Τι συνιστούν οι γιατροί για την αντιμετώπιση του στρεπτόκοκκου

Συμβουλές προς του γονείς δίνει ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος με αφορμή τα περιστατικά στρεπτοκοκκικών λοιμώξεων των τελευταίων ημερών. Η παρεχόμενη πληροφόρηση και οι οδηγίες είναι καθησυχαστικές ως προς τον γενικό πληθυσμό.

Ο ΠΙΣ εξηγεί ότι οι στρεπτόκοκκοι είναι διαχειρίσιμοι καθώς ενδείκνυνται φάρμακα για την αντιμετώπιση αυτών των μικροβίων. Σε σπάνιες περιπτώσεις όταν τα μικρόβια αυτά εισχωρούν στον οργανισμό επιφέρουν βαριά νόσο με τραγική κατάληξη. Ωστόσο, θα πρέπει οι γονείς των μικρών παιδιών αλλά και οι ευαίσθητοι ασθενείς να ζητούν  έγκαιρα από τον ιατρό τους διάγνωση και φροντίδα, όταν αντιμετωπίζουν οξέα ή επιδεινούμενα συμπτώματα.

Επίσης, λόγω των περιστατικών που έχουν εμφανιστεί ο ΠΙΣ σπεύδει να διευκρινίσει ότι «οι στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις δεν συνιστούν επιδημία, ούτε πανδημία στη χώρα μας, όπως και διεθνώς». Η μόλυνση μπορεί να διαπιστωθεί  με την υποβολή σε τεστ ανίχνευσης του στρεπτόκοκκου. Όμως μπορεί αυτά τα τεστ να πωλούνται από τα φαρμακεία, αλλά «δεν προορίζονται για χρήση από τους ασθενείς». Ο ΠΙΣ προειδοποιεί ότι για την αξιόπιστη χρήση τους και διάγνωση της λοίμωξης πρέπει να διενεργούνται από τον κλινικό ή εργαστηριακό γιατρό ή εξειδικευμένο λειτουργό υγείας  καθώς κατόπιν ιατρικών οδηγιών.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο και ποια μέτρα χρειάζονται

Υπενθυμίζεται ότι η μετάδοσή του είναι εφικτή μέσω σταγονιδίων κατά τον βήχα ή φτάρνισμα του ασθενή ή του φορέα, και με τη στενή επαφή, ιδιαίτερα στις δερματικές λοιμώξεις. Είναι δυνατή ακόμη μεταδίδεται μέσω επιφανειών ή αντικειμένων που χρησιμοποιούνται από πολλά άτομα (πόμολα, διακόπτες), τα οποία αγγίζουμε με τα χέρια μας και με τα οποία στη συνέχεια μεταφέρουμε το παθογόνο στο στόμα, τη μύτη ή τα μάτια μας.
Πιο ευάλωτα είναι άτομα σε μικρή ηλικία καθώς συχνότερα εμφανίζεται στα παιδιά,  ενδεχομένως εξαιτίας της ανεπαρκούς προστατευτικής ανοσίας και ανωριμότητας του ανοσοποιητικού συστήματος. Εύθραυστοι έναντι στον μικρόβιο είναι και άτομα στις μεγάλες ηλικίες, ανοσοκατασταλμένοι ή με σοβαρή χρόνια πάθηση.
Σημειώνεται ότι είναι πιθανή η μόλυνση όλη τη διάρκεια του χρόνου,  αλλά συχνότερη τον χειμώνα και την αρχή της άνοιξης, πιθανότατα λόγω αυξημένου συγχρωτισμού. Γι’ αυτό τον λόγο συνιστάται σε όλους καλή υγιεινή των χεριών, δηλαδή πλύσιμο των χεριών με τον ενδεδειγμένο  σχολαστικό τρόπο. Συγκεκριμένα, τα χέρια θα πρέπει να πλένονται τακτικά με σαπούνι και νερό για 20 δευτερόλεπτα τουλάχιστον ή διαφορετικά θα πρέπει να χρησιμοποιείται αντισηπτικό χεριών με αιθυλική αλκοόλη 70%. Επίσης, για λόγους προφύλαξης των υπολοίπων θα πρέπει να καλύπτουμε το στόμα μας με τον αγκώνα μας ή ένα χαρτομάντηλο όποτε βήχουμε ή φτερνιζόμαστε.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Η άσκηση μπορεί να προλάβει την εκδήλωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

«Αντίδοτο» στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 μπορεί να λειτουργήσει η άσκηση. Η σωματική δραστηριότητα με ένταση εκτιμάται ότι μπορεί να υιοθετηθεί ως στρατηγική για να αποφευχθεί η εμφάνιση διαβήτη.

Σε προοπτική μελέτη κοόρτης του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ  με πληθυσμό 59.325 από την βιοτράπεζα UK Biobank (μέση ηλικία=61,1 έτη το 2013-2015). Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης 6,8 ετών, υπήρξε μια ισχυρή γραμμική συσχέτιση δόσης-απόκρισης μεταξύ της μέτριας έως έντονης έντασης σωματικής δραστηριότητας (MVPA) και του περιστατικού σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ακόμη και μετά την προσαρμογή για τον γενετικό κίνδυνο. Σε σύγκριση με τους λιγότερο δραστήριους συμμετέχοντες, οι HR (95% CI) για υψηλότερα επίπεδα MVPA ήταν:

  • 0,63 (0,53 έως 0,75) για 5,3-25,9 λεπτά/ημέρα,
  • 0,41 (0,34 έως 0,51) για 26,0-68,4 λεπτά/ημέρα και
  • 0,26 (0,18 έως 0,38) για >68,4 λεπτά/ημέρα.

Όμως δεν βρέθηκε σημαντική πολλαπλασιαστική αλληλεπίδραση μεταξύ των μέτρων σωματικής δραστηριότητας και του γενετικού κινδύνου, αλλά μια σημαντική προσθετική αλληλεπίδραση μεταξύ της MVPA και της βαθμολογίας γενετικού κινδύνου, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερες απόλυτες διαφορές κινδύνου ανάλογα με τα επίπεδα MVPA μεταξύ των ατόμων με υψηλότερο γενετικό κίνδυνο.

Οι επιστήμονες κατέληξαν ότι η σωματική δραστηριότητα με έντονη ένταση θα πρέπει να προωθείται ιδιαίτερα σε άτομα με υψηλό γενετικό κίνδυνο για T2D. Προτείνονται 30 λεπτά την ημέρα μέτριας έντασης σωματική δραστηριότητα. Μπορεί να μην υπάρχει ελάχιστο ή μέγιστο όριο για τα οφέλη, αλλά  το εύρημα αυτό μπορεί να δώσει πληροφορίες για την ανάπτυξη μελλοντικών κατευθυντήριων γραμμών και παρεμβάσεων για την πρόληψη της T2D.

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Η αναβάθμιση του ΕΣΥ και η άποψη των νέων – Τι άλλαξε

Μετράμε αντίστροφα για τις δεύτερες κάλπες και η αναβάθμιση του ΕΣΥ είναι ένα από τα θέματα – ίσως το πιο βασικό – σε αυτή την προεκλογική αντιπαράθεση. Η σημασία, που δίνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο ζήτημα, αναδεικνύεται σε κάθε ομιλία και σε κάθε ανάρτησή του στα social media, ενώ και οι νέοι σε ηλικία ψηφοφόροι το θέτουν ως βασική προτεραιότητα.

Πιο συγκεκριμένα νέα πανελλαδική έρευνα, που διενήργησε η εταιρεία Κάπα Research, είναι αποκαλυπτική για τις απόψεις των νέων και δείχνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Προτεραιότητα η αναβάθμιση του ΕΣΥ

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η πιο δυναμική και ίσως η πιο αδικημένη ομάδα των ψηφοφόρων, οι νέοι, δίνουν τη δική τους ηχηρή απάντηση στο τι θέλουν να αλλάξει άμεσα, για μια καλύτερη ποιότητα ζωής στην καθημερινότητα.

Δεν είναι, όπως κάποιοι θεωρούσαν, μια ανώριμη, αδιάφορη για τα κοινωνικά ζητήματα ομάδα, αλλά μια γενιά που παλεύει καθημερινά και ενδιαφέρεται να ζει πιο ποιοτικά, απολαμβάνοντας παροχές, που σε άλλα κράτη είναι εδώ και χρόνια αυτονόητες.

Το σκληρό μάθημα της πανδημίας της COVID-19 επηρέασε όλους, αλλά περισσότερο τους νέους ανθρώπους, που συνειδητοποίησαν “στο πετσί τους” τι σημαίνει καλή Δημόσια Υγεία. Έτσι η αναβάθμιση του ΕΣΥ τίθεται ως Νο1 προτεραιότητα για εκείνους για την τετραετία 2023 – 2027, αφήνοντας σε δεύτερη και τρίτη θέση Οικονομία και Παιδεία.

Τι έδειξε η νέα έρευνα

Στη νέα έρευνα συμμετείχαν 1.719 άτομα από όλη τη χώρα, ηλικίας από 17 έως 42 ετών. Όπως φάνηκε, οι millennials και η γενιά-Ζ θέτουν ως κυρίαρχο ζητούμενο για την επόμενη περίοδο τη βελτίωση του συστήματος Υγείας, σε ποσοστό 72%, ποσοστό που προκάλεσε έκπληξη.

Η δεύτερη προτίμησή τους, η οποία αφορά στην αύξηση των μισθών και των συντάξεων ακολουθεί με μεγάλη διαφορά (συγκεντρώνει ποσοστό 53%), η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας βρίσκεται στην 6η θέση. Οι, δε, δράσεις για το περιβάλλον είναι στην 18η θέση.

Ειδικότερα στην ερώτηση, ποιες θα πρέπει να είναι οι πέντε βασικές προτεραιότητες της επόμενης κυβέρνησης, οι νέοι απάντησαν:

1. Να βελτιώσει το σύστημα της Υγείας 72%

2. Να αυξήσει τους μισθούς και τις συντάξεις 53

3. Να βελτιώσει το σύστημα της Παιδείας 52%

4. Να μειώσει τους φόρους 44%

5. Να ενισχύσει την παραγωγή και την παραγωγικότητα της χώρας 37%.

Το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη 

Στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης, που ολοκληρώνεται τα επόμενα 24ωρα, εξακολουθεί να βρίσκεται η επόμενη ημέρα για το ΕΣΥ και οι προγραμματικές δεσμεύσεις των κομμάτων για τη δημόσια Υγεία βρίσκονται σταθερά στην επικαιρότητα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγραψε στα social media: “Στις 25 Ιουνίου ψηφίζουμε για το μέλλον, που αξίζει στην πατρίδα μας. Ψηφίζουμε για υψηλότερους μισθούς, για την αναβάθμιση του ΕΣΥ, για ένα κοινωνικό κράτος, που βρίσκεται δίπλα στους πιο αδύναμους συμπολίτες μας. Για μια Ελλάδα με λιγότερες ανισότητες”.

Ο τέως Υπουργός Υγείας Θάνος Πλεύρης αναφέρθηκε στις αναμονές στα χειρουργεία – ένα ζήτημα, για το οποίο, επί σειρά μηνών, κυβέρνηση και αντιπολίτευση “διασταύρωναν τα ξίφη τους”.

“Οι αναμονές θα εξορθολογιστούν εντός του έτους. Θα πάμε σε αναμονές, οι οποίες θα
είναι απόλυτα λελογισμένες, δηλαδή χρόνοι, οι οποίοι δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα
δίμηνα”, είπε ο κ. Πλεύρης σε συνέντευξή του.

 

 

Πηγη: https://healthstories.gr/

ΕΡΕΥΝΑ / Δυσαρεστημένοι οι υγειονομικοί από τους μισθούς και την εξέλιξή τους

Μία ενδιαφέρουσα έρευνα δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Acta Biomedica, η οποία εξετάζει την ικανοποίηση των υγειονομικών σε σχέση με διάφορα ζητήματα της εργασίας τους.

Την έρευνα υπογράφουν οι καθηγητές στο Τμήμα Οικονομικών της Υγείας του ΕΚΠΑ Δημήτρης Καραφέρης και Δημήτρης Νιάκας και ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας Βασίλης Αλετράς.

Οι εργαζόμενοι υγειονομικοί κλήθηκαν να απαντήσουν βάζοντας βαθμολογία από το 1 έως το 6, που το 1 αντιστοιχούσε στην λιγότερη ικανοποίηση και το 6 στην πιο υψηλή ικανοποίηση. Αξιολογήθηκαν 36 παράμετροι, οι οποίες χωρίστηκαν σε 9 πτυχές: μισθός, εξέλιξη, επίβλεψη, ανταμοιβές, διαδικασίες λειτουργίας, συνάδελφοι, φύση εργασίας και ποιότητα επικοινωνίας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η μέση βαθμολογία ικανοποίησης από την εργασία είναι 3,63.

Συγκεκριμένα, οι υγειονομικοί δήλωσαν δυσαρεστημένοι από τις αποδοχές (2,38) και την εξέλιξή τους (2,84). Οριακά πάνω από τη βάση είναι οι πρόσθετες αμοιβές (3,04) και οι διαδικασίες λειτουργίας (3,23). Αντιθέτως, σχετική ικανοποίηση δηλώνουν οι υγειονομικοί για τη φύση της εργασίας (4,53), την επίβλεψη (4,52), τους συναδέλφους τους (4,37) και την επικοινωνία (4,22).

Ειδικότερα για τους νοσηλευτές, η συγκεκριμένη κατηγορία δηλώνει χειρότερα επίπεδα ικανοποίησης.

Η συντακτική ομάδα της μελέτης σημειώνει πως η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, των αμοιβών και της εξέλιξης των επαγγελματιών Υγείας ενδεχομένως να αποτελέσουν την οδό για αποτελεσματική βελτίωση της ευημερίας και της εργασιακής τους ικανοποίησης, κάτι που ακολούθως θα βελτιώσει και την απόδοσή τους. Ωστόσο, η έντονη δυσαρέσκεια μπορεί να συνεχίσει το κύμα φυγής των γιατρών στο εξωτερικό.

Παράλληλα, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η αποτελεσματική πρωτοβάθμια περίθαλψη μπορεί να οδηγήσει σε βελτιωμένη υγεία του πληθυσμού, μειωμένο κόστος και χρόνους αναμονής. Επίσης, συμβάλλει σε μείωση του κόστους της νοσοκομειακής περίθαλψης, εξοικονόμηση ανθρώπινων πόρων και υλικού και σε αύξηση της αυτοπεποίθησης των ίδιων επαγγελματιών Υγείας για την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας.

Δείτε το κείμενο της έρευνας εδώ

 

 

Πηγη: https://ygeianet.gr/

Συντονιστικό φορέων ΠΦΥ: Τα rapid test πρέπει να γίνονται από αδειοδοτημένους φορείς

Το Συντονιστικό Όργανο φορέων ΠΦΥ ζητάει από τους Ιατρικούς Συλλόγους να βγάλουν οδηγίες ώστε τα μέλη τους να αποδέχονται αποτελέσματα εξετάσεων μόνο από αδειοδοτημένους φορείς παροχής ιατρικών υπηρεσιών ΠΦΥ.

Το Συντονιστικό Όργανο φορέων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας αναφέρει ότι η διενέργεια των rapid tests (είτε αφορά τον Covid-19, είτε τον H1N1, είτε το strep test, είτε τα chlamydia test κλπ) δεν θα πρέπει να γίνεται από τα φαρμακεία.

«Πρόκειται για αμιγώς ιατρικές πράξεις, και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι αντίκειται στην ιατρική δεοντολογία το να πραγματοποιούνται εξετάσεις σε μη αδειοδοτημένους ιατρικούς φορείς ΠΦΥ».

Υπενθυμίζεται ότι το Συντονιστικό Όργανο φορέων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας έχει αποστείλει επιστολή από τις 27/04/2023 όπου ζητήθηκε από τον υπουργό Υγείας να καταργήσει τη δυνατότητα διενέργειας rapid test για τον κορονοϊό από τα φαρμακεία, αφού πλέον δεν συντρέχει καμία επείγουσα και επιτακτική ανάγκη να πραγματοποιούνται από μη αδειοδοτημένους φορείς τέτοιου είδους εξετάσεις. Το Συντονιστικό Όργανο φορέων ΠΦΥ ζητά ξανά, από τον επόμενο υπουργό Υγείας, «να προβεί σε αυτήν την αυτονόητη κατάργηση της δυνατότητας διενέργειας των rapid test από τα φαρμακεία, ρητά ως μη εξουσιοδοτημένους φορείς παροχής ιατρικής φροντίδας, για λόγους προστασίας της Δημόσιας Υγείας».

Ζητάει επίσης, από τον ΠΙΣ, όλους τους Ιατρικούς Συλλόγους και όλους τους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς να βγάλουν οδηγίες ώστε τα μέλη τους να αποδέχονται αποτελέσματα τέτοιων εξετάσεων μόνο από αδειοδοτημένους φορείς παροχής ιατρικών υπηρεσιών ΠΦΥ και με υπογραφή του επιστημονικά υπεύθυνου ιατρού όπως επιβάλει η νομοθεσία και η ορθή ιατρική πρακτική.

Άλλωστε, καταλήγει, οποιαδήποτε ιατρική συμβουλή ή συνδρομή για τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβαίνουν οι ασθενείς μετά από ύπαρξη θετικού test πρέπει να δίνονται αποκλειστικά από ιατρό.

 

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Global Data : Το Mounjaro ΤΗΣ Eli Lilly εξελίσσεται σε κορυφαία θεραπεία

Για παχυσαρκία και διαβήτη
Το Mounjaro της Eli Lilly ετοιμάζεται να γίνει η κορυφαία θεραπεία παχυσαρκίας
και διαβήτη στον κόσμο, σύμφωνα με αναλυτές της GlobalData.Στη μάχη στον τομέα των θεραπειών επόμενης γενιάς για τον διαβήτη και την παχυσαρκία, μέχρι σήμερα την ηγετική θέση κατέχει η Novo Nordisk ως δημιουργός της σεμαγλουτίδης που ρυθμίζει το μεταβολισμό. Ωστόσο, η Eli Lilly κερδίζει γρήγορα έδαφος και ετοιμάζεται να πάρει την πρώτη θέση στην αγορά με το σκεύασμά της Mounjaro (tirzepatide), σύμφωνα με μια νέα έκθεση της GlobalData. Το Mounjaro, εγκρίθηκε τον Μάιο του περασμένου έτους για τον διαβήτη τύπου 2, και πέτυχε μια ισχυρή κυκλοφορία. Το πρώτο τρίμηνο, ξεπέρασε τις προσδοκίες, σημειώνοντας πωλήσεις 569 εκατομμυρίων δολαρίων. Τώρα, το Mounjaro βρίσκεται στα πρόθυρα έγκρισης για τη θεραπεία της παχυσαρκίας. Τον Απρίλιο, η εταιρεία δημοσίευσε τα αποτελέσματα τελευταίου σταδίου της δεύτερης δοκιμής της, σύμφωνα με τα οποία οι ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο να χάνουν κατά μέσο όρο το 15,7% του σωματικού τους βάρους. Η έγκριση από τον FDA θα μπορούσε να έρθει μέχρι το τέλος του έτους. Οι αναλυτές της GlobalData πιστεύουν ότι τα αποτελέσματα των δοκιμών κατέστησαν το Mounjaro την κορυφαία θεραπεία κατά της παχυσαρκίας στον κόσμο, με απώλειες έως και 22,5% του σωματικού βάρους σε ορισμένους ασθενείς και με τους μισούς ασθενείς να πετυχαίνουν μείωση τουλάχιστον 20%.«Η κορυφαία θεραπεία της Lilly για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας πανδημίας της παχυσαρκίας θα κερδίσει αναμφίβολα ευρεία υιοθέτηση από ασθενείς και παρόχους», δήλωσε ο αναλυτής της GlobalData, Akash Patel, σε μια ανακοίνωση. «Η έγκριση του Mounjaro το 2022 για τον διαβήτη τύπου 2 έχει ήδη οδηγήσει πολλούς επαγγελματίες υγείας με δυνατότητα συνταγογράφησης να παρέχουν τη θεραπεία εκτός ετικέτας στους ασθενείς τους για να τους βοηθήσουν να χάσουν βάρος». Στο χρηματιστήριο η Lilly έχει ανέλθει στην πρώτη θέση στον κλάδο των βιοφαρμακευτικών προϊόντων με κεφαλαιοποίηση στα 420 δισεκατομμύρια δολάρια, ξεπερνώντας την μακροχρόνια κυριαρχία της Johnson & Johnson. Η εμφάνιση του Mounjaro έπαιξε σημαντικό ρόλο, συμβάλλοντας στην αύξηση της αξίας της Lilly από 151 δισεκατομμύρια δολάρια στις αρχές του 2021. Το Ozempic της Novo Nordisk εγκρίθηκε για τον Διαβήτη Τύπου 2 το 2017, αλλά η ζήτηση για τη θεραπεία GLP-1 έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια καθώς τα οφέλη απώλειας βάρους έχουν γίνει εμφανή. Το 2021, η εταιρεία κέρδισε έγκριση για την ένδειξη παχυσαρκίας και επώνυσε το φάρμακό της Wegovy για αυτή τη χρήση. Η GlobalData προβλέπει ότι οι πωλήσεις του Ozempic της Novo θα αυξηθούν κατά 23% το 2023, φτάνοντας τα 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Από την πλευρά τους, οι αναλυτές της ODDO BHF δήλωσαν ότι αναμένουν από το Wegovy της Novo να πέσει πάνω από 4 δισεκατομμύρια δολάρια φέτος. Εν τω μεταξύ, οι πωλήσεις του Mounjaro αναμένεται να φτάσουν τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια φέτος. Οι αναλυτές της SVB Securities έχουν προβλέψει ότι οι πωλήσεις από το φάρμακο θα μπορούσαν να φτάσουν τα 26,4 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2030.

 

Πηγη:HealthDaily

AstraZeneca: Νέα ελπιδοφόρα θεραπεία που «παρατείνει» τη ζωή ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα

Ηθεραπεία του της AstraZeneca, Tagrisso, μείωσε τον κίνδυνο θανάτου κατά περισσότερο από το ήμισυ σε ασθενείς με συγκεκριμένη μορφή καρκίνου του πνεύμονα που διαγνώστηκαν αρκετά νωρίς ώστε να αφαιρεθεί ο όγκος τους χειρουργικά, έδειξαν δεδομένα δοκιμών.

Το φάρμακο έχει ρυθμιστικές εγκρίσεις σε πολλές γεωγραφικές περιοχές για ορισμένους ασθενείς με τον λεγόμενο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (NSCLC) που έχουν μια μετάλλαξη του γονιδίου EGFR.

«Τα τελευταία δεδομένα, που παρουσιάστηκαν στη συνάντηση της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO), καθιερώνουν το φάρμακο της AstraZeneca ως την πιο στοχευμένη θεραπεία για τον μεταλλαγμένο από EGFR καρκίνο του πνεύμονα», δήλωσε η Susan Galbraith, εκτελεστική αντιπρόεδρος της ογκολογικής έρευνας και ανάπτυξης στην AstraZeneca.

Σε μια δοκιμή με 682 ασθενείς που ονομάζεται ADAURA, το φάρμακο της AstraZeneca αξιολογήθηκε έναντι ενός εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με ΜΜΚΠ προγενέστερου σταδίου μεταλλαγμένου EGFR που είχαν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του πρωτογενούς όγκου τους.

Η πλειοψηφία τέτοιων ασθενών βλέπουν τελικά τον καρκίνο τους να επιστρέφει παρά τη χειρουργική επέμβαση και την πρόσθετη χημειοθεραπεία.

Στη δοκιμή, το φάρμακο της AstraZeneca ή ένα εικονικό φάρμακο χορηγήθηκε σε ασθενείς για να εκτιμηθεί εάν η θεραπεία με AstraZeneca θα μπορούσε να κρατήσει τον καρκίνο τους μακριά.

Τα δεδομένα έδειξαν ότι κατάφερε μείωσε τον κίνδυνο θανάτου κατά 51% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

«Πρόκειται για μια αρκετά δραματική και αξιοσημείωτη βελτίωση», δήλωσε ο Dave Fredrickson, εκτελεστικός αντιπρόεδρος ογκολογίας στην AstraZeneca σε συνέντευξή του στο Reuters.

Υπολογίζεται ότι το 88% των ασθενών που έλαβαν την θεραπεία της AstraZeneca ήταν ζωντανοί στα πέντε χρόνια σε σύγκριση με το 78% που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, έδειξαν επίσης τα δεδομένα των δοκιμών.

«Εκτός από τη χημειοθεραπεία, δεν υπάρχουν φάρμακα εκτός από εκείνο της AstraZeneca που έχουν αποδειχθεί ότι βοηθούν τους ασθενείς με μεταλλαγμένο από EGFR καρκίνο του πνεύμονα να ζήσουν περισσότερο», τόνισε ο Fredrickson, προσθέτοντας ότι πιθανώς υπάρχει το ένα τρίτο των επιλέξιμων ασθενών στους οποίους δεν συνταγογραφείται ακόμη η συγκεκριμένη θεραπεία.

«Θα ελπίζαμε ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα δεδομένα για να μπορέσουμε να κλείσουμε αυτό το χάσμα», είπε.

Να σημειωθεί ότι η AstraZeneca αναμένεται να παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με τον αντίκτυπο του συνδυασμού του φαρμάκου της με χημειοθεραπεία σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα, μεταλλαγμένο από EGFR, αργότερα φέτος.

ΠΗΓΗ: medscape.com

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή: Σύνδεση ορμονών, σακχάρου, λιπιδίων αίματος και ΔΜΣ με τη σοβαρότητα της νόσου

Οι συγγραφείς είναι αισιόδοξοι ότι οι γνώσεις που αποκτήθηκαν από αυτή τη μελέτη υπόσχονται να συμβάλουν ουσιαστικά στη συζήτηση γύρω από τη θεραπεία και την πρόληψη της ψυχικής υγείας. Καθώς οι ερευνητές συνεχίζουν να εξιχνιάζουν τα μυστήρια της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, υπάρχει μια ελπιδοφόρα προσδοκία ότι κάθε ανακάλυψη μάς φέρνει πιο κοντά σε έναν κόσμο όπου το βάρος αυτής της διαταραχής θα έχει μειωθεί σημαντικά.

Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή: Μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Βοσνιακό Περιοδικό Βασικών Ιατρικών Επιστημών, παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές συνδέσεις μεταξύ των θυρεοειδικών ορμονών, του σακχάρου στο αίμα και των επιπέδων των λιπιδίων και την επίδρασή τους στους ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (ΜΚΔ). Η συνεργατική προσπάθεια έφερε σε επαφή επιστήμονες από ιδρύματα σε ολόκληρη την Κίνα, παρέχοντας ένα μεγάλο μέγεθος δείγματος και ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής για την έρευνα. Τα ευρήματά τους αναδεικνύουν τον κρίσιμο ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν αυτοί οι βιολογικοί παράγοντες στην πρόγνωση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, την πιθανότητα αυτοκτονικής συμπεριφοράς και τις πιθανές θεραπευτικές επιλογές.

Η μείζων καταθλιπτική διαταραχή MDD είναι μια εξουθενωτική κατάσταση ψυχικής υγείας που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Συχνά χαρακτηρίζεται από βαθιά θλίψη και απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή MDD επηρεάζει σοβαρά την ποιότητα ζωής όσων ζουν με αυτήν. Ενώ η τρέχουσα κατανόηση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής MDD έχει τις ρίζες της σε διάφορους γενετικούς, βιολογικούς, περιβαλλοντικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, η ερευνητική ομάδα υποστήριξε ότι πιο λεπτές φυσιολογικές πτυχές, όπως η λειτουργία του θυρεοειδούς και οι μεταβολικοί δείκτες, θα μπορούσαν να παρέχουν μια βαθύτερη κατανόηση της διαταραχής και των συμπτωμάτων της. Η ερευνητική ομάδα διεξήγαγε λεπτομερή εξέταση ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή MDD πρώτης φάσης, εστιάζοντας σε παράγοντες όπως οι θυρεοειδικές ορμόνες (TSH, TGAB, TPOAB), η γλυκόζη στο αίμα και τα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα, μεταξύ άλλων στοιχείων. Συνέλεξαν και ανέλυσαν δεδομένα χρησιμοποιώντας ευρέως αποδεκτά ιατρικά εργαλεία, όπως η κλίμακα αξιολόγησης της κατάθλιψης Hamilton (HAMD), η κλίμακα αξιολόγησης του άγχους Hamilton (HAMA) και η κλίμακα θετικού και αρνητικού συνδρόμου (PANSS). Συνδέοντας τους προαναφερθέντες φυσιολογικούς παράγοντες με τη σοβαρότητα των καταθλιπτικών και αγχωδών συμπτωμάτων, καθώς και με την εμφάνιση αυτοκτονικής συμπεριφοράς, οι ερευνητές ήλπιζαν να διακρίνουν μοτίβα και συσχετίσεις που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θεραπεία και την κατανόηση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Ένα βασικό εύρημα της μελέτης “Συσχέτιση μεταξύ της γλυκόζης αίματος νηστείας και των θυρεοειδοτρόπων ορμονών και της τάσης αυτοκτονίας και της σοβαρότητας της νόσου σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή”, ήταν η συσχέτιση μεταξύ των θυρεοειδικών ορμονών και των συμπτωμάτων της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Οι ασθενείς με ποικίλους βαθμούς κατάθλιψης παρουσίασαν μη φυσιολογικά επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών. Ειδικότερα, η μελέτη αποκάλυψε μια ουσιαστική σχέση μεταξύ των θυρεοειδικών ορμονών και της εμφάνισης αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Τα ευρήματα αυτά απηχούν εκείνα άλλων μελετών που έδειξαν σχέση μεταξύ μη φυσιολογικών επιπέδων θυρεοειδικών ορμονών, μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής και άγχους. Η έρευνα εντόπισε επίσης μεταβολικές διαταραχές, όπως τα διαταραγμένα επίπεδα σακχάρου και λιπιδίων στο αίμα, ως πιθανούς παράγοντες κινδύνου για τη. Η ομάδα διαπίστωσε ότι οι ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης αίματος νηστείας σε σύγκριση με εκείνους που δεν είχαν τη διαταραχή, και αυτό συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι οι ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή που είχαν υψηλότερα επίπεδα λιπιδίων (TC, TG και LDL-C) είχαν περισσότερες πιθανότητες να έχουν σοβαρά συμπτώματα και τάσεις αυτοκτονίας.

Προεκτείνοντας τις συνέπειες της μελέτης, οι ερευνητές σημείωσαν ότι ενώ οι θυρεοειδικές ορμόνες και το σάκχαρο στο αίμα θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βιοδείκτες για τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και την αυτοκτονική συμπεριφορά, τα συμπτώματα άγχους έπαιζαν επίσης σημαντικό ρόλο. Διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή που παρουσίαζαν σοβαρά συμπτώματα άγχους είχαν υψηλότερη συχνότητα απόπειρας αυτοκτονίας και ψυχιατρικών συμπτωμάτων. Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι θυρεοειδικές ορμόνες, το σάκχαρο στο αίμα, τα λιπίδια του αίματος, ακόμη και ο δείκτης ΔΜΣ μπορούν να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής και την πιθανότητα αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Η ερευνητική ομάδα τάχθηκε υπέρ της τακτικής παρακολούθησης της λειτουργίας του θυρεοειδούς και των επιπέδων σακχάρου στο αίμα σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή μετά τη διάγνωση για την πρόληψη πιθανών κινδύνων. Ωστόσο, αν και τα ευρήματα ήταν σημαντικά, η ομάδα αναγνώρισε τους περιορισμούς της μελέτης, συμπεριλαμβανομένου του διατομεακού χαρακτήρα της, ο οποίος εμποδίζει τον προσδιορισμό αιτιώδους σχέσης. Επίσης, η μελέτη δεν έλαβε υπόψη εξωτερικούς παράγοντες, όπως, το περιβάλλον και το εισόδημα, ούτε διερεύνησε άλλους πιθανούς παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν αυτοκτονική συμπεριφορά σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Οι επιπτώσεις αυτής της μελέτης στον πραγματικό κόσμο είναι τεράστιες. Καθώς συνεχίζουμε να περιηγούμαστε στην πολυπλοκότητα της ψυχικής υγείας, έρευνες, όπως αυτή, όχι μόνο προάγουν τις επιστημονικές μας γνώσεις, αλλά και ανοίγουν δυνητικούς δρόμους για την καλύτερη φροντίδα της ψυχικής υγείας. Με τον εντοπισμό νέων βιοδεικτών για καταστάσεις όπως η η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, προχωράμε ένα βήμα πιο κοντά σε ένα μέλλον όπου η θεραπεία θα μπορεί να προσαρμόζεται στο άτομο και οι στρατηγικές πρόληψης θα μπορούν να εφαρμόζονται πιο αποτελεσματικά. Οι συγγραφείς είναι αισιόδοξοι ότι οι γνώσεις που αποκτήθηκαν από αυτή τη μελέτη υπόσχονται να συμβάλουν ουσιαστικά στη συζήτηση γύρω από τη θεραπεία και την πρόληψη της ψυχικής υγείας. Καθώς οι ερευνητές συνεχίζουν να εξιχνιάζουν τα μυστήρια της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, υπάρχει μια ελπιδοφόρα προσδοκία ότι κάθε ανακάλυψη μάς φέρνει πιο κοντά σε έναν κόσμο όπου το βάρος αυτής της διαταραχής θα έχει μειωθεί σημαντικά.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Γλοίωμα: Επιστήμονες εντοπίζουν όγκους του εγκεφάλου χρησιμοποιώντας δείγματα αίματος

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η νέα προσέγγιση μπορεί να αποδειχθεί πολλά υποσχόμενη για την ανίχνευση άλλων τύπων όγκων. Όλα τα κακοήθη νεοπλάσματα εκκρίνουν συγκεκριμένες χημικές ενώσεις και αν είναι γνωστό ποια ακριβώς βιοστοιχεία σχετίζονται με μια συγκεκριμένη πάθηση, μπορούν να ανιχνευθούν με τη χρήση φασματοσκοπίας Raman και μηχανικής μάθησης.

Γλοίωμα: Δεν είναι μόνο δύσκολο να διαγνωστεί και να εντοπιστεί ένας όγκος στον εγκέφαλο σε πρώιμο στάδιο – ορισμένες δυσκολίες μπορεί να προκύψουν ακόμη και μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Οι επιστήμονες του Κρατικού Πανεπιστημίου του Τομσκ ανέπτυξαν μια νέα μη επεμβατική προσέγγιση για τη διάγνωση ενός γλοιώματος, ενός από τους πιο σοβαρούς τύπους όγκου στον εγκέφαλο. Χρησιμοποιώντας τη φασματοσκοπία Raman, ανίχνευσαν στο αίμα βιοστοιχεία -χημικές ενώσεις που εκκρίνει ένας όγκος. Η έρευνα παρουσιάζεται σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Pharmaceutics.

“Είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ο τύπος ενός όγκου μόνο μέσω της ιστολογικής εξέτασης, η οποία πραγματοποιείται μετά την αφαίρεση του νεοπλάσματος”, σχολιάζει ο Yury Kistenev, επικεφαλής του Εργαστηρίου Μοριακής Απεικόνισης και Μηχανικής Μάθησης με Λέιζερ του TSU. “Ωστόσο, οι μέθοδοι οπτικής ανάλυσης διευρύνουν σημαντικά τις διαγνωστικές δυνατότητες και, επιπλέον, μας επιτρέπουν να κάνουμε τα πάντα μη επεμβατικά, χωρίς να παίρνουμε βιολογικούς ιστούς. Τούτου λεχθέντος, χρησιμοποιήσαμε τη φασματοσκοπία Raman, η οποία βοηθά στην ανίχνευση χημικών ενώσεων σε βιολογικά υγρά και ιστούς με μεγάλη ακρίβεια”. Σε αρχικό στάδιο, οι επιστήμονες εργάστηκαν με την ειδική βιβλιογραφία του πεδίου και συνέλεξαν πληροφορίες σχετικά με τους τύπους βιολογικών δεικτών που βρίσκονται στους ιστούς γλοιώματος. Στη συνέχεια, διεξήγαγαν ένα πείραμα σε πειραματόζωα: Σε ποντίκια εγχύθηκαν ανθρώπινα κύτταρα γλοιοβλαστώματος και μετά από διαφορετικές χρονικές περιόδους εξετάστηκε ο ορός του αίματός τους, ενώ τα ίδια απομακρύνθηκαν από το πείραμα. Με τη βοήθεια της φασματοσκοπίας Raman, οι επιστήμονες εντόπισαν τις συγκεκριμένες συχνότητες που καθιστούν δυνατό τον εντοπισμό ιχνών γλοιώματος στα βιολογικά υγρά και χώρισαν τα ποντίκια σε υγιείς και μη υγιείς ομάδες. Τα νέα δεδομένα συλλέχθηκαν σε μια βιβλιοθήκη την οποία η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε για να εκπαιδεύσει ένα νευρωνικό δίκτυο που βοήθησε στην αυτοματοποίηση της διαδικασίας ανάλυσης. “Αυτό που καθιστά την προσέγγισή μας πλεονεκτική είναι ότι μας επιτρέπει να βρίσκουμε ίχνη όγκου σε πρώιμο στάδιο, πριν εκδηλωθούν τα συμπτώματα”, εξηγεί ο Yury Kistenev. “Το θέμα είναι ότι ένα γλοιοβλάστωμα αλλάζει τη βιοχημική σύνθεση του αίματος. Εκκρίνει ουσίες και καρκινικά κύτταρα που καταλήγουν στο αίμα, το οποίο τα μεταφέρει σε όλο το σώμα. Αναλύοντας αυτά τα βιολογικά ίχνη μπορούμε να πάρουμε δεδομένα για τον σχηματισμό του καρκίνου: Οι πληροφορίες αυτές με τη σειρά τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση μιας νόσου ή την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας”.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η νέα προσέγγιση μπορεί να αποδειχθεί πολλά υποσχόμενη για την ανίχνευση άλλων τύπων όγκων. Όλα τα κακοήθη νεοπλάσματα εκκρίνουν συγκεκριμένες χημικές ενώσεις και αν είναι γνωστό ποια ακριβώς βιοστοιχεία σχετίζονται με μια συγκεκριμένη πάθηση, μπορούν να ανιχνευθούν με τη χρήση φασματοσκοπίας Raman και μηχανικής μάθησης. Οι μέθοδοι οπτικής ανάλυσης γίνονται όλο και πιο διαδεδομένες σε διάφορους τομείς- ειδικότερα, ανοίγουν μεγάλες ευκαιρίες για τη γρήγορη διάγνωση ασθενειών. Στο πλαίσιο αυτό, οι επιστήμονες του TSU χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη για να αναπτύξουν νέες μη επεμβατικές μεθόδους διάγνωσης ιογενών και βακτηριακών λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος, οι οποίες θα μειώσουν τον χρόνο που απαιτείται για την ανάλυση από αρκετές ημέρες σε μερικά λεπτά.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Covid-19 Πανεπιστήμια Η.Β: Η πανδημία επιβάρυνε σημαντικά την ψυχική υγεία των φοιτητών

Η ομάδα συνιστά την καθιέρωση νέων υπηρεσιών ψυχικής υγείας προσβάσιμων μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης ή εφαρμογών για κινητά τηλέφωνα, οι οποίες “θα μπορούσαν να καταπολεμήσουν το στίγμα που συνδέεται με την αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας και θα ανακούφιζαν τις υπερφορτωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας”.

Covid-19 Πανεπιστήμια Η.Β: Οι προπτυχιακοί φοιτητές στα πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου βίωσαν παρατεταμένα και υψηλά επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας και άγχους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σύμφωνα με μια νέα μελέτη, η οποία παρακολουθεί την ευημερία κατά τη διάρκεια της περιόδου 2020-2021. Ανέφεραν, επίσης, σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας, ευτυχίας και ικανοποίησης από τη ζωή σε σύγκριση με τα προ της πανδημίας επίπεδα. Δημοσιευμένη στο βρετανικό περιοδικό εκπαιδευτικών σπουδών, η έρευνα του Πανεπιστημίου του Μπόλτον υπογραμμίζει πώς τα αυστηρά μέτρα αποκλεισμού -συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος των πανεπιστημίων, της εξαναγκαστικής μελέτης σε απομόνωση και της μη διεξαγωγής διαλέξεων ή επικοινωνίας με τους συμμαθητές- είχαν ιδιαίτερα εντυπωσιακό αντίκτυπο στους φοιτητές, οι οποίοι αντιμετώπισαν σημαντικές διαταραχές στην εκπαίδευση και τις μελλοντικές προοπτικές σταδιοδρομίας τους.

“Συχνά, σε μικρά δωμάτια φοιτητικών εστιών, οι προπτυχιακοί φοιτητές αποκόπηκαν από φίλους και στενούς συγγενείς και δεν μπορούσαν να βασιστούν στις συνήθεις οδούς αναζήτησης σωματικής ή συναισθηματικής υποστήριξης”, εξηγεί η συν-συγγραφέας Dr. Chathurika Kannangara, αναπληρώτρια καθηγήτρια διδασκαλίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Bolton. “Επιπλέον, οι συνήθεις εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας και κοινωνικοποίησης, όπως εστιατόρια, μπαρ και κλαμπ, ήταν κλειστά για μεγάλα χρονικά διαστήματα – αφαιρώντας εντελώς τη συνήθη κοινωνική πτυχή της πανεπιστημιακής ζωής”. Για να αποκαλύψουν τις ακριβείς λεπτομέρειες, οι ειδικοί παρακολούθησαν 554 προπτυχιακούς φοιτητές σε πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια ενός έτους μεταξύ Μαΐου 2020 και Μαΐου 2021. Οι φοιτητές ρωτήθηκαν σχετικά με την ψυχική τους υγεία και την ευημερία τους σε τέσσερα βασικά σημεία της πανδημίας: τον Μάιο του 2020, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν στην 7η εβδομάδα αποκλεισμού- τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2020, όταν τα μέτρα αποκλεισμού άρχισαν να χαλαρώνουν- έξι μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, όταν εισήχθησαν αυστηρότεροι περιορισμοί αποκλεισμού ενόψει των Χριστουγέννων- και, τέλος, ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 2021, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν στο 3o  βήμα του οδικού χάρτη για να βγει από τους περιορισμούς αποκλεισμού. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μαθητές υπέστησαν αύξηση της ψυχολογικής δυσφορίας κατά τη διάρκεια των 12 μηνών της πανδημίας COVID-19. Οι περίοδοι κατά τις οποίες τα κρούσματα COVID-19 κορυφώνονταν και κατά τη διάρκεια περιόδων αποκλεισμού και έντονου εγκλεισμού συνδέονταν επίσης με χειρότερη ψυχική ευεξία. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι βαθμολογίες ψυχολογικής δυσφορίας των φοιτητών (μεταξύ 13,8 και 15,6), ήταν ελαφρώς χειρότερες από τις βαθμολογίες μιας γενικευμένης ομάδας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ίσως, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα νέα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι οι βαθμολογίες ψυχολογικής δυσφορίας των φοιτητών ήταν σταθερά υψηλότερα και πιο σοβαρά επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας από ό,τι οι επαγγελματίες υγείας στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διάρκεια της πανδημίας. “Ακόμη και τον Μάιο του 2020, στην πρώτη φάση της συλλογής δεδομένων, οι βαθμολογίες ψυχολογικής δυσφορίας ήταν ήδη σημαντικά υψηλότερες από τα προ της πανδημίας επίπεδα”, προσθέτει η επικεφαλής συγγραφέας Rosie Allen, βοηθός ερευνητή στο Bolton.

“Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι στις 16 Απριλίου 2020, οι περιορισμοί αποκλεισμού παρατάθηκαν για άλλες τρεις εβδομάδες και στις 5 Μαΐου 2020, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε τον δεύτερο υψηλότερο ημερήσιο αριθμό θανάτων στον κόσμο”. Αντίθετα, στις περιόδους της πανδημίας που υπήρξε χαλάρωση των κανόνων και των περιορισμών παρατηρήθηκε μικρή βελτίωση. Για παράδειγμα, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του άγχους τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2020, όταν τα μέτρα εγκλεισμού άρχισαν να χαλαρώνουν και οι κανόνες κοινωνικής αποστασιοποίησης χαλάρωσαν μετά από μια μακρά περίοδο αυστηρής απομόνωσης. Υπήρχαν, επίσης, ενδείξεις ότι μέχρι το τέλος της μελέτης, τα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας είχαν αρχίσει να μειώνονται, αν και η μείωση δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι οι φοιτητές συμπλήρωσαν την τελική έρευνα όταν το Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθούσε το σχέδιο οδικού χάρτη της κυβέρνησης για την αργή και επ’ αόριστον επιστροφή στην “κανονικότητα”. Η μελέτη εξέτασε, επίσης, την ευημερία και την ευτυχία των φοιτητών και διαπίστωσε ότι και τα δύο μειώθηκαν σημαντικά μεταξύ Μαΐου 2020 και Μαΐου 2021. Σύμφωνα με τον συν-συγγραφέα καθηγητή Jerome Carson, από τη Σχολή Εκπαίδευσης και Ψυχολογίας του Bolton, θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι φοιτητές του πανεπιστημίου στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπόρεσαν να “ανθίσουν” κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. “Οι φοιτητές των πανεπιστημίων, μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό, βίωσαν φόβο, άγχος, αβεβαιότητα και ανησυχίες για την υγεία που παρήγαγε η πανδημία”, λέει. “Ωστόσο, εκτός από αυτό, αφαιρέθηκαν τα ίδια τα συστατικά που συμβάλλουν στην άνθηση και την ευτυχία. Για παράδειγμα, οι φοιτητές βίωσαν αυξημένη μοναξιά και κοινωνική απομόνωση, που γνωρίζουμε ότι συνδέονται με χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας. Ομοίως, η οικοδόμηση και η διατήρηση υγιών και αποτελεσματικών σχέσεων, θεμελιώδες στοιχείο της ευημερούσας ψυχικής υγείας, παρεμποδίστηκε λόγω των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης”. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις διαρκείς και ευρέως διαδεδομένες αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μετά την πανδημία COVID-19, πρέπει να γίνουν περισσότερα για τη σωματική, ψυχική και ακαδημαϊκή υποστήριξη των φοιτητών. “Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι ανάγκες ψυχικής υγείας των πανεπιστημιακών φοιτητών στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αυξηθεί μετά το ξέσπασμα του COVID-19”, καταλήγουν. Η ομάδα συνιστά την καθιέρωση νέων υπηρεσιών ψυχικής υγείας προσβάσιμων μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης ή εφαρμογών για κινητά τηλέφωνα, οι οποίες “θα μπορούσαν να καταπολεμήσουν το στίγμα που συνδέεται με την αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας και θα ανακούφιζαν τις υπερφορτωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας”.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/