα με περισσότερους δείκτες επιδεινώνονταν ταχύτερα με την πάροδο του χρόνου. Αυτά τα μοτίβα δείχνουν ότι η συνολική δέσμη γενετικών και κλινικών παραγόντων παρέχει ισχυρότερη προγνωστική ισχύ από την εστίαση σε έναν μόνο παράγοντα. Η προσέγγιση αυτή εναρμονίζεται με την ιδέα ότι η νόσος Alzheimer αναπτύσσεται μέσω ενός συνδυασμού κληρονομικής ευπάθειας και εκθέσεων στη διάρκεια της ζωής.

Συσχέτιση ευρημάτων με ευρύτερα μοντέλα της νόσου Alzheimer

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η νόσος Alzheimer δεν είναι μια ενιαία κατάσταση, αλλά ένα σύνολο αλληλοεπικαλυπτόμενων οδών—αυτοσωματικά επικρατής τύπος, τύπος καθοδηγούμενος από APOE, και τύποι ανεξάρτητοι από APOE – διαμορφωμένων από γενετικούς και βιολογικούς-εγκεφαλικές παράγοντες. Η μελέτη δείχνει ότι το συνολικό φορτίο κινδύνου προβλέπει την εξέλιξη σε άνοια και ενισχύει την ιδέα ότι η Alzheimer προκύπτει από πολλαπλές αλληλεπιδρώσες δυνάμεις και όχι από μία μόνο αιτία. Οι γονιδιωματικά ενημερωμένες αξιολογήσεις κινδύνου μπορεί επομένως να βοηθήσουν τους κλινικούς να μεταφράσουν αυτές τις θεωρητικές διακρίσεις σε πρακτικές στρατηγικές για τη φροντίδα των ασθενών.

Κλινικές και προληπτικές επιπτώσεις: Μια σταδιακή στρατηγική

Οι συγγραφείς προτείνουν μια σταδιακή εφαρμογή αυτών των εργαλείων. Οι γονιδιωματικά ενημερωμένες αξιολογήσεις θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται στη μέση ενήλικη ζωή ή στην πρώιμη τρίτη ηλικία για τον εντοπισμό ατόμων με υψηλότερη εγγενή ευαλωτότητα. Αυτά τα άτομα θα μπορούσαν στη συνέχεια να υποβάλλονται σε ελέγχους βιοδεικτών αίματος, οι οποίοι σήμερα μπορούν να ανιχνεύουν πρώιμες αλλοιώσεις σχετιζόμενες με Alzheimer. Πιο επεμβατικές ή ακριβές εξετάσεις – όπως μέτρηση εγκεφαλονωτιαίου υγρού ή PET – θα μπορούσαν να προορίζονται για όσους εμφανίζουν αποκλίσεις στους βιοδείκτες. Αυτή η δομή παραλληλίζει πρακτικές από την καρδιολογία, όπου η εξατομικευμένη γενετική πληροφόρηση έχει αποδειχθεί ότι υποστηρίζει υγιέστερες συμπεριφορές. Η μελέτη υποδηλώνει ότι η σαφής και εξατομικευμένη επικοινωνία του κινδύνου άνοιας μπορεί να ενθαρρύνει ανάλογες αλλαγές προς όφελος της γνωστικής υγείας.

Επίσης η μελέτη δείχνει ότι ο συνδυασμός γενετικών και κλινικών πληροφοριών σε μια γονιδιωματικά ενημερωμένη αξιολόγηση κινδύνου άνοιας μπορεί να βοηθήσει στη σαφέστερη αναγνώριση των ατόμων που είναι πιο ευάλωτα σε μελλοντική γνωστική έκπτωση. Με περίπου 80% των συμμετεχόντων να φέρουν τουλάχιστον έναν παράγοντα κινδύνου—και με ένα έντονο μοτίβο «δόσης – απόκρισης» που συνδέει περισσότερους δείκτες με υψηλότερα ποσοστά άνοιας—τα ευρήματα υποστηρίζουν τη χρήση πολυπαραγοντικών προφίλ κινδύνου για έγκαιρο εντοπισμό και πιο εξατομικευμένη φροντίδα.

«Στην πράξη, αυτό θα μπορούσε να καθοδηγήσει ένα σταδιακό μοντέλο, στο οποίο οι γονιδιωματικά ενημερωμένες αξιολογήσεις εντοπίζουν άτομα που μπορεί να ωφεληθούν από στοχευμένη υποστήριξη τρόπου ζωής, στενότερη παρακολούθηση ή προτεραιοποίηση για εξετάσεις βιοδεικτών. Συνολικά, η μελέτη αποτελεί ένα πρώιμο αλλά σημαντικό βήμα προς στρατηγικές πρόληψης προσανατολισμένες στην ακρίβεια, οι οποίες στοχεύουν στην επιβράδυνση ή μείωση της εμφάνισης άνοιας μέσω εξατομικευμένων προσεγγίσεων υποστήριξης της υγείας του εγκεφάλου» καταλήγει ο κ. Ευθυμιόπουλος.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Ξεκινά μελέτη για τη μεταφυματιώδη πνευμονική νόσο (PTLD)

Η μελέτη ASTRA είναι μια διεθνής ερευνητική πρωτοβουλία που ασχολείται με τη μεταφυματιώδη πνευμονική νόσο (PTLD). Στόχος αυτής της μελέτης είναι να διερευνήσει τις επιπτώσεις της PTLD στην υγεία των επιζώντων της φυματίωσης στην Αλβανία και να αναπτύξει λύσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.

Η μεταφυματιώδης πνευμονοπάθεια είναι μια συχνή, αλλά συχνά υποτιμημένη συνέπεια της φυματίωσης. Παγκοσμίως, περίπου 200.000 άνθρωποι έχουν επιβιώσει από τη φυματίωση, αλλά πολλοί από αυτούς υποφέρουν από μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία τους, οι οποίες οφείλονται στη βλάβη των πνευμόνων κατά τη διάρκεια της φυματίωσης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου το 50% των επιζώντων αναπτύσσουν μόνιμη μείωση της σωματικής τους ικανότητας και πάσχουν από χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις. Αυτή η δευτερογενής πάθηση αποτελεί σοβαρή πρόκληση για την υγεία και συχνά επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής.

Η μελέτη ASTRA διεξάγεται υπό την καθοδήγηση του Δρ Thomas Brehm, του διεθνούς διευθυντή της μελέτης από το Ερευνητικό Κέντρο Borstel και το Πανεπιστημιακό Κλινικό Κέντρο Eppendorf (UKE) του Αμβούργου.

Η μελέτη υποστηρίζεται από το κέντρο μελετών του Ερευνητικού Κέντρου Borstel, υπό την καθοδήγηση του Δρ Niklas Köhler.

Σε συνεργασία με γιατρούς του Εθνικού Νοσοκομείου Πνευμονικών Παθήσεων στα Τίρανα, η ομάδα του FZB θα υλοποιήσει τη μελέτη στην Αλβανία.

Μέλος της ερευνητικής ομάδας είναι ο Irdi Tashi, ένας Αλβανός φοιτητής ιατρικής στη Γερμανία, ο οποίος διακόπτει τις σπουδές του για ένα έτος, προκειμένου να συλλέξει δεδομένα στα Τίρανα για τη διδακτορική του διατριβή σχετικά με την PTLD.

Η επιστημονική επίβλεψη του Irdi Tashi γίνεται από τον διδακτορικό του σύμβουλο, τον καθηγητή Christoph Lange, ιατρικό διευθυντή στο Ερευνητικό Κέντρο Borstel.

“Αν και η φυματίωση παραμένει μια από τις πιο συχνές μολυσματικές ασθένειες παγκοσμίως, πολλοί ασθενείς επιβιώνουν από την οξεία φάση, μόνο για να αντιμετωπίσουν στη συνέχεια τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, οι οποίες συχνά δεν διαγιγνώσκονται ή αντιμετωπίζονται επαρκώς”, εξηγεί ο Irdi Tashi.

“Με αυτή τη μελέτη, δεν θέλουμε μόνο να κατανοήσουμε καλύτερα την έκταση της PTLD στην Αλβανία, αλλά και να ευαισθητοποιήσουμε το κοινό σχετικά με τη σημασία της εστίασης στη μακροπρόθεσμη φροντίδα των επιζώντων της φυματίωσης”.

Η Αλβανία εξακολουθεί να πλήττεται σοβαρά από τη φυματίωση και μέχρι σήμερα δεν έχουν καταγραφεί συστηματικά τα ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των ατόμων που πάσχουν από PTLD στη χώρα.

Η μελέτη ASTRA είναι η πρώτη ολοκληρωμένη έρευνα για αυτή την ασθένεια στην Αλβανία. Στόχος είναι να τεκμηριωθούν τόσο οι ιατρικές όσο και οι κοινωνικές επιπτώσεις της PTLD και να αναπτυχθούν στοχευμένες δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών που πάσχουν από αυτή.

Τα αποτελέσματα της μελέτης δεν είναι σημαντικά μόνο για την Αλβανία, αλλά θα μπορούσαν επίσης να χρησιμεύσουν ως πρότυπο για άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις στην περίθαλψη μετά τη φυματίωση.

Η μελέτη ASTRA έχει τη δυνατότητα να στρέψει την διεθνή προσοχή στην PTLD και να προωθήσει καινοτόμες λύσεις για την υποστήριξη των ασθενών που πάσχουν από την ασθένεια σε όλο τον κόσμο.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

JAMA: Η ευεξία των νοσοκομειακών γιατρών σχετίζεται άμεσα με επαρκές νοσηλευτικό προσωπικό και διεπιστημονική ομαδική εργασία.

Διατομεακή μελέτη που δημοσιεύεται στο έγκυρο ιατρικό περιοδικό JAMA (κλικ εδώ) και πραγματοποιήθηκε σε 21.396 γιατρούς και νοσηλευτές έδειξε πως οι δείκτες κακής ευεξίας ήταν υψηλοί μεταξύ των γιατρών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα των γιατρών ήταν καλύτερα σε νοσοκομεία με επαρκές νοσηλευτικό προσωπικό, περιβάλλοντα υποστηρικτικής φροντίδας και αποτελεσματική διεπιστημονική ομαδική εργασία.

Τα ευρήματα αυτής της μελέτης υποδηλώνουν ότι μια πολλά υποσχόμενη λύση στα ανησυχητικά επίπεδα δυσμενούς ευημερίας των ιατρών μπορεί να είναι η εφαρμογή παρεμβάσεων που βελτιώνουν το εργασιακό περιβάλλον των νοσοκομείων, συμπεριλαμβανομένης της προσοχής στην επαρκή στελέχωση των νοσηλευτών, στις οργανωτικές δομές για την προώθηση διεπιστημονικών ομάδων και στη συνεργασία μεταξύ ιατρών και νοσηλευτών.

Σημασία   Τα προβλήματα επαγγελματικής εξουθένωσης και διατήρησης των ιατρών απειλούν τη σταθερότητα του εργατικού δυναμικού και τη φροντίδα των ασθενών.

Στόχος:   Η σύγκριση της ευημερίας των ιατρών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και τις ΗΠΑ, με σκοπό την ενημέρωση των παρεμβάσεων για την ευημερία των ιατρών και την αξιολόγηση του κατά πόσον οι τροποποιήσιμες πτυχές του περιβάλλοντος νοσοκομειακής περίθαλψης σχετίζονται με τα αποτελέσματα της εργασίας των ιατρών.

Σχεδιασμός, Περιβάλλον και Συμμετέχοντες   Αυτή η εγκάρσια μελέτη διεξήχθη σε 49 νοσοκομεία σε 6 ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Αγγλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Σουηδία και Νορβηγία) και 56 νοσοκομεία των ΗΠΑ. Τα ευρωπαϊκά δεδομένα από γιατρούς και νοσηλευτές συλλέχθηκαν το 2023. Τα δεδομένα από τις ΗΠΑ συλλέχθηκαν το 2021. Τα δεδομένα αναλύθηκαν από τον Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο του 2025.

Εκθέσεις   Τρεις επεξηγηματικές μεταβλητές μετρήθηκαν σε επίπεδο νοσοκομείου: η επάρκεια νοσηλευτικού προσωπικού, το περιβάλλον κλινικής φροντίδας και η ομαδική εργασία ιατρών και νοσηλευτών.

Κύρια Αποτελέσματα και Μέτρα Τα   πρωτεύοντα αποτελέσματα περιλαμβάνουν μετρήσεις σε ατομικό επίπεδο για την ευημερία των γιατρών και τα αποτελέσματα στην εργασία τους (π.χ. υψηλή επαγγελματική εξουθένωση, δυσαρέσκεια στην εργασία, πρόθεση αποχώρησης από τον εργοδότη και προθυμία σύστασης εργοδότη).

Αποτελέσματα   Η κακή ευημερία ήταν συχνή μεταξύ των νοσοκομειακών ιατρών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη· για παράδειγμα, 324 από τους 1.083 ιατρούς στην Ευρώπη με απαντήσεις στην ερώτηση (29,9%) και 1.178 από τους 4.959 ιατρούς με απαντήσεις στην ερώτηση (23,8%) σκόπευαν να εγκαταλείψουν την εργασία τους εντός ενός έτους. Οι βελτιώσεις στην επάρκεια του νοσηλευτικού προσωπικού, στο περιβάλλον κλινικής φροντίδας και στην ομαδική εργασία των κλινικών ιατρών συσχετίστηκαν με ευνοϊκά αποτελέσματα στην εργασία των ιατρών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Για παράδειγμα, μεταξύ των νοσοκομείων των ΗΠΑ, μια αύξηση 10% σε ευνοϊκά περιβάλλοντα φροντίδας συσχετίστηκε με χαμηλότερες πιθανότητες γιατρών που σκοπεύουν να αποχωρήσουν,να μην συστήσουν το νοσοκομείο τους, να βιώσουν υψηλό βαθμό επαγγελματικής εξουθένωσης και να έχουν δυσαρέσκεια με την εργασία τους. Μεταξύ των ευρωπαϊκών νοσοκομείων, μια αύξηση κατά 10% στις αναφορές επάρκειας νοσηλευτικού προσωπικού σε επίπεδο νοσοκομείου συσχετίστηκε με χαμηλότερες πιθανότητες γιατρών που σκοπεύουν να αποχωρήσουν, να μην συστήσουν το νοσοκομείο τους, να αναφέρουν υψηλό ποσοστό επαγγελματικής εξουθένωσης και να αναφέρουν δυσαρέσκεια με την εργασία τους.

Συμπεράσματα και Συνάφεια   Σε αυτή τη μελέτη, τα βελτιωμένα εργασιακά περιβάλλοντα των νοσοκομειακών νοσηλευτών συσχετίστηκαν με ευνοϊκότερα αποτελέσματα για τους γιατρούς, και τροποποιήσιμα χαρακτηριστικά του νοσοκομειακού περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης επαρκούς αριθμού νοσηλευτών άμεσης φροντίδας και της ισχυρής ομαδικής εργασίας γιατρών και νοσηλευτών, συσχετίστηκαν με μεγαλύτερη ευημερία των γιατρών. Αυτά τα ευρήματα μπορούν να καθοδηγήσουν την ανάπτυξη και εφαρμογή παρεμβάσεων βασισμένων σε τεκμήρια για τη βελτίωση της ευημερίας και της διατήρησης των γιατρών.

 

Τα υψηλά επίπεδα επαγγελματικής εξουθένωσης και εναλλαγής προσωπικού μεταξύ των νοσοκομειακών ιατρών αποτελούν ένα αυξανόμενο διεθνές πρόβλημα, συμβάλλοντας στην έλλειψη ιατρών που σχετίζεται με την απώλεια φροντίδας, 1 τη διάβρωση της ασφάλειας των ασθενών, 2 και τη μειωμένη πρόσβαση σε νοσοκομειακή και επείγουσα περίθαλψη. 3 Οι περισσότερες έρευνες σχετικά με την ευημερία των ιατρών έχουν διεξαχθεί στις ΗΠΑ, 4 , 5 με λίγες μελέτες που περιλαμβάνουν συγκρίσεις μεταξύ χωρών 6 που θα μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον σχεδιασμό επιτυχημένων παρεμβάσεων. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της έρευνας περιγράφει την έκταση του προβλήματος αντί να παρέχει τη βάση για παρεμβάσεις που βασίζονται σε τεκμήρια. 7 , 8

Παραδοσιακά, οι μελέτες για την ευημερία των γιατρών επικεντρώνονται σε ζητήματα εξωτερικά του νοσοκομείου, όπως οι ανησυχίες για το εισόδημα, και όχι σε εγγενή, όπως οι αντιλήψεις για την προσωπική επιτυχία, η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, ο έλεγχος των συνθηκών εργασίας, η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων του ιδρύματος και ο σεβασμός από τη διοίκηση.

Αυτή η μελέτη είχε 2 κύριους στόχους. Ο πρώτος ήταν να συγκρίνει περιγραφικές πληροφορίες σχετικά με την ευημερία των ιατρών σε όλη τη Δυτική Ευρώπη (Βέλγιο, Αγγλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Σουηδία και Νορβηγία) και τις ΗΠΑ, για να προσδιορίσει εάν μπορούν να ληφθούν πληροφορίες για την ενημέρωση των παρεμβάσεων για την ευημερία των ιατρών.

Ο δεύτερος ήταν να αξιολογήσει εάν τροποποιήσιμες πτυχές των περιβαλλόντων νοσοκομειακής περίθαλψης συσχετίζονταν με τα αποτελέσματα της εργασίας των ιατρών, με σκοπό την ανάπτυξη παρεμβάσεων βασισμένων σε τεκμήρια για τη βελτίωση της ευημερίας και της διατήρησης των ιατρών. Τα δεδομένα παρέχουν ενημερωτικές συγκρίσεις πολλαπλών εθνικών συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης: Ευρωπαϊκά συστήματα στα οποία η απασχόληση των ιατρών υπόκειται κυρίως σε συλλογικές συμβάσεις με κυβερνήσεις, ενώσεις εργοδοτών ή νόμιμους ασφαλιστές, έναντι του συστήματος των ΗΠΑ, όπου η απασχόληση των ιατρών είναι σε μεγάλο βαθμό αποκεντρωμένη και χρηματοδοτείται ιδιωτικά. Μια πρόσθετη καινοτομία σε αυτή τη μελέτη είναι η προσπάθεια να αξιολογηθεί εάν οι παρεμβάσεις που έχουν αποδειχθεί προηγουμένως ότι σχετίζονται με βελτιωμένη ευημερία και διατήρηση των νοσηλευτών 13 , 14 σχετίζονται επίσης με πιο ευνοϊκά αποτελέσματα ευημερίας και διατήρησης για τους ιατρούς. Αυτό το εύρημα θα συνέβαλε στην κατανόησή μας σχετικά με το ποιες παρεμβάσεις είναι πιθανό να προσθέσουν τη μεγαλύτερη αξία στους οργανισμούς υγειονομικής περίθαλψης.

Πίνακας 1. Ποσοστά Ιατρών Νοσοκομείων με Κακά Αποτελέσματα Εργασίας ανά Χώρα

Ποσοστά Ιατρών Νοσοκομείων με Κακά Αποτελέσματα Εργασίας ανά Χώρα

Πίνακας 2. Συσχέτιση νοσοκομειακών παραγόντων με τα αποτελέσματα της εργασίας του ιατρού

Συσχέτιση νοσοκομειακών παραγόντων με τα αποτελέσματα της εργασίας του ιατρού

 

 

Πηγη: https://ygeianet.gr/

Αποτελεσματικότητα και Ασφάλεια του Εμβολίου HPV στην Πρόληψη του Καρκίνου του Τραχήλου

Πρόσφατες εκτενείς ανασκοπήσεις από τον οργανισμό Cochrane επιβεβαιώνουν ότι το εμβόλιο κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε κορίτσια που εμβολιάζονται πριν την ηλικία των 16 ετών. Οι αναλύσεις βασίζονται σε δεδομένα από κλινικές δοκιμές και μελέτες πραγματικού κόσμου, που περιλαμβάνουν πάνω από 132 εκατομμύρια άτομα.

Τα πορίσματα δείχνουν ότι τα εμβολιασμένα κορίτσια έχουν 80% λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο του τραχήλου σε σύγκριση με τα μη εμβολιασμένα, σύμφωνα με το euronews. Ειδικότερα μελέτη υπογραμμίζει ότι το εμβόλιο HPV είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην πρόληψη προκαρκινικών αλλοιώσεων στον τράχηλο και σε άλλους ιστούς, ειδικά όταν χορηγείται πριν την έκθεση στον ιό. Επιπλέον, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι παρενέργειες του εμβολίου είναι ήπιες και προσωρινές, όπως πόνος στο σημείο της ένεσης, χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Η έρευνα αυτή ενισχύει τις παγκόσμιες συστάσεις για τον εμβολιασμό κοριτσιών και αγοριών κατά του HPV, ιδανικά πριν την ηλικία των 16 ετών, καθώς η πρόληψη είναι πιο αποτελεσματική πριν την έκθεση στον ιό ή την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας. Η επέκταση του εμβολιασμού και στα αγόρια αναμένεται να αυξήσει την προστασία του πληθυσμού συνολικά και να μειώσει την εμφάνιση άλλων καρκίνων που σχετίζονται με τον HPV.

Νέα στοιχεία για την ασφάλεια και τις παρενέργειες του εμβολίου

Οι ανασκοπήσεις του Cochrane περιλαμβάνουν δεδομένα από κλινικές δοκιμές και μελέτες πραγματικού κόσμου που καλύπτουν περισσότερα από 132 εκατομμύρια άτομα. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι παρενέργειες του εμβολίου HPV είναι κυρίως ήπιες και προσωρινές, όπως είναι ο πόνος στο σημείο της ένεσης, χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Οι σοβαρές παρενέργειες είναι σπάνιες και εμφανίζονται με την ίδια συχνότητα σε εμβολιασμένα και μη εμβολιασμένα άτομα. Οι φόβοι που έχουν διαδοθεί μέσω των κοινωνικών μέσων για σοβαρές παρενέργειες δεν επιβεβαιώνονται από τα επιστημονικά δεδομένα.

Η σημασία του εμβολιασμού για κορίτσια και αγόρια

Οι ειδικοί τονίζουν ότι ο εμβολιασμός πριν την ηλικία των 16 ετών προσφέρει την καλύτερη προστασία, καθώς γίνεται πριν την έκθεση στον ιό ή την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας. Αρχικά, το εμβόλιο συνιστούταν μόνο για κορίτσια, αλλά πλέον πολλές χώρες επεκτείνουν τον εμβολιασμό και στα αγόρια, ενισχύοντας την προστασία του πληθυσμού συνολικά.

Η προστασία που προσφέρει ο εμβολιασμός αναμένεται να μειώσει όχι μόνο τον καρκίνο του τραχήλου, αλλά και άλλους καρκίνους που σχετίζονται με τον HPV, όπως αυτοί του στόματος, του πρωκτού και του πέους.

Προκλήσεις και μελλοντικές έρευνες

Παρά τα θετικά αποτελέσματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η πλειονότητα των μελετών έχει διεξαχθεί σε πλούσιες χώρες, ενώ απαιτείται περισσότερη έρευνα σε χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, όπου το φορτίο του καρκίνου του τραχήλου είναι μεγαλύτερο.

Επιπλέον, αναμένεται να υπάρξουν νέες γνώσεις για την επίδραση του εμβολίου σε άλλους καρκίνους που σχετίζονται με τον HPV, οι οποίοι συνήθως εμφανίζονται σε μεγαλύτερη ηλικία. Η πλήρης κατανόηση του αντίκτυπου του εμβολιασμού αναμένεται να διαρκέσει δεκαετίες.

 

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Βιοψία μαστού και διασπορά του καρκίνου: Ένας πολύ επικίνδυνος μύθος

«Οι πιο διαδεδομένες τεχνικές βιοψίας περιλαμβάνουν τη βιοψία με λεπτή βελόνα (FNA) και τη βιοψία με κόπτουσα βελόνα (core needle biopsy), με την τελευταία να αποτελεί τη μέθοδο εκλογής λόγω της ακρίβειας και των πληροφοριών που προσφέρει. Στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι δε συστήνεται να ταυτοποιούνται οι βλάβες του μαστού με FNA, ούτε να προχωράμε σε χειρουργικές επεμβάσεις βασιζόμενοι στα αποτελέσματα της FNA, όταν υπάρχει η δυνατότητα πραγματοποίησης core βιοψίας», επισημαίνει ο κ. Στέργιος Ε. Δουβετζέμης, MD, PhD, FRCS, FEBS, CEBS Χειρουργός Μαστού – Εξειδικευθείς στην Ογκολογική & Επανορθωτική Χειρουργική, Διευθυντής Δ’ Κλινικής Μαστού στο Metropolitan General, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιατρικής Σχολής King’s College Λονδίνου.

Οι τρεις λόγοι

«Ένας από τους διαδεδομένους μύθους γύρω από τον καρκίνο του μαστού είναι ότι η βιοψία μιας βλάβης μπορεί να οδηγήσει σε διασπορά των καρκινικών κυττάρων. Δυστυχώς, αυτός ο μύθος, αν και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την υγεία των ασθενών, εξακολουθεί να διαδίδεται ακόμα και στις ημέρες μας.

Εδώ και δεκαετίες, η ιατρική κοινότητα έχει καταρρίψει αυτή την παρανόηση, καθώς η βιοψία αποτελεί τη μέθοδο εκλογής για την ασφαλή ταυτοποίηση μιας ύποπτης βλάβης στο μαστό και δεν τίθεται κανένα θέμα κινδύνου διασποράς με αυτή τη διαδικασία.
Πριν από οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση μιας βλάβης από το μαστό, η λήψη βιοψίας είναι απολύτως απαραίτητη. Για την ακρίβεια είναι απαράδεκτο να αφαιρείται οποιαδήποτε βλάβη από το μαστό χωρίς να έχει προηγηθεί βιοψία. Αυτό ισχύει για πολλούς λόγους:

Αφενός, χωρίς τη βιοψία, υπάρχει κίνδυνος να αφαιρεθεί χειρουργικά μια απολύτως καλοήθης βλάβη, χωρίς κανένα όφελος για την ασθενή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα περισσότερα ευρήματα τελικά είναι καλοήθη. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπει μια γυναίκα στο χειρουργείο εάν δεν πρόκειται να ωφεληθεί σε τίποτα.

Αφετέρου, οι γυναίκες οι οποίες υποβάλλονται σε απευθείας αφαίρεση μιας βλάβης, κατά κανόνα καταλήγουν να υπόκεινται σε μεγαλύτερο αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων, καθώς άλλο είναι το είδος της χειρουργικής επέμβασης που γίνεται για διαγνωστικούς σκοπούς και άλλο αυτό που γίνεται για θεραπευτικούς. Ακόμα, όμως και όσον αφορά στις θεραπευτικές επεμβάσεις, το είδος της επέμβασης διαφέρει ανάλογα με τη φύση της βλάβης.

Ένας τρίτος και ο σημαντικότερος ίσως λόγος για τον οποίον απαγορεύεται να αφαιρείται οποιαδήποτε βλάβη από το μαστό, χωρίς να έχει προηγηθεί βιοψία, είναι ο κίνδυνος να εφαρμοστεί μια λιγότερο αποτελεσματική θεραπεία σε κάποιες ασθενείς.

Αυτό ισχύει γιατί για κάποια είδη καρκίνου μαστού επιβάλλεται η χορήγηση νέο-επικουρικής (προεγχειρητικής δηλαδή) συστηματικής θεραπείας πριν την αφαίρεσή τους, γιατί αυτό δείχνει την ανταπόκριση στη θεραπεία και δίνει επιπλέον θεραπευτικές επιλογές για συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών, οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν πλήρως.

Με το να αφαιρέσει κανείς απευθείας μια βλάβη, χωρίς να έχει προηγηθεί ιστολογική ταυτοποίηση, στις περιπτώσεις αυτές καταδικάζει τις ασθενείς να πάνε λιγότερο καλά και κατ’ επέκτασιν να ζήσουν λιγότερο απ’ ό,τι θα μπορούσαν, εάν τα πράγματα είχαν γίνει όπως έπρεπε. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να στερεί από τις ασθενείς τις πιθανότητες που έχουν να πάνε ακόμα καλύτερα και να ζήσουν περισσότερο ή να θεραπευτούν πλήρως.

Τέλος, μια πολύ καλή ανταπόκριση στην νέο-επικουρική θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερης έκτασης χειρουργικές επεμβάσεις, με σαφώς μειωμένη νοσηρότητα, μειωμένη ψυχολογική επιβάρυνση και σημαντικά καλύτερη ποιότητα ζωής», τονίζει ο ειδικός.

Διεπιστημονική συνεργασία

«Ευτυχώς για τις γυναίκες, η χειρουργική ογκολογία του μαστού έχει αλλάξει πολύ. Αλλάζει συνεχώς και εξελίσσεται ραγδαία. Γι’ αυτό είναι επιτακτικό ο σύγχρονος χειρουργός μαστού να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις. Υπάρχει μια συνεχιζόμενη τάση αποκλιμάκωσης των επεμβάσεων. Δηλαδή, κάνουμε μικρότερης έκτασης χειρουργικές επεμβάσεις, με πολύ ανώτερα ογκολογικά αποτελέσματα για τις ασθενείς μας, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, είναι οι ασθενείς να αντιμετωπίζονται από σωστά καταρτισμένους και επίσημα εξειδικευμένους ειδικούς και να υπάρχει καλή διεπιστημονική συνεργασία. Απαραίτητη προϋπόθεση, επίσης, είναι πριν από οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση μιας βλάβης από το μαστό να έχει προηγηθεί ιστολογική ταυτοποίηση της βλάβης, όπως συστήνεται από όλες τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες και όπως συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα κέντρα μαστού παγκοσμίως, καθώς ούτε όλες οι σύγχρονες απεικονιστικές μέθοδοι, ούτε η εμπειρία του ειδικού (χειρουργού, ογκολόγου ή ακτινολόγου) είναι σε θέση να αντικαταστήσουν τη βιοψία», καταλήγει ο κ. Δουβετζέμης

 

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Παράταση υποβολής αιτήσεων-ΠΜΣ “Φροντίδα στο ΣΔ” Δι.Πα.Ε

θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε οτι η περίοδος υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής στον 13ο Κύκλο σπουδών του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του τμήματος Νοσηλευτικής του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος παρατείνεται έως την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025. 

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΕΚΔ.ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ-ΠΜΣ 2025-2026

 

Το Π.Μ.Σ. απευθύνεται σε όλους τους επαγγελματίες υγείας.

Αναλυτικές πληροφορίες υπάρχουν στην ιστοσελίδα του Προγράμματος Μεταπτυχιακού Σπουδών  www.diabetes.ihu.gr

Παραμένουμε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε διευκρίνηση και σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων

—

Γραμματεία ΠΜΣ

“Φροντίδα στο Σακχαρώδη Διαβήτη”

Τμήμα Νοσηλευτικής – Σχολή Επιστημών Υγείας

Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος (ΔΙ.ΠΑ.Ε)

Αλεξάνδρεια Πανεπιστημιούπολη

Τ.Θ. 141, Σίνδος
ΤΚ 57400, Θεσσαλονίκη

☎  2310.013.100

📧 [email protected]

[email protected]

Το πρώτο Hellenic Stroke School στην Αθήνα – Σωτήρια η θεραπεία της θρομβεκτομής – Σχεδόν 35.000 εγκεφαλικά επεισόδια ετησίως στην Ελλάδα

Με εξαιρετικά μεγάλη συμμετοχή και πρωτοποριακό περιεχόμενο ολοκληρώθηκε χθες η πρώτη ημέρα του 1ου Hellenic Stroke School, το οποίο συνεχίζεται και σήμερα στην Αθήνα, συγκεντρώνοντας περισσότερους από 250 γιατρούς και επαγγελματίες υγείας από όλη την Ελλάδα.

Ιδιαίτερο σημείο αναφοράς της πρώτης ημέρας αποτέλεσε η ζωντανή αναμετάδοση πραγματικής επέμβασης αντιμετώπισης οξέος εγκεφαλικού επεισοδίου. Οι συμμετέχοντες είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τη διαδικασία μιας παρέμβασης που μπορεί να αποτρέψει μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες και να αλλάξει την πορεία της ζωής ενός ασθενούς μέσα σε λίγα λεπτά.

Η επέμβαση, που ονομάζεται θρομβεκτομή, πραγματοποιήθηκε στη Μονάδα Επεμβατικής Ακτινολογίας/Νευροακτινολογίας του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας, με υπεύθυνο τον Κωνσταντίνο Λάγιο και από την επεμβατική ομάδα των Παναγιώτη Παπαδόπουλου και Θεόδωρου Μπαζίνα.

«Η ζωντανή παρουσίαση πραγματικής θεραπείας εγκεφαλικού ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη σημασία της άμεσης παρέμβασης και της σωστής οργάνωσης. Η θρομβεκτομή έχει αλλάξει ριζικά την πρόγνωση του εγκεφαλικού, και το Stroke School θέτει τις βάσεις για ένα σύστημα φροντίδας που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών», αναφέρει ο επεμβατικός ακτινολόγος και διευθυντής στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός, Αντώνης Τσάνης, πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής.

Στην Ελλάδα συμβαίνουν περίπου 35.000 εγκεφαλικά επεισόδια ετησίως, με πάνω από 12.000 από αυτά να είναι θανατηφόρα. Τα εγκεφαλικά είναι η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου και η πρώτη αιτία θνησιμότητας στην Ελλάδα. Το μέσο ετήσιο κόστος νοσηλείας ανά ασθενή κυμαίνεται από 13.650 έως 34.000 ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα.

Το πρώτο Hellenic Stroke School διοργανώνεται από την Ένωση Επαγγελματιών Ακτινολόγων – Απεικονιστών Ελλάδος (ΕΕΑΑΕ) και τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας, του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, της Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας, της Ελληνικής Νευροχειρουργικής Εταιρείας, της Ελληνικής Εταιρείας Επεμβατικής Ακτινολογίας και του Ελληνικού Οργανισμού Εγκεφαλικών.

«Η νευροεπεμβατική δεν είναι απλώς τεχνική πράξη, αλλά αποτέλεσμα συνεχούς εκπαίδευσης, εξέλιξης και ανταλλαγής εμπειρίας. Πρωτοβουλίες όπως το Stroke School συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση των δεξιοτήτων και στη διαμόρφωση κοινών προτύπων ποιότητας για την αντιμετώπιση του εγκεφαλικού», επισημαίνει ο νευροεπεμβατικός ακτινολόγος, Ευτύχιος Αρχοντάκης, διευθυντής στο νοσοκομείο Ευθρός Σταυρός.

Στο πρωτότυπο αυτό σεμινάριο συμμετέχει το σύνολο σχεδόν των Νευροεπεμβατικών της χώρας, των εξειδικευμένων ιατρών, που πραγματοποιούν επεμβατικές θεραπείες εγκεφαλικού σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, αναδεικνύοντας τον πανελλήνιο χαρακτήρα και τη βαρύτητα της πρωτοβουλίας.

Η θεματολογία της διημερίδας εστιάζει στη σύγχρονη και σωτήρια θεραπεία της θρομβεκτομής, με τη σύνδεση θεωρητικής γνώσης και πρακτικής εφαρμογής να βρίσκεται στο επίκεντρο, ενισχύοντας παράλληλα τη συνεργασία μεταξύ ειδικοτήτων και την ανάγκη αναβάθμισης των δομών φροντίδας εγκεφαλικού στη χώρα.

«Η Ελλάδα διαθέτει έμπειρους Νευροεπεμβατικούς και ισχυρά επιστημονικά κέντρα. Αυτό που απαιτείται τώρα είναι θεσμική συνέπεια, σαφή πρωτόκολλα και σωστή οργάνωση. Η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει σοβαρά και οργανωμένα αυτή την προσπάθεια, ώστε η σωτήρια θεραπεία της θρομβεκτομής να είναι πραγματικά διαθέσιμη σε όλους τους πολίτες, όπου κι αν βρίσκονται», σημειώνει ο καθηγητής Νευροακτινολογίας του ΕΚΠΑ, Παναγιώτης Παπαναγιώτου.

 

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ηπατίτιδα C: Ενέχει κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του παγκρέατος

Τι έδειξε μια από τις μεγαλύτερες μελέτες μέχρι σήμερα
Στον επιστημονικό χώρο υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον εντοπισμό
παραγόντων κινδύνου που θα μπορούσαν να τροποποιηθούν, δηλαδή παραγόντων που, αν εντοπιστούν και αντιμετωπιστούν εγκαίρως, ενδέχεται να μειώσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης παγκρεατικού καρκίνου. Ένας από αυτούς τους πιθανούς παράγοντες είναι η χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV), ο οποίος είναι ήδη γνωστό ότι συμβάλλει στην ανάπτυξη άλλων τύπων καρκίνου. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος), παραθέτουν τα κυριότερα στοιχεία σχετικής μελέτης.Η ηπατίτιδα C, ένας ιός που μολύνει περίπου τέσσερα εκατομμύρια άτομα στις ΗΠΑ, είναι πλέον θεραπεύσιμη χάρη στα αντιιικά φάρμακα άμεσης δράσης, τα οποία επιτυγχάνουν ίαση σε ποσοστά που ξεπερνούν το 95% μέσα σε 8-12 εβδομάδες. Παρά τις τεράστιες προόδους στη θεραπεία, ο ιός εξακολουθεί να κυκλοφορεί στην κοινότητα λόγω χαμηλής ενημέρωσης, ανεπαρκούς πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικού στίγματος. Το ερευνητικό ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στο εάν η χρόνια λοίμωξη από HCV αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης παγκρεατικού καρκίνου, και ειδικότερα του πιο συχνού τύπου, του παγκρεατικού πόρου αδενοκαρκινώματος (PDAC). Μια από τις μεγαλύτερες και πλέον σημαντικές μελέτες μέχρι σήμερα, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό JAMA Netw Open, διεξήχθη στο σύστημα Υγείας των Βετεράνων των ΗΠΑ, το οποίο διαθέτει τον μεγαλύτερο ενιαίο ηλεκτρονικό φάκελο υγείας στη χώρα. Στη μελέτη αυτή αναλύθηκαν τα δεδομένα περισσότερων από 6,3 εκατομμυρίων βετεράνων που είχαν εξεταστεί για ηπατίτιδα C, εκ των οποίων περίπου 4% είχαν χρόνια λοίμωξη. Κατά την περίοδο παρακολούθησης, καταγράφηκαν πάνω από 33.000 περιστατικά παγκρεατικού καρκίνου. Όσοι είχαν χρόνια HCV παρουσίαζαν 1,8 φορές υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης PDAC σε σύγκριση με άτομα χωρίς λοίμωξη. Ακόμη κι όσοι είχαν εκτεθεί στον ιό παλαιότερα αλλά δεν είχαν ενεργό λοίμωξη εμφάνιζαν αυξημένο κίνδυνο, αν και σε μικρότερο βαθμό. Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν η ηλικία διάγνωσης: οι ασθενείς με χρόνια HCV εμφάνιζαν καρκίνο του παγκρέατος σε σημαντικά νεότερη ηλικία από εκείνους χωρίς λοίμωξη. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία του ιού ενδέχεται να επιταχύνει την καρκινική διαδικασία, πιθανώς μέσα από χρόνια φλεγμονή και ανοσολογική δυσλειτουργία-μηχανισμοί που έχουν ήδη τεκμηριωθεί σε άλλους τύπους καρκίνου που σχετίζονται με τον HCV. Εξίσου σημαντική ήταν και η ανάλυση ανά γονότυπο του ιού. Ο HCV διαθέτει οκτώ διαφορετικούς γονότυπους, οι οποίοι μπορεί να επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο την εξέλιξη της νόσου. Η μελέτη έδειξε ότι τα άτομα με τον γονότυπο 3 είχαν τον υψηλότερο κίνδυνο, ακολουθούμενα από τον γονότυπο 1, ο οποίος είναι και ο συχνότερος στις ΗΠΑ. Αυτό το εύρημα όχι μόνο ενισχύει τη συσχέτιση αλλά και ανοίγει τον δρόμο για μελλοντικές έρευνες που θα εξετάσουν γιατί ορισμένοι γονότυποι είναι πιο «επιθετικοί» από άλλους. Η σημασία αυτής της συσχέτισης είναι καθοριστική σε μια εποχή όπου δεν υπάρχουν ακόμα αξιόπιστες μέθοδοι προληπτικού ελέγχου για καρκίνο του παγκρέατος στο γενικό πληθυσμό.

 

 

Πηγη:HealthDaily

Το πλάσμα ανάρρωσης δεν βοηθάει τους ασθενείς COVID-19 που νοσούν σοβαρά

Τα ευρήματα  της έρευνας έδειξαν ότι χορηγώντας πλάσμα ανάρρωσης δεν οδήγησε σε σημαντική μείωση της θνησιμότητας ή βελτίωση της λειτουργίας των πνευμόνων σε σύγκριση με την κανονική θεραπεία.

Το πλάσμα ανάρρωσης, επίσης γνωστό ως ορό από άτομα που έχουν αναρρώσει από την COVID-19, είχε αρχικά θεωρηθεί ότι μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική θεραπεία για σοβαρά νοσούντες ασθενείς. Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες και μελέτες δείχνουν ότι η χρήση του δεν αποφέρει τα αναμενόμενα οφέλη και δεν βοηθά σημαντικά στη βελτίωση της πορείας της νόσου στα σοβαρά περιστατικά.

Η ιδέα πίσω από τη θεραπεία με πλάσμα ανάρρωσης βασίζεται στην παροχή αντισωμάτων που έχουν ήδη δημιουργηθεί από άτομα που έχουν αναρρώσει από την COVID-19. Αυτά τα αντισώματα μπορούν να βοηθήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς να καταπολεμήσει τον ιό. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου έχει αμφισβητηθεί από πολλές μελέτες, ιδιαίτερα σε σοβαρά περιστατικά, όπου η ασθένεια έχει ήδη εξελιχθεί σε πιο προχωρημένο στάδιο.

Μια μεγάλης κλίμακας τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε πρόσφατα, ανέλυσε τα αποτελέσματα της χρήσης πλάσματος ανάρρωσης σε ασθενείς με σοβαρή ή κρίσιμη COVID-19. Τα ευρήματα  της έρευνας έδειξαν ότι η χορήγηση του πλάσματος δεν οδήγησε σε σημαντική μείωση της θνησιμότητας ή βελτίωση της λειτουργίας των πνευμόνων σε σύγκριση με την κανονική θεραπεία. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην ανάγκη για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής ή στη διάρκεια της νοσηλείας.

Ένας λόγος που ίσως εξηγεί την περιορισμένη αποτελεσματικότητα είναι ότι στα σοβαρά περιστατικά το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών έχει ήδη ξεκινήσει να παράγει αντισώματα, και η χορήγηση επιπλέον αντισωμάτων από το πλάσμα ανάρρωσης δεν προσθέτει ουσιαστική αξία. Επίσης, η χρονική καθυστέρηση στην έναρξη της θεραπείας μπορεί να παίζει ρόλο, καθώς η αποτελεσματικότητά της πιθανόν να είναι μεγαλύτερη αν χορηγείται νωρίτερα στην πορεία της νόσου.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Προβλήματα όρασης: Αναζητείται θεραπεία στη…λάθος πλευρά των οπτικών κυττάρων

Επιστημονική ομάδα από τη Βιέννη και το Λιντς της Αυστρίας παρουσιάζει νέα προσέγγιση στο επιστημονικό περιοδικό “Advanced Functional Materials”.

 

Με μια προσέγγιση για ένα είδος οπτικής πρόθεσης προσαρμοσμένης στην όχι και τόσο διαισθητική ανατομία του αμφιβληστροειδούς, ερευνητές από τη Βιέννη και το Λιντς παρουσιάζουν στο επιστημονικό περιοδικό “Advanced Functional Materials” τα εξής:

Η ομάδα έδειξε ότι με μια λεπτή, εύκαμπτη φωτοβολταϊκή μεμβράνη, η οποία αντιδρά στο υπέρυθρο φως, μπορεί να διεγείρει το πολύπλοκο δίκτυο νεύρων του αμφιβληστροειδούς, παρόλο που βρίσκεται ουσιαστικά στη λάθος πλευρά της δομής. Αυτό θα μπορούσε να προσφέρει νέες επιλογές για άτομα με προβλήματα όρασης.

Σε ορισμένα άτομα, τα κύτταρα που καταγράφουν το φως που εισέρχεται στο μάτι και μεταδίδουν αυτές τις πληροφορίες ως νευρικά ερεθίσματα στις δομές που βρίσκονται πίσω από αυτό, είναι κατεστραμμένα.

Αυτά τα άτομα έχουν προβλήματα όρασης, παρόλο που τα νευρικά κύτταρα που επεξεργάζονται και μεταδίδουν τα φωτεινά σήματα στον εγκέφαλο είναι στην πραγματικότητα άθικτα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα μπορούσαν να επιτευχθούν μεγάλες βελτιώσεις με τη χρήση οπτικών προθέσεων. Για το σκοπό αυτό, χρειάζονται υλικά που αντιδρούν καλά στο φως, δεν προκαλούν βλάβη στο σώμα και μπορούν να συνδεθούν με τα υπάρχοντα νευρικά κύτταρα – δηλαδή, υλικά που είναι “βιοσυμβατά”, όπως το εκφράζουν οι επιστήμονες.

Ένα πρόβλημα σε αυτό το πλαίσιο είναι επίσης η κάπως περίεργη δομή του αμφιβληστροειδούς (Retina): Εδώ βρίσκονται οι φωτοϋποδοχείς – τα “ραβδία” και τα “κωνία” – πίσω από τα νευρικά κύτταρα (νευρώνες) που μεταδίδουν τα σήματα στον εγκέφαλο. Το φως πρέπει λοιπόν να περάσει από αυτά τα γαγγλιακά κύτταρα και τoυς υποκείμενους νευρώνες για να καταγραφεί.

Στη συνέχεια, το σήμα των νευρικών κυττάρων μεταδίδεται μέσω ενός νευρωνικού δικτύου προς τα εμπρός στα γαγγλιακά κύτταρα και περαιτέρω στον εγκέφαλο.

Οι προσπάθειες τεχνικής αντικατάστασης των μη λειτουργικών υποδοχέων έχουν μέχρι στιγμής επικεντρωθεί κυρίως στα γαγγλιακά κύτταρα. “Αυτό σημαίνει όμως ότι η επεξεργασία του σήματος, η οποία συνήθως λαμβάνει χώρα στο νευρωνικό δίκτυο πίσω από τον αμφιβληστροειδή, δεν αξιοποιείται.

Ως εκ τούτου, με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μόνο μια παραποιημένη, μη ικανοποιητική οπτική εντύπωση”, σύμφωνα με έναν από τους κύριους συγγραφείς της δημοσίευσης, τον Günther Zeck από το Ινστιτούτο Βιοϊατρικής Ηλεκτρονικής του τεχνικού Πανεπιστημίου της Βιέννης.

Άλλες προσπάθειες εστιάστηκαν στην θέση των υποδοχέων, αλλά χρησιμοποίησαν φωτοδιόδουςμε βάση το πυρίτιο, οι οποίοι είναι σκληροί και επομένως ακατάλληλοι για χρήση σε ζωντανά μάτια.

Οι ερευνητές του τεχνικού Πανεπιστημίου της Βιέννης , καθώς και γιατροί του Πανεπιστημίου του Λιντς, μεταξύ άλλων, τοποθέτησαν σε εργαστηριακές έρευνες τους φωτοβολταϊκούς αισθητήρες κάτω από τον ιστό του αμφιβληστροειδούς ποντικών, ο οποίος δεν είχε σχεδόν καθόλου υποδοχείς, αλλά είχε τις άλλες νευρικές κυτταρικές δομές.

Όταν οι επιστήμονες ακτινοβόλησαν αυτή τη δομή με υπέρυθρο φως, αυτό οδήγησε σε μια μετρήσιμη αντίδραση στα γαγγλιακά κύτταρα, η οποία “προσεγγίζει πολύ τη φυσιολογική συμπεριφορά ενός υγιούς ματιού”, όπως αναφέρεται σε μια ανακοίνωση του πρώτου συγγραφέα της μελέτης, Andrea Corna.

Για την τρέχουσα εργασία χρησιμοποιήθηκε υπέρυθρο φως, επειδή βλάπτει λιγότερο τον ιστό από το φως με υψηλότερα ποσοστά μπλε, Κατ’ αρχήν, η προσέγγιση θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλες περιοχές συχνοτήτων. Το επόμενο βήμα θα ήταν να συνδεθούν φωτοβολταϊκές μεμβράνες με αμφιβληστροειδείς που έχουν καλλιεργηθεί από ανθρώπινα βλαστοκύτταρα – σε αυτό το πλαίσιο μιλάμε για “οργανοειδές”. Ωστόσο, αυτό είναι ακόμα “μουσική του μέλλοντος”, σύμφωνα με τον Zeck.

Αρχικά, αποδείχθηκε ότι η διέγερση των νευρικών κυττάρων με τη χρήση λεπτού, βιοσυμβατού και ασύρματου φωτοβολταϊκού φιλμ λειτουργεί. Αυτά τα υλικά θεωρούνται πολλά υποσχόμενα για την επόμενη γενιά ελάχιστα επεμβατικών προσθετικών αμφιβληστροειδών”, σύμφωνα με τη δημοσίευση.

Στην καλύτερη περίπτωση, σε συνεργασία με εταίρους από τον κλινικό τομέα στην Αυστρία και το Πανεπιστήμιο του Λιντς, θα εξεταστούν τα πλεονεκτήματα της προσέγγισης αυτής σε σχέση με τη χρήση φωτοδιόδων πυριτίου. Ο Zeck είναι πεπεισμένος ότι αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και από εταιρείες του τομέα των νευροπροθέσεων.

 

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/